Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
700/2020 KI-generiert

Supreme Court annuls appeal court decision for failing to reject appeal against intervening minister as inadmissible.

Geschäftsnummer 700/2020
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Teilweise gutgeheissen (Partially Allowed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court annulled the Athens Court of Appeal's decision, ruling that the appeal filed against the Minister of Economy was inadmissible because the Minister's intervention was merely supplementary and not independent. The lower court incorrectly accepted the appeal against the intervening party, whereas the Supreme Court held that such appeals must be directed only at the opposing party. Consequently, the case was remitted to a new panel of the Court of Appeal for further proceedings.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Art. 83, Art. 126 of the Code of Civil Procedure; An appeal filed against a party who intervened merely as a supplementary intervener is inadmissible, as the appeal must be directed solely against the opposing party.

Schlagwörter

KI-generiert
supplementary intervention inadmissible appeal Code of Civil Procedure remittal to new panel ministerial intervention Minderungsklage Mangelnde Umsetzung der wettbewerbswidrigen Vereinbarungen Zahlungsaufschub

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Art. 126 para. 1 of the Law 2039/1939
Art. 83 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 14 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 22 § 1 of Law 3693/1957

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 700 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 700/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Υπουργού Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ως ασκούντος εποπτεία επί των υπέρ κοινωφελών σκοπών και ιδρυμάτων καταλειπομένων περιουσιών.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. συζ. Χ. Μ., το γένος Ν. Ν. και 2) Μ. συζ. Ν. Σ., το γένος Χ. Μ., κατοίκου ... Του αναιρεσείοντος - καθ' ου η κλήση: Υπουργού Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ως ασκούντος εποπτεία επί των υπέρ κοινωφελών σκοπών και ιδρυμάτων καταλειπομένων περιουσιών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον Ηλία Νίκα, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1) Α. Μ. του Χ., κατοίκου ... και προσωρινά διαμένοντος στο ... και 2) Μ. Σ. - Μ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Μπουρνέλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 15-3-2001 και 23-4-2001 αγωγές του Α. Κ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν με την από 25-9-2001 αγωγή της ήδη αποβιωσάσης Σ. συζ. Χ. Μ., το γένος Ν. Ν., καθώς και με την διά των προτάσεων ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4286/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 978/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 9-1-2007 αίτησή του, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο της 4-2-2011, κατά την οποία ματαιώθηκε, όπως ματαιώθηκε και στη δικάσιμο της 23-9-2011, που την επανέφερε με κλήση του για συζήτηση ο αναιρεσείων. Ακολούθως με την από 17-12-2015 κλήση του ο αναιρεσείων επανέφερε για συζήτηση την υπόθεση στη δικάσιμο της 13-5-2016, κατά την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 27-1-2017, οπότε αναβλήθηκε και πάλι για τη δικάσιμο της 17-11-2017, κατά την οποία δηλώθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων Απόστολο Μπουρνέλη η βίαιη διακοπή της δίκης, ως προς την 1η αναιρεσίβλητη και η υπόθεση αναβλήθηκε εκ νέου για τη δικάσιμο της 2-11-2018, κατά την οποία συζητήθηκε ερήμην των αναιρεσιβλήτων, όμως, ακολούθως, με κοινή τους δήλωση οι διάδικοι ζήτησαν τη μη έκδοση αποφάσεως. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 14-1-2019 κλήση των καλούντων.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Τσαλαπόρτας διάβασε την από 28-1-2011 έκθεση της Αρεοπαγίτου Δημητρούλας Υφαντή, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 9-1-2007 αίτησης και την αναίρεση της υπ' αριθμ. 978/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος των καλούντων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τα άρθρα 286 επ. του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκκρεμής δίκη διακόπτεται και όταν αποβιώσει κάποιος από τους διαδίκους. Η διακοπή επέρχεται από την γνωστοποίηση στον αντίδικο του αποβιώσαντος του λόγου της διακοπής (θανάτου) από τους κληρονόμους του, που έχουν δικαίωμα να επαναλάβουν την δίκη (άρθρ. 287 ΚΠολΔ). Αν οι τελευταίοι δεν γνωστοποιήσουν τον θάνατο του διαδίκου ή τον γνωστοποιήσουν για να δηλώσουν ότι συνεχίζουν αυτοί την δίκη, ως κληρονόμοι εκείνου, η δίκη δεν διακόπτεται (ΑΠ 1228/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο Υπουργός Οικονομικών άσκησε την κρινόμενη από 9-1-2007 αίτηση αναίρεσης κατά της Σ. συζ. Χ. Μ. και Μ. συζ. Ν. Σ.. Η συζήτηση της αίτησης ορίσθηκε αρχικά για την 4-2-2011, πλην όμως κατ' εκείνη τη δικάσιμο ματαιώθηκε η συζήτησή της.

