Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to lack of valid summons of absent co-defendant.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the single-member court of appeal's decision regarding a property dispute. The appellant argued the lower court erred in rejecting claims of abuse of process and failure to consider specific facts, but the court found these arguments inadmissible. The decision rests on the procedural defect that the absent co-defendant did not validly expedite the hearing, rendering the appeal procedurally invalid.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 108, 110, 498, 568, 576, 576 of the Code of Civil Procedure; If a co-defendant fails to appear or fails to expedite the hearing validly, the appeal is inadmissible if the validity of their absence cannot be established.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 68 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 68/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Μ. του Ν., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φραγκίσκο Κοτσώνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Ε. συζύγου Κ. Γ., κατοίκου …, με την ιδιότητά της ως διαχειρίστριας των μονάδων ΜΓ και ΜΔ του οικισμού ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-3-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πολυγύρου Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 134/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 1563/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-9-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108,110 παρ. 2,498 παρ.1,568 παρ.1και 2, και 576 παρ1-2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιός από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αν μεν τη συζήτηση την επέσπευσε ο απολειπόμενος διάδικος εγκύρως, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεώς της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιός διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολειπομένου διαδίκου, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (Ολ.ΑΠ 8/2018,1695/2017).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδαφ.β και γ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδαφ. β ΚΠολΔ αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που έχει οριστεί.
Κλήση του διαδίκου στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής λόγω αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος, κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο, διάδικος είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί για να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και την μη εναντίωση του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο.
Διαφορετικά η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπομένου κατ' αυτή διαδίκου (ΑΠ 354/2011,ΑΠ 12/2011). Περαιτέρω με το άρθρο 74 παρ. 2 του νόμου 4690/2020 ορίστηκαν τα εξής "2.Σε περίπτωση που η συζήτηση της υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και με οποιαδήποτε διαδικασία ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής, δηλαδή μέχρι και τις 31-5-2020, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του δικαστή, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο και κατά προτεραιότητα εντός του χρονικού διαστήματος από 1-7-2020 έως 15-7-2020 ή από 1-9-2020 έως 15-9-2020.
Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στο δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα.
Mε την προαναφερόμενη διάταξη προβλέπεται ο αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός της συζήτησης των υποθέσεων που ματαιώθηκαν κατά το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω της πανδημίας του κορωνοιού COVID-19,πλην όμως, σε περίπτωση ερημοδικίας, κάποιου διαδίκου, κατά την ορισθείσα νέα δικάσιμο, προκειμένου να ισχύσει η με πρωτοβουλία του γραμματέα εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, ως κλήτευση κατ' αυτή του απολειπομένου διαδίκου, απαιτείται ως προϋπόθεση ο εν λόγω διάδικος είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω της αναστολής.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την 4666Ζ/24-1-2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Κ. Β., που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, προκύπτει, ότι αυτός, που επέσπευσε τη συζήτηση της υπό κρίση από 26-9-2018 αίτησης για αναίρεση της με αριθμό 1563/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (διαδικασία περιουσιακών διαφορών), επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του προαναφερομένου δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Α2 Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου 8 στη δικάσιμο της 16-3-2020, κατά την οποία η αναιρεσίβλητη κλήθηκε να παραστεί (άρθρα 122 παρ.1, 123, 126 παρ. 1 περ.α, 128 παρ.4, 129 παρ.2, 230 παρ.2,498 παρ.1 και 2, 568 ΚΠολΔ).
Κατά τη δικάσιμο αυτή, η συζήτηση ματαιώθηκε λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, επαναπροσδιορίστηκε δε αυτή αυτεπαγγέλτως κατά την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο με πράξη του προέδρου του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ.2 του ν.4690/2020.