Με κλήση του αναιρεσείοντος ορίσθηκε δικάσιμος αυτής η 23-9-2011, οπότε και πάλι ματαιώθηκε η συζήτησή της. Στη συνέχεια με νέα κλήση του αναιρεσείοντος ορίσθηκε δικάσιμος αυτής η 13-5-2016, πλην όμως αναβλήθηκε η συζήτησή της για την 27-1-2017. Κατ' εκείνη τη δικάσιμο αναβλήθηκε και πάλι η συζήτησή της για την 17-11-2017, οπότε δεν συζητήθηκε και αναβλήθηκε εκ νέου για την 2-11-2018, οπότε η συζήτησή της ματαιώθηκε.

Με την από 14-1-2019 κλήση τους οι Α. Μ. και Μ. Σ. - Μ. επικαλούμενοι ότι τυγχάνουν κληρονόμοι ως φυσικά τέκνα της θανούσας την 6-10-2016 πρώτης αρχικής αναιρεσιβλήτου Σ. Μ., επαναφέρουν προς συζήτηση την προαναφερθείσα αίτηση αναίρεσης με την ιδιότητά τους και οι δύο ως κληρονόμοι της αρχικής διαδίκου, πρώτης αναιρεσίβλητης, Σ.

Μ., η δε δεύτερη και ως δεύτερη αναιρεσίβλητη με την κρινόμενη αίτηση. Επομένως εφόσον οι κληρονόμοι της προαναφερόμενης με την παρούσα κλήση γνωστοποιούν τον θάνατό της και δηλώνουν ότι συνεχίζουν αυτοί τη δίκη, ως κληρονόμοι εκείνης, η δίκη δεν διακόπτεται. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Με το άρθρο 1 παράγραφος 1 του ν. 4182/2013 (ΦΕΚ 185 Α'/ 10-9-2013) ορίζεται ότι "Κοινωφελής περιουσία είναι: Το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων, που διατίθενται με κληρονομιά, κληροδοσία, ή δωρεά υπέρ του δημοσίου, ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, ή για κοινωφελή σκοπό. Ως κοινωφελής περιουσία νοείται επίσης και το νομικό πρόσωπο, που τα διαχειρίζεται και εκπροσωπεί εφόσον υπάρχει".

Περαιτέρω με την παράγραφο 3 του ίδιου πιο πάνω άρθρου ορίζεται ότι: "Κοινωφελής σκοπός είναι κάθε εθνικός, θρησκευτικός, φιλανθρωπικός, εκπαιδευτικός, πολιτιστικός και γενικά επωφελής για την κοινωνία εν όλω ή εν μέρει σκοπός". Με την παράγραφο 4 ότι: "Αρμόδια αρχή είναι ο Υπουργός Οικονομικών και ο Γενικός Γραμματέας της οικείας αποκεντρωμένης διοίκησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2, οι οποίοι ασκούν τις σχετικές αρμοδιότητες διά των οικείων διευθύνσεων".