Όμως, κατά την ως άνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, όπως αυτό προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού και γι' αυτό, αφού η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο με πρωτοβουλία του γραμματέα επέχει θέση κλητεύσεως όλων των διαδίκων, πρέπει να δικαστεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η 1563/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και με την οποία έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσία η από 17-10-2017 έφεση που άσκησε ο αναιρεσείων και αφού εξαφάνισε την 134/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, δικάζοντας επί της από 15-3-2017 αγωγής της αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος, δέχθηκε αυτήν εν μέρει ως βάσιμη και κατ' ουσία, υποχρεώνοντας το δεύτερο (εναγόμενο) να καταβάλει στην πρώτη (ενάγουσα), υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστριας του αναφερομένου οικιστικού συγκροτήματος, το ποσό των 10.860 ευρώ, ως αποζημίωση των συνιδιοκτητών, για τη ζημία που υπέστησαν από την παράνομη και υπαίτια πράξη αυτού καθώς και να επαναφέρει κοινόχρηστο ντούζ στην αρχική του θέση και να παραλείπει κάθε περαιτέρω προσβολή των δικαιωμάτων της ένωσης των συνιδιοκτητών στο μέλλον. Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 499 και 564 παρ.3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 62 ΚΠολΔ έχουν την ικανότητα να είναι διάδικοι και ενώσεις προσώπων που επιδιώκουν κάποιο σκοπό, χωρίς να είναι σωματεία. Οι ενώσεις αυτές, σύμφωνα με το άρθρο 64 παρ. 3 ίδιου Κώδικα, αν και δεν έχουν νομική προσωπικότητα, παρίστανται στο δικαστήριο με τα πρόσωπα στα οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των υποθέσεών τους.
Εξάλλου, το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του ν. 3741/1929, ορίζει ότι "1) Επιτρέπεται εις τους συνιδιοκτήτας ίνα δι` ιδιαιτέρας συμφωνίας, εις ην είναι απαραίτητος η κοινή πάντων συναίνεσις, κανονίσωσι τα της συνιδιοκτησίας δικαιώματα και υποχρεώσεις, να καθορίσωσι γενικάς συνελεύσεις και να δώσωσιν εις καθορισμένη πλειοψηφία δυναμένην να μεταβληθεί αναλόγως της σοβαρότητος των ληφθησομένων αποφάσεων, το δικαίωμα να λαμβάνει εν τω κοινώ συμφέροντι, πάσαν απόφασιν σχετικήν με την συντήρισιν, βελτίωσιν και χρήσιν των κοινών μερών της οικίας. 2) Οι συνιδιοκτήται δύνανται, εν ελλείψει παντός κανονισμού κατά τα ανωτέρω και δια παμψηφίας να ορίσωσιν ένα διαχειριστήν παρέχοντες αυτώ δικαιώματα διαχειρίσεως τα πλέον εκτεταμένα, συμπεριλαμβανομένων των της εκτελέσεως των εργασιών της συντηρήσεως, της κατανομής των δαπανών και βαρών και της επ` ονόματί του επί δικαστηρίων παραστάσεως είτε ως εναγομένου είτε ως ενάγοντος".
Επομένως, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του ως άνω νόμου οι συνιδιοκτήτες πολυώροφης οικοδομής, με συμφωνία, για την οποία είναι απαραίτητη η συναίνεση όλων, μπορούν να ορίσουν ένα πρόσωπο ως διαχειριστή της οικοδομής, επίσης μπορούν με τον κανονισμό της πολυκατοικίας να καθορίσουν πώς θα διορίζεται ο διαχειριστής αυτός, (πότε, για ποιο διάστημα, με ποια πλειοψηφία).
Ο διοριζόμενος διαχειριστής της πολυκατοικίας, ως εντολοδόχος των συνιδιοκτητών, τους εκπροσωπεί ενώπιον παντός δικαστηρίου, παριστάμενος ως ενάγων ή εναγόμενος για υποθέσεις που σχετίζονται με τη διαχείριση της πολυκατοικίας, δυνάμενος να εναγάγει συνιδιοκτήτη ή να εναχθεί απ` αυτόν για κάθε διαφορά από τη σχέση της συνιδιοκτησίας.