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1, 3 του Ν. 4182/2013: Υποχρεώσεις Δημοσίου - Αρμοδιότητες: 1. Το Δημόσιο έχει την υποχρέωση να διασφαλίζει την πιστή και επακριβή εκτέλεση της βούλησης των διαθετών και δωρητών. Αρμοδιότητα του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης υφίσταται, με την επιφύλαξη της παραγράφου 4 και τυχόν ειδικών διατάξεων, στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) Όταν ο σκοπός της περιουσίας εκπληρώνεται κατά κύριο λόγο μέσα στα όρια μιας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, ανεξαρτήτως του τόπου όπου βρίσκεται η περιουσία..., β)..., γ) Κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις αρμόδιος είναι ο Υπουργός Οικονομικών. Αρμοδιότητα του Υπουργού Οικονομικών υφίσταται επίσης κατ' εξαίρεση:

α) Για την εποπτεία εκκαθάρισης και διαχείρισης περιουσιών που καταλείπονται στο Δημόσιο, β) για την εποπτεία της επιτροπής Ολυμπίων και κληροδοτημάτων και του Βαρβακείου Ιδρύματος, γ) για την εκκαθάριση και εποπτεία κοινωφελών περιουσιών που έχουν τα κύρια περιουσιακά στοιχεία στην αλλοδαπή, δ) για περιουσίες του κεφαλαίου Ε' του παρόντος κώδικα που υπάγονται στην άμεση διαχείριση του Υπουργείου Οικονομικών, ε) για την εποπτεία περιουσιών των οποίων η αξία εκτιμάται, ως ανώτερη του ποσού των 10.000.000 ευρώ ή των οποίων οι σκοποί εκτελούνται σε όλη την επικράτεια.

Περαιτέρω με τις διατάξεις του άρθρου 69 του ιδίου Νόμου ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΑ': ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ. Δίκες κοινωφελών περιουσιών: "1. Η αρμόδια αρχή νομιμοποιείται, πέραν των εκκαθαριστών, εκτελεστών διαθήκης και διοικητών κοινωφελών ιδρυμάτων: α) Να ασκεί αιτήσεις και αγωγές σε δικαστήρια για την αναγνώριση ή τη διεκδίκηση δικαιώματος σε κάθε περιουσία, που έχει διατεθεί για κοινωφελή σκοπό ή σε κοινωφελές ίδρυμα, β) να επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίηση των δικαιωμάτων αυτών, γ) να ζητεί τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων για την εξασφάλιση κάθε περιουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 682 και επόμενα του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, δ) να ασκεί παρέμβαση σε κάθε στάση δίκης, η οποία αφορά περιουσία υπέρ κοινωφελούς σκοπού ή κοινωφελών ιδρυμάτων ή αφορά το κύρος των πράξεών τους, με την υποβολή προτάσεων και χωρίς την κοινοποίηση δικογράφου παρέμβασης, ε) να ζητεί την επανάληψη της δίκης ή να καλείται για την επανάληψη της δίκης, αν επήλθε διακοπή δίκης με διάδικο ένα από τα πρόσωπα του πρώτου εδαφίου και για λόγους που αφορούν τα πρόσωπα αυτά. 2.

Τα εισαγωγικά δικόγραφα των δικών, που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, κοινοποιούνται στην αρμόδια αρχή, από οποιονδήποτε κι αν ασκούνται, εκτός αν ορίζεται ειδικά διαφορετικά στον παρόντα Κώδικα, επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις περί δικών και προθεσμιών του Δημοσίου".

Κατά το άρθρο 82 παράγραφος 9 του αυτού πιο πάνω νόμου ορίζεται ότι "Με την επιφύλαξη των παραγράφων 3 και 4 του παρόντος άρθρου, κάθε παραπομπή στον αναγκαστικό νόμο 2039/1939 ή γενικά στη νομοθεσία περί Εθνικών κληροδοτημάτων νοείται από την έναρξη ισχύος του παρόντος κώδικα ότι γίνεται στις αντίστοιχες διατάξεις του".

Τέλος το άρθρο 82 παρ. 1 ν. 4182/2013, ορίζει τα εξής: Μεταβατικές και καταργούμενες διατάξεις. 1. Όπου δεν ορίζεται διαφορετικά, οι διατάξεις του Κώδικα εφαρμόζονται και στις κοινωφελείς περιουσίες που υφίστανται κατά την έναρξη ισχύος του, ανεξάρτητα από τον τρόπο σύστασής τους. Κοινωφελή ιδρύματα που έχουν εξαιρεθεί με ειδικές διατάξεις του α.ν. 2039/1939 εξακολουθούν να εξαιρούνται του παρόντος Κώδικα και της εποπτείας της αρμόδιας αρχής, αλλά υπέχουν σε κάθε περίπτωση υποχρέωση υποβολής προς έλεγχο του προϋπολογισμού και του απολογισμού τους, κατά τις διατάξεις του άρθρου 59.