Η τυχόν ακυρότητα, εξαιτίας ελαττώματος, της απόφασης της γενικής συνέλευσης των συνιδιοκτητών για την εκλογή διαχειριστή πρέπει να προσβάλλεται, κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 101 ΑΚ, με αγωγή μέσα στην αποσβεστική προθεσμία των έξι (6) μηνών από την απόφαση της συνέλευσης.( ΑΠ 532/2019, 791/2009). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις (ΑΠ 1223/2015, ΑΠ 659/2015).
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).
Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).
Ο έλεγχος συνίσταται στο αν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτή διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές στη μείζονα πρόταση.
Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο (ΟλΑΠ 25/2008). Ποια πρόσωπα είναι οι φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής. Εκείνος που εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο δικαιούχος, νομιμοποιείται κατ` αρχήν ως ενάγων (ΑΠ 723/2014).
Επειδή, λοιπόν, το ουσιαστικό δίκαιο καθορίζει το αντικείμενο της έννομης σχέσης αλλά και τους φορείς, η νομιμοποίηση του διαδίκου αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας, η τυχόν δε εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ζήτημα νομιμοποίησης κάποιου διαδίκου σημαίνει ότι το σφάλμα αυτό οφείλεται σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και συνεπώς ο αναιρετικός έλεγχος της κατά κανόνα νομιμοποίησης, γίνεται με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 18/2005, ΑΠ 1679/2018, ΑΠ 1958/2017).
Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 KΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).
Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον, όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις, στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 130/2009, ΑΠ 1438/2009).
Επιπλέον, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του KΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του KΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Εξ άλλου ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 13/1995) είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1530/2001, ΑΠ 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 864/ 2003, ΑΠ 1072-3/2005), θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 12/2000, ΟλΑΠ 2/2001) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 881/1988).
Ειδικότερα αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
Επομένως δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο (ΑΠ 867/1988), αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (ΟλΑΠ 2/1989, ΟλΑΠ 14/2004) ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας (ΑΠ 1058/1998) και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 1274/1994, ΑΠ 140/2006, AΠ 857/2007), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό, όμως τον απέρριψε, ρητά ή και σιωπηρά (ΑΠ 839/2010), για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 448/1996, ΑΠ 1668/2005). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 KΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, πού στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται:
α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 KΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΑΠ 114/2009).
Συνεπώς, ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1401/2008).
Έτσι, αν ο αναιρεσείων είχε νικηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, μόνο με λόγο έφεσης (κύριο ή πρόσθετο) μπορούσε να γίνει. Αν δεν προβλήθηκε σχετικός λόγος έφεσης με βάση τους ισχυρισμούς αυτούς και το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση, δεν μπορεί να θεμελιωθεί` λόγος αναίρεσης που περιέχει αιτιάσεις για την απόρριψη των ισχυρισμών, οι οποίοι δεν είχαν επαναφερθεί νόμιμα στο Εφετείο (ΑΠ 683/2005).
Το γεγονός δε ότι ο σχετικός ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι ναι μεν η εφαρμογή του νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημόσιας τάξης, αφού στην έννοια της δημόσιας τάξης περιλαμβάνονται οι κανόνες, με τους οποίους η πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές και κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα γενική περί δικαίου συνείδηση (ΑΠ 1401/2008, ΑΠ 164/2021).