Διαδικασίες που έχουν ήδη αρχίσει, δύνανται να ολοκληρώνονται και κατά την προϋφιστάμενη διαδικασία (όπως το τελευταίο εδάφιο αντικαταστάθηκε με την παρ. 12 του άρθρου 32 ν. 4223/2013). Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι μετά την ισχύ του ν. 4182/2013 (11-11/2013) σε δίκες κοινωφελών περιουσιών αρμόδια αρχή στην άσκηση εποπτείας επί των κοινωφελών ιδρυμάτων και περιουσιών που καταλείπονται για κοινωφελείς σκοπούς όταν ο σκοπός της περιουσίας εκπληρώνεται κατά κύριο λόγο μέσα στα όρια μιας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, ανεξαρτήτως του τόπου όπου βρίσκεται η περιουσία αποτελεί ο Γενικός Γραμματέας Αποκεντρωμένης Διοίκησης.

Σε διαδικασίες, όμως, που έχουν ήδη αρχίσει δύνανται να ολοκληρώνονται κατά την προϋφιστάμενη διαδικασία και ειδικότερα, δύναται και νομιμοποείται και ο Υπουργός Οικονομικών, ως ασκών την εποπτεία επί των κοινωφελών ιδρυμάτων και περιουσιών που καταλείπονται για κοινωφελείς σκοπούς να συνεχίσει δίκες που έχουν αρχίσει με την προϋφιστάμενη διαδικασία (ΑΠ 808/2019).

Με τα άρθρα 516 παρ. 1 και 517 ΚΠολΔ ορίζεται, αντίστοιχα, ότι "δικαίωμα έφεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στην πρωτόδικη δίκη, ο ενάγων, ο εναγόμενος..." και ότι "η έφεση απευθύνεται κατά εκείνων που ήταν διάδικοι στην πρωτόδικη δίκη ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η έφεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη".

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με εκείνες του άρθρου 68 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι νομιμοποιείται παθητικά ως εφεσίβλητος, ο αντίδικος του εκκαλούντος στην πρωτόδικη δίκη, έναντι του οποίου ο εκκαλών νικήθηκε, όχι, όμως και ο ομόδικος του εκκαλούντος, ο οποίος νικήθηκε, επίσης, στη δίκη αυτή και ο οποίος, έχοντας το ίδιο με τον εκκαλούντα έννομο συμφέρον να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνον ως ομόδικος του εκκαλούντος μπορεί να μετάσχει στην κατ` έφεση δίκη, με την άσκηση έφεσης από κοινού ή αυτοτελώς, εκτός αν, λόγω της φύσης της δίκης, ήταν δυνατή η δημιουργία αντιδικίας και μεταξύ των ομοδίκων, όπως στη δίκη διανομής ή αν η απόφαση περιέχει διάταξη βλαπτική για τον εκκαλούντα και επωφελή για τον ομόδικό του.

Τα ίδια ισχύουν και στην περίπτωση της αναγκαστικής ομοδικίας, οπότε η έφεση, κατά το εδάφ. β` του άρθρου 517 ΚΠολΔ, πρέπει μεν να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, ως ομόδικοι, όμως, κατά του συνόλου των οποίων πρέπει να απευθύνεται, με την ποινή του απαραδέκτου, η έφεση, νοούνται στην παραπάνω διάταξη οι αντίδικοι του εκκαλούντος στην πρωτόδικη δίκη και όχι και οι δικοί του αναγκαίοι στη δίκη αυτή ομόδικοι, αφού η έφεση που ασκείται από ένα των αναγκαίων ομοδίκων, θεωρείται, κατά το άρθρο 76 παρ. 4 ΚΠολΔ, ότι έχει ασκηθεί και από τους λοιπούς, οι οποίοι, με την αντίθετη εκδοχή, ότι η έφεση, δηλαδή, πρέπει να απευθύνεται και κατά των αναγκαίων ομοδίκων του εκκαλούντος στην πρωτόδικη δίκη, θα εμφανίζονταν να έχουν ταυτόχρονα την ιδιότητα και του εκκαλούντος και του εφεσίβλητου, κάτι, όμως, που είναι και λογικά και νομικά απαράδεκτο (ΑΠ 364/2018, 42/2016, 559/2009, 629/2007).

Τα ανωτέρω ισχύουν, κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ και στις σχέσεις μεταξύ προσθέτως παρεμβαίνοντος και υπέρ ου η παρέμβαση, όταν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις του προσθέτως παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, στην περίπτωση, δηλαδή, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης.

Αποφασιστικό, εξάλλου, κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς, είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, ήτοι των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειάς της στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικαίωμα άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται, όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών συνεπειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά τις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.

Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με τον υπέρ ου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται ως, κατά πλάσμα δικαίου, αναγκαίος ομόδικος με τις δικονομικές εξουσίες που του παρέχονται, χωρίς, όμως, να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 754/2019).

Περαιτέρω, αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση είναι και η, κατ` άρθρο 126 α.ν. 2039/1939 (η ισχύς του οποίου διατηρήθηκε με το άρθρο 52 αριθ. 18 ΕισΝΚΠολΔ), παρέμβαση του Υπουργού των Οικονομικών σε δίκες με αντικείμενο περιουσία που δωρήθηκε υπέρ κοινωφελούς σκοπού. Τούτο είναι σύμφωνο με την ουσία της εποπτείας που ασκεί, κατά τον παραπάνω νόμο, ο Υπουργός των Οικονομικών και η οποία έχει, προεχόντως, ως σκοπό την προστασία του δημοσίου συμφέροντος, με την άσκηση αποτελεσματικού ελέγχου στη διαχείριση των περιουσιών που καταλείπονται υπέρ των κοινωφελών ιδρυμάτων και την αποτροπή του κινδύνου αλόγιστης διάθεσης της περιουσίας τους, αλλά και την αποφυγή συμπαικτικών, μεταξύ των κυρίων διαδίκων, δικών.

Υπέρ της άποψης αυτής συνηγορεί και το γεγονός ότι με την παρ. 2 του άρθρου 126 του α.ν. 2039/1939, παρέχεται στον Υπουργό των Οικονομικών το δικαίωμα να ασκεί αυτοτελώς ένδικα μέσα και όταν ακόμη δεν παρέστη κατά τη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ανεξάρτητα, δηλαδή, από τη θέση που έλαβε το κοινωφελές ίδρυμα στην αγωγή που ασκήθηκε εναντίον του.

Εφόσον, όμως, η ισχύς της απόφασης που εκδίδεται στις παραπάνω δίκες, εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις του παρεμβαίνοντος Υπουργού προς τον αντίδικό του, αφού με την απόφαση αυτή κρίνεται υποχρεωτικά το αντικείμενο της δίκης τόσο για το κοινωφελές ίδρυμα, όσο και για τον Υπουργό των Οικονομικών που παρενέβη υπέρ αυτού, έπεται, σε συνδυασμό και με όσα ανωτέρω για την έφεση επί αναγκαστικής ομοδικίας εκτέθηκαν, ότι η έφεση που ασκείται σε απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη με αντικείμενο περιουσία που δωρήθηκε υπέρ κοινωφελούς σκοπού, από τους αντιδίκους του εκτελεστή της διαθήκης με την οποία δωρήθηκε η περιουσία υπέρ του κοινωφελούς σκοπού και στην οποία δίκη παρενέβη ο Υπουργός των Οικονομικών, ως αυτοτελώς προσθέτως παρεμβάς, πρέπει να απευθύνεται, με ποινή απαραδέκτου, καθ` όλων των ομοδίκων, που υπήρξαν αντίδικοί τους στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται και ο προσθέτως παρεμβάς Υπουργός Οικονομικών, αφού με αυτή κρίνεται υποχρεωτικά το ζήτημα της δίκης για το φορέα του κοινωφελούς σκοπού και τον υπέρ αυτού παρεμβαίνοντα Υπουργού (ΑΠ 177/2017, ΑΠ 545/2003).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του αριθ. 1 του ίδιου άρθρου, προκύπτει ότι, ως απαράδεκτο, του οποίου η, παρά το νόμο, κήρυξη ή μη κήρυξη από το δικαστήριο, ιδρύει λόγο αναίρεσης, νοείται, όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παράβασης δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη (Ολ.ΑΠ 2/2001, ΑΠ 673/2013, 450/2013).