Επίσης, το γεγονός ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις ανωτέρω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του KΠολΔ. (ΑΠ 89/2005, ΑΠ 1851/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, Α) με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά τα ειδικότερα σκέλη αυτού, προβάλλεται, 1) η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη τους προβληθέντες από τον εναγόμενο-αναιρεσείοντα πρωτοδίκως και επαναφερθέντες ενώπιόν του με τον πρώτο λόγο εφέσεως, αυτοτελείς ισχυρισμούς και συγκεκριμένα α) περί αοριστίας του δικογράφου της ένδικης αγωγής, ως προς τη βάση αυτής από την αδικοπραξία και β) περί απαραδέκτου της αγωγής, λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως της ενάγουσας, η οποία δεν είχε την ιδιότητα της ''νόμιμα εκλεγμένης'' διαχειρίστριας στην άσκηση της υπό κρίση κατ' αυτού αγωγής, 2) η από τον αριθμό 1 του αυτού άρθρου, αιτίαση ότι το Εφετείο, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του νόμου 3741/1929, έκρινε ότι με νόμιμη και υποστατή απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των ιδιοκτητών του αναφερομένου συγκροτήματος κατοικιών, ορίστηκε διαχειρίστρια της ομάδας των συνιδιοκτητών και επομένως νομιμοποιείτο ενεργητικά στην άσκηση της κατ' αυτού αγωγής, ενώ αυτή (απόφαση) είναι άκυρη και ανυπόστατη, για τους εκτιθέμενους λόγους, 3) η από τον αριθμό 14 του αυτού ως άνω άρθρου, αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη, ως αόριστη, την ένδικη αγωγή, κατά το περί αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας κεφάλαιο, εξαιτίας της μη επαρκούς έκθεσης σ' αυτήν των στοιχείων που κατά νόμο (άρθρο 914 ΑΚ) είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος αυτής.
Β) με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ και με ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ''διατύπωσε αποφθεγματικά την κρίση του περί παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς, χωρίς να ορίζει ούτε το παράνομο ούτε τα στοιχεία της υπαιτιότητας και έτσι ήχθη στο εσφαλμένο σε βάρος μου αποτέλεσμα με το να κρίνει εν μέρει βάσιμη και κατ' ουσία την ένδικη αγωγή''.
Επί του προκειμένου, αρχικά, ως προς τον πρώτο λόγο αναιρέσεως και κατά τα πρώτο και τρίτο σκέλη αυτού, λεκτέα τα ακόλουθα: ο λόγος αυτός κατ' αμφότερα τα σκέλη του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, μολονότι είναι αναγκαίο για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού της αναίρεσης καθώς και του παραδεκτού προβολής των αναφερομένων σ' αυτούς αυτοτελών ισχυρισμών στο δικαστήριο της ουσίας ( άρθρα 562 παρ.2, 527, 591 παρ.1, 256 παρ.1 στοιχ.
δ ΚΠολΔ) δεν προσκομίζονται, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, οι προτάσεις του αναιρεσείοντος και το δικόγραφο της εφέσεως, και, ως εκ τούτου, είναι αδύνατο να διακριβωθεί, αν προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και επαναφέρθηκαν με νόμιμο τρόπο (με τον επικαλούμενο λόγο εφέσεως) στο Εφετείο, ώστε να ελεγχθεί και η μη τυχόν λήψη υπόψη από το Εφετείο (ΑΠ 366/2020).
Άλλωστε, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφαση, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, περί απαραδέκτου της αγωγής λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως της ενάγουσας στην άσκηση της ένδικης αγωγής ως διαχειρίστριας, λήφθηκε υπόψη και απερρίφθη κατ' ουσία, όπως κατωτέρω θα αναφερθεί ειδικότερα. Περαιτέρω, το Εφετείο, σχετικά με την έρευνα των ως άνω λόγων αναιρέσεως, υπό αρίθμηση Α2 και Β, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στην περίπτωση που πρόκειται, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οι οποίες περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, που λαμβάνονται υπόψη κάθε μία χωριστά και σε συνδυασμό μεταξύ τους αλλά και με τις υπόλοιπες αποδείξεις, αναλόγως της γνώσης και της αξιοπιστίας του καθενός, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν και νόμιμα επικαλούνται οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων η με αρ. 2732/13-6-2017 ένορκη βεβαίωση που προσκομίζεται από την ενάγουσα, η οποία δόθηκε ενώπιον της Ειρηνοδίκου Θεσσαλονίκης, κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του εναγομένου (βλ.