Συνεπώς, με τον παραπάνω λόγο ελέγχεται και το παραδεκτό ή απαράδεκτο της άσκησης ενδίκου μέσου (ΑΠ 664/2018, 1290/2017, 786/2014).

Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση των κατωτέρω διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προέκυψαν τα εξής: Ο Α. Κ. με την ιδιότητα του εκτελεστού της προς το Ελληνικό Δημόσιο δωρεάς και διαθήκης της Ο. Χ., άσκησε κατά των αρχικώς αναιρεσιβλήτων την απευθυνόμενη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών από 15-3-2001 και με αρ.

καταθ. 2176/2001 αγωγή, με την οποία εκθέτοντας ότι στην Σ. Μ. εκμισθώθηκε δυνάμει του από 5-5-1995 συμφωνητικού μισθώσεως η υπ' αρ. 4 θέση σταθμεύσεως αυτοκίνητων που βρίσκεται στην …… και συγκεκριμένα στο….. επί των οδών ... και η οποία ανήκει στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, ότι μετά την πάροδο του χρόνου λήξεως της συμφωνηθείσης ως διετούς διάρκειας μισθώσεως, ήτοι μετά την 30-4-1997, αυτή κατέστη αορίστου χρόνου και ότι η ως άνω μισθώτρια δεν είχε καταβάλει τα μισθώματα του έτους 2000 μέχρι και τον μήνα Μάρτιο του έτους 2001, αν και χρησιμοποιούσε ακωλύτως το μίσθιο, κατήγγειλε τη μίσθωση και ζήτησε να διαταχθεί η αποβολή της α' των αναιρεσιβλήτων από το μίσθιο, να του αποδοθεί αυτό και να υποχρεωθούν οι εναγόμενες -η δεύτερη εκ των οποίων και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, ως έχουσα εγγυηθεί υπέρ της πρώτης για την εκτέλεση των όρων της συμβάσεως- να του καταβάλουν εις ολόκληρον εκάστη και με το νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα κάθε ειδικότερου κονδυλίου, της αγωγής, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, το ποσό των 3.167.737 δρχ. (9.296,36 ευρώ) που αντιστοιχεί στα μη καταβληθέντα μισθώματα του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, όπως αυτά είχαν κατ' έτος προσαυξηθεί κατά τη διάρκεια παρατάσεως της μισθώσεως, πλέον της αναλογίας τέλους χαρτοσήμου.

Με την από 23-4-2001 και με αρ. καταθ. 3166/2001 αγωγή του προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ο ίδιος ως άνω ενάγων ζήτησε να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητες και υπό τις προρρηθείσες ιδιότητες της μισθώτριας και εγγυήτριας, να του καταβάλουν εις ολόκληρον εκάστη και με το νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα κάθε κονδυλίου της αγωγής άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, το ποσό των 4.273.336 δρχ. (12.540,97 ευρώ), το οποίο αντιστοιχεί σε διαφορές μισθωμάτων και οφειλόμενα μισθώματα του χρονικού διαστήματος από το μήνα Μάϊο του έτους 1995 μέχρι το μήνα Νοέμβριο του έτους 1996, πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου.

Η Σ. χήρα Χ. Μ. (α' των αρχικών αναιρεσιβλήτων) με την απευθυνόμενη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών από 25-9-2001 και με αρ. καταθ. 6702/2001 αγωγή της κατά του Α. Κ., υπό την προρρηθείσα ιδιότητα του εκτελεστού της προς το Δημόσιο δωρεάς και διαθήκης της Ο. Χ., ζήτησε: α) να αναγνωρισθεί ότι η συνδέουσα αυτή και τον εναγόμενο σύμβαση μισθώσεως του ως άνω ακινήτου έληξε στις 30-4-1997 καθώς εκ του νόμου ήταν ανεπίτρεπτη η σιωπηρή παράτασή της, β) να αναγνωρισθεί ότι η οφειλόμενη από την ίδια και κατά το χρονικό διάστημα από 1-5-1997 μέχρι 31-5-1999 αποζημίωση χρήσεως (λόγω της επελθούσας λήξεως της μισθώσεως) ανερχόταν στο ποσό των 70.000 δρχ., μηνιαίως (205,42 ευρώ) και γ) επικουρικά για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα να αναπροσαρμοσθεί η αποζημίωση χρήσεως στο ποσό των 70.000 δρχ., άλλως και πλέον επικουρικά να αναπροσαρμοσθεί το μηνιαίο μίσθωμαj στο ίδιο ποσό προσαυξανόμενο για κάθε επόμενο έτος κατά ποσοστό 5% ετησίως.

Οι ανωτέρω αγωγές συνεκδικάσθηκαν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη δικάσιμο της 24-1-2002, κατά την επ' ακροατηρίω δε διαδικασία, ο Υπουργός Οικονομικών, ως ασκών εποπτεία επί των υπέρ κοινωφελούς σκοπού και ιδρυμάτων καταλιπομένων περιουσιών και δεδομένου ότι η περιουσία της Ο.

Χ., μέρος της οποίας αποτελεί το ως άνω μίσθιο ακίνητο δωρήθηκε και καταλείφθηκε στο Δημόσιο με σκοπό την ανέγερση από αυτό του Νέου Μουσείου της Ακροπόλεως και την συντήρηση των μνημείων αυτής, άσκησε κατ' άρθρο 126 του α.ν. 2039/1939 με τα δικόγραφα των από 24-1-2002 και 23-1-2002 προτάσεων, παρέμβαση υπέρ του ενάγοντος και κατά των εναγομένων της πρώτης των ως άνω αγωγών και κατά της ενάγουσας και υπέρ του εναγομένου στην τρίτη των ως άνω αγωγών, αντιστοίχως.

Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4286/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήματος Μισθώσεων) δυνάμει της οποίας απορρίφθηκε η αγωγή της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, έγιναν δεκτές οι αγωγές του Α. Κ., υποχρεώθηκε η πρώτη εναγόμενη να αποδώσει στον ενάγοντα Α. Κ. τη χρήση του επίδικου μισθίου ακινήτου και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενες να καταβάλουν εις ολόκληρον εκάστη στον ενάγοντα, το ποσό των 21.502 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την ημέρα, κατά την οποία κάθε μία από τις επί μέρους παροχές που επιδικάσθηκαν ήταν καταβλητέες.

Κατά της αποφάσεως αυτής οι αναιρεσίβλητες άσκησαν στο Εφετείο Αθηνών την από 27-3-2003 στρεφόμενη κατά του Α. Κ. και κοινοποιούμενη απλώς προς τον Υπουργό Οικονομικών έφεση, ζητώντας την εξαφάνιση, άλλως τη μεταρρύθμιση της υπ' αριθμ. 4286/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την εν συνεχεία παραδοχή της αγωγής της Σ.

Μ. και απόρριψη των αγωγών του Α. Κ.. Κατά τη συζήτηση της εφέσεως αυτής ο Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών, με την προρρηθείσα ιδιότητα του εποπτεύοντος τις υπέρ του Κράτους και κοινωφελών σκοπών ή ιδρυμάτων καταλιπόμενες περιουσίες, άσκησε με τις από 6-10-2003 προτάσεις του (άρθρ. 126 α.ν. 2039/1939) αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του εφεσίβλητου και κατά των εκκαλουσών.

Ειδικότερα, με την παρέμβαση αυτή υποστηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η έφεση ήταν απαράδεκτη, κατ' άρθρο 517 Κ.Πολ.Δ., επειδή δεν στρεφόταν κατά του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος υπήρξε στην δίκη ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αναγκαίος ομόδικος του εκτελεστή Α. Κ., έχοντας ασκήσει υπέρ αυτού αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 του Κ.ΠολΔ.