με αρ. 10848/8-7-2017έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Ξ. Α.) καθώς και η με αρ. 932/7-3-2018 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης μετά από νόμιμη κλήτευση του εναγόμενου - εκκαλούντος με την από γνωστοποίηση μαρτύρων - πρόσκληση που επιδόθηκε στις 2-3- 2018 (βλ. τη με αρ. 11.288 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Ξ.
Α.) αλλά και οι με αρ.819/28-2-2018 ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης επίσης, μετά από νόμιμη κλήτευση της ενάγουσας, με την από 22-2-2018 γνωστοποίηση μαρτύρων - πρόσκληση που επιδόθηκε σε αυτήν (βλ. με αρ. 11.145Β' έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Β.
Στεφανή) που νομίμως λαμβάνονται υπόψη αν και δόθηκαν μετά την έκδοση της εκκαλουμένης (βλ. σχετ. ΑΠ.771/2010, 66/2007, 280/2000, ΕΔυτ.Μακ.70/2008, Νόμος), καθώς και οι προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται (άρθρ. 444 αρ. 3, 448 παρ. 2, 457 παρ. 4, 591 παρ. 1 του ΚΠολΔ. - βλ.ΑΠ. 1286/2003, ΝΟΜΟΣ) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Επί οικοπέδου εμβαδού 1.020 τμ., που ευρίσκεται στον οικισμό "..." της άλλοτε Κοινότητος και ήδη Δήμου ..., έχει ανεγερθεί συγκρότημα κατοικιών, με δύο μονάδες με στοιχεία ΜΓ και ΜΔ, κάθε μία από τις οποίες περιλαμβάνει τρεις (3) κατοικίες, από τις οποίες η με αρ. 2 οικία-μεζονέτα της ΜΓ μονάδας περιήλθε με ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου αυτής στο όλο οικόπεδο και τους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους μέρη και εγκαταστάσεις της όλης οικοδομής 166,67% κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στον πρώτο εναγόμενο (βλ.
με αρ. 86685/2001 και 88799/2002 συμβόλαια πώλησης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ι.Μπιλίση-Χρουσαλά, που μεταγράφηκαν νόμιμα). Στις ανωτέρω οικοδομές δεν έχει συνταχθεί κανονισμός ούτε υπάρχει ειδική συμφωνία μεταξύ των συνιδιοκτητών σχετικά με τον τρόπο χρήσης των διαιρεμένων ιδιοκτησιών και αδιαίρετων μερών της οικοδομής και έτσι καθένας από τους ιδιοκτήτες των έξι (6) κατοικιών δικαιούται σε απόλυτη χρήση της ανεξάρτητης ιδιοκτησίας του αλλά και των κοινών μερών της οικοδομής, υπό τον όρο να μη βλάπτει τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών, να μη μεταβάλλει το συνήθη προορισμό αυτών και να μην παραβλάπτει τη χρήση άλλων συνιδιοκτητών και την ασφάλεια του οικοδομήματος.
Ελλείψει σχετικού κανονισμού δε συμφωνήθηκαν ειδικές ρυθμίσεις για τη χρήση του περιβάλλοντος χώρου από τον κάθε συνιδιοκτήτη, αλλά καθένας από αυτούς δικαιούται να κάνει χρήση σύμφωνα με τον προορισμό των ιδιοκτησιών, ανάλογα με τη χρήση και το σκοπό τους, που είναι για όλους παραθεριστικός, χωρίς να παραβλάπτει όμως τη χρήση αυτού από τους λοιπούς.