Επί της εφέσεως και παρεμβάσεως εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 978/2004 απόφαση με την οποία το Εφετείο Αθηνών αφού έκρινε ότι η έφεση ασκήθηκε παραδεκτώς και ότι είναι βάσιμη, δέχθηκε αυτήν, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και ακολούθως, συνεκδικάζοντας τις από 15-3-2001, 23-4-2001 και 25-9-2001 αγωγές και την πρωτοδίκως ασκηθείσα παρέμβαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, απέρριψε το αίτημα της από 15-3-2001 αγωγής περί αποδόσεως του μισθίου, δέχθηκε εν μέρει τις από 15-3-2001 και από 23-4-2001 αγωγές του Α.

Κ. υποχρεώνοντας τις αναιρεσίβλητες να του καταβάλουν εις ολόκληρον εκάστη, για κάθε μία από αυτές (αγωγές) το ποσό των 5.315,48 ευρω και 8.521,50 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της κάθε αγωγής, αντιστοίχως και δέχθηκε εν μέρει την από 25-9-2001 αγωγή της Σ. Μ., αναγνωρίζοντας ότι η σύμβαση μισθώσεως του ως άνω ακινήτου έληξε στις 30-4-1997.

Με την εν λόγω απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι "Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό κρίση έφεση των εκκαλουσών - εναγομένων... προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 4236/2002 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών... Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ο Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών παρέστη και άσκησε με τις προτάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 126 παρ. 1 του α.ν. 2039/1939, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του εφεσίβλητου - ενάγοντος - εναγομένου Α.

Κ., δικηγόρου, ως εκτελεστού της προς το Ελληνικό Δημόσιο δωρεάς και διαθήκης της Ο. Χ...., ζητώντας την παραδοχή των αγωγών του ενάγοντος εκτελεστή και την απόρριψη της κατ' αυτού ασκηθείσας αγωγής της πρώτης εναγομένης. Με την πρόσθετη αυτή παρέμβαση ο Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών παρενέβη για να υποστηρίξει τον εκτελεστή στην ανοιγείσα με τις αντίθετες αγωγές αυτού και των εκκαλουσών - εναγομένων - πρώτης ενάγουσας δίκη, γι' αυτό και η παρέμβαση αυτή, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην αρχή της παρούσας, ήταν απλή και όχι αυτοτελής κατά την έννοια του άρθρου 83 ΚΠολΔ.

Συνεπώς η έφεση των εκκαλουσών - εναγομένων - αντιθέτως πρώτης ενάγουσας δεν ήταν απαραίτητο να απευθυνθεί και κατά του πρωτοδίκως προσθέτως παρεμβάντος υπέρ του αντιδίκου τους εφεσίβλητου ενάγοντος - εναγομένου εκτελεστή...". Ακολούθως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η προκείμενη έφεση ασκήθηκε παραδεκτώς και εξέτασε αυτήν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, δεχόμενο αυτήν, σύμφωνα με όσα πιο πάνω εκτέθηκαν. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε ότι η έφεση δεν ήταν απαραίτητο να απευθυνθεί και κατά του πρωτοδίκως προσθέτως παρεμβάντος υπέρ του εκτελεστή της προς το δημόσιο δωρεάς και διαθήκης της Ο. Χ., υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών του οποίου η παρέμβαση είχε το χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης και ως εκ τούτου ήταν αναγκαίος ομόδικος του υπερ ού η παρέμβαση και έπρεπε η έφεση να στραφεί και κατ' αυτού διαφορετικά έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Συνεπώς έσφαλε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κρίνοντας ότι η έφεση ασκήθηκε παραδεκτώς και κατέστη εκ του λόγου αυτού αναιρετέα κατ' άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, πρέπει δε αφού γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος αναίρεσης να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθούν στους αναιρεσίβλητους που χάνουν τη δίκη (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, κατ' εφαρμογή του άρθρου 22 § 1 Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ' αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 και οι οποίες ισχύουν και όταν η δίκη αποβαίνει υπέρ του Δημοσίου (ΑΠ 693/2018,, ΑΠ 436/2001), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται την από 9-1-2007 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 978/2004 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Αναιρεί την υπ' αριθμό 978/2004 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, προς περαιτέρω εκδίκαση. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Απριλίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