Στις 18-8-2015 (βλ. με ίδια ημερομηνία έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό) συγκλήθηκε έκτακτη γενική συνέλευση των συνιδιοκτητών του ανωτέρω συγκροτήματος, που εκπροσωπούν συνολικό ποσοστό 703,35%. Ειδικότερα, συμμετείχαν σε αυτήν οι: Κ. Γ. και Ε. συζ. Γ., συγκύριοι σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας της με αρ. 1 οικίας-μεζονέτας ΜΓ μονάδας, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο και τους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους μέρη και εγκαταστάσεις της οικοδομής 166,67%, η Μ.Γ., ιδιοκτήτρια της με αρ. 3 οικίας-μεζονέτας ΜΓ μονάδας, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο και τους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους μέρη και εγκαταστάσεις της οικοδομής 166,67%, ο Η.
Ρ., ιδιοκτήτης της με αρ. 1 οικίας-μεζονέτας ΜΔ μονάδας, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο και τους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους μέρη και εγκαταστάσεις της οικοδομής 166,67%, η Α.Κ., ιδιοκτήτρια της με αρ. 2 οικίας-μεζονέτας ΜΔ μονάδας, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο και τους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους μέρη και εγκαταστάσεις της οικοδομής 166,67% και ο Ο.Ν.
Ρ., ιδιοκτήτης της με αρ. 3 οικίας-μεζονέτας ΜΔ μονάδας, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο και τους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους μέρη και εγκαταστάσεις της οικοδομής 36,67 %. Όλα τα ανωτέρω πραγματικά αυτά περιστατικά δεν αμφισβητούνται από τους διαδίκους. Κατά τη συνεδρίαση αυτή, κατόπιν ομόφωνης μεταξύ των παρόντων ληφθείσας απόφασης, ορίστηκε ως διαχειρίστρια του όλου συγκροτήματος η Ε.
Γ., εξουσιοδοτούμενη ρητά να απευθυνθεί σε πληρεξούσιο δικηγόρο προκειμένου να προβεί στην άσκηση της κρινόμενης αγωγής. Επομένως, η ανωτέρω είναι νόμιμα εκλεγμένη διαχειρίστρια της ένωσης συνιδιοκτητών του προαναφερόμενου συγκροτήματος, έχουσα εκλεγεί με την προαναφερόμενη πλειοψηφία των 703,35 %, με απόφαση της Γ.Σ.
αυτών που έλαβε χώρα στις 18-8-2015, η οποία και είναι έγκυρη, καθώς ο εναγόμενος δεν επικαλείται και δεν αποδεικνύει ότι την προσέβαλε, έχοντας προς τούτο έννομο συμφέρον, καθώς δε συμμετείχε, σε αυτήν, εντός της εξάμηνης αποκλειστικής προθεσμίας του άρθρου 101 ΑΚ. Πρέπει δε στο σημείο αυτό να διευκρινισθεί ότι δεν είναι αυτοδικαίως άκυρη και συνεπώς ανυπόστατη η ανωτέρω απόφαση, όπως αβασίμως διατείνεται ο τελευταίος, ώστε να μην υπάρχει έδαφος εφαρμογής του άρθρου 101 ΑΚ, καθώς φέρει τα εξωτερικά γνωρίσματα απόφασης (έγγραφη κατάρτιση, υπογραμμένη από όλους τους παριστάμενους-μέλη της συνιδιοκτησίας) που εκδόθηκε σε εφαρμογή της ανήκουσας στη γενική συνέλευση αυτής εξουσία, μη εμφανίζουσα αντίθεση με απαγορευτικό νόμο ή γενικά νόμο δημόσιας τάξης (όπως 281 ΑΚ) ή τα χρηστά ήθη από την άποψη του περιεχομένου της εκφρασθείσας με αυτές δικαιοπρακτικής βούλησης κατά τα άρθρα 174 και 178 ΑΚ.
Άλλωστε, από το γεγονός και μόνον ότι ο εναγόμενος- εκκαλών δεν κλήθηκε να παραστεί κατά την ανωτέρω ημερομηνία στη γενική συνέλευση κατά τη λήψη της προαναφερόμενης απόφασης, δεν προσάπτεται ελάττωμα στο κύρος αυτής, καθώς ούτως ή άλλως, ο ανωτέρω δε θα είχε δικαίωμα ψήφου, εφόσον η απόφαση αφορούσε στην έγερση αγωγής της συνιδιοκτησίας κατ' αυτού, κατ' αρθρ. 98 ΑΚ.
αναλογικά επίσης εφαρμοζομένου, στην κρινόμενη περίπτωση. Συνακόλουθα, έχει νόμιμα ανατεθεί στην ενάγουσα η διαχείριση των συμφερόντων της ένδικης ένωσης συνιδιοκτητών, η οποία ως ένωση προσώπων, έχει την ικανότητα διαδίκου, κατ' αρθρ. 62 εδ.β' Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 64 παρ.3 Κ.Πολ.Δ., επομένως είναι και φορέας των κατ' ιδίαν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συνιδιοκτητών που την αποτελούν, με αποτέλεσμα να νομιμοποιείται ενεργητικά προς άσκηση της κρινόμενης αγωγής, εκπροσωπούμενη από την πρώτη ως φυσικό πρόσωπο, απορριπτομένου μετά ταύτα, του περί του αντιθέτου πρώτου λόγου έφεσης, ως αβάσιμου κατ' ουσίαν.
Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι στον ακάλυπτο χώρο του όλου οικοπέδου, που περιβάλλει τις προαναφερόμενες έξι οικίες και είναι κοινόκτητος, είχαν από ετών φυτευθεί και ευδοκιμούσαν δέντρα και φυτά, άλλα μεν από τα οποία παρείχαν σκίαση και δροσιά στους αυλιζόμενους συνιδιοκτήτες του συγκροτήματος, απολύτως απαραίτητες κατά τους θερινούς κυρίως μήνες, αλλά και συγκρατούσαν οι ρίζες τους κάποια από τα όμβρια ύδατα, ώστε να μην πλημμυρίζουν τα υπόγεια των κατοικιών αυτού, ακόμη και λειτουργούσαν ως ένα είδος ηχομόνωσης από τα γύρω από αυτό συγκροτήματα κατοικιών, άλλα δε συνέβαλαν απλώς στην καλαισθησία του χώρου.
Παρά ταύτα, ο εναγόμενος, μετά λίγο καιρό από την εγκατάστασή του ως αγοραστής-συνιδιοκτήτης με τη σύζυγό του της προαναφερόμενης μεζονέτας του συγκροτήματος και συγκεκριμένα από το έτος 2004 και μετά, άρχισε παράνομα και υπαίτια, χωρίς προηγούμενη ενημέρωση της ένωσης των συνιδιοκτητών ή έστω κάποιων εξ αυτών μεμονωμένα, προκειμένου να ληφθεί προηγουμένως σχετική σύμφωνη απόφαση, να κόβει αυτά σταδιακά, αφήνοντας μόνον τους κορμούς των, ενώ χρησιμοποιούσε την ξυλεία που συγκέντρωνε από τους κομμένους κορμούς των δέντρων, ως καύσιμη ύλη για τις δικές του ανάγκες.
Συγκεκριμένα, έκοψε τα παρακάτω δέντρα και φυτά, τα οποία στο σύνολό τους είχαν φυτευθεί σε χρόνο πέραν των δέκα ετών πριν από την κοπή, αξίας, λαμβανομένων υπόψη του είδους, του μεγέθους και της ηλικίας του καθενός, αντίστοιχα: 1) δύο λεμονοκυπάρισσα, ηλικίας άνω των 15 ετών, αξίας καθενός 300 ευρώ και συνολικά 600 ευρώ, 2) δύο μεγάλα πεύκα, αξίας καθενός 300 ευρώ και συνολικά 600 ευρώ,3) 5 μεγάλες ελιές, αξίας καθεμιάς 800 ευρώ και συνολικά 4000 ευρώ, 4) ένα γιούκα, αξίας 50 ευρώ, 5) δύο μεγάλες φλαμουριές, αξίας της κάθε μιας (λόγω της παλαιότητος- ηλικίας άνω των 20 ετών) 500 ευρώ και συνολικά 1.000 ευρώ, 6) 7 οπωροφόρα δέντρα (μία μεγάλη ροδακινιά, μία μεγάλη μανταρινιά, μία μεγάλη μηλιά, μια μεγάλη βερικοκιά, δύο μεγάλες ροδιές, μία μεγάλη κοντούλα αχλαδιά) αξίας της κάθε μιας (λόγω της παλαιότητος- ηλικίας άνω των 15 ετών) 150 ευρώ και συνολικά 1050 ευρώ 7) 2 μεγάλες συκιές, αξίας 50 ευρώ της κάθε μιας και συνολικά 100 ευρώ 8) τρεις κληματαριές αξίας 300 ευρώ της κάθε μιας και συνολικά 900 ευρώ 9) μια μεγάλη κερασιά, αξίας 500 ευρώ 10) 24 μεγάλες τριανταφυλλιές, ηλικίας άνω των 10 ετών, αξίας της κάθε μιας 40 ευρώ και συνολικά 960 ευρώ 11) μια πασχαλιά αξίας 100 ευρώ, συνολικής επομένως αξίας 9.860 ευρώ, δεκτού επομένως ως προς το σημείο τούτο του σχετικού με την αξία αυτών λόγου έφεσης ως ουσιαστικά βάσιμου.
Ο εναγόμενος αρνείται βέβαια, ότι ο ίδιος έκοβε όλα τα ανωτέρω δέντρα και φυτά, πλην όμως ο ισχυρισμός του αυτός δεν πείθει και το παρόν Δικαστήριο, το οποίο άγεται στην κρίση αυτή από τη συνεκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και κυρίως τις προσκομιζόμενες από την ενάγουσα φωτογραφίες, αλλά και την αντίφαση προς αυτόν που εμπεριέχει η δήλωσή του ότι προέβη στην κοπή σε εφαρμογή προγενέστερης ομόφωνης απόφασης των συνιδιοκτητών (η ύπαρξη της οποίας άλλωστε δεν αποδείχθηκε) λόγω παλαιότητος των δέντρων, οι ρίζες των οποίων κατέστρεφαν τα περιμετρικά τοιχεία.
Αν εξάλλου, ευσταθούσε ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός του, θα έπρεπε να προβεί επιλεκτικά στην κοπή όσων επιφανόριζων δέντρων "σήκωναν" αυτά τα τοιχεία και όχι αδιακρίτως και μάλιστα όλων των δέντρων, που εξυπηρετούν στη σκίαση και τη δροσιά των λοιπών αυτοτελών ιδιοκτησιών (οικιών), αφήνοντας ανέπαφη μόνον τη δική του, θεωρώντας ότι η συνολική εναπομένουσα κάλυψη με πράσινο στο όλο οικόπεδο υπερβαίνει το μέσο όρο κάλυψης άλλων οικοπέδων, όπως οι μάρτυρές του καταθέτουν.
Ο ίδιος παραδέχεται ότι από τα ανωτέρω δέντρα έκοψε μόνον τα δύο λεμονοκυπάρισσα, τη μία φλαμουριά και τη μια συκιά, τα μεν πρώτα είτε διότι είχαν προσβληθεί από αρρώστια, είτε ήταν παλαιό και εμπόδιζαν την πρόσβαση στην οικία του, τη δε συκιά διότι πάσχει από αλλεργία στο πιο πάνω φυτό. Πλην όμως ο ισχυρισμός του αυτός δεν αναιρεί το παράνομο των αυτόβουλων ενεργειών του, αφού δεν προηγήθηκε κάποια έστω ενημέρωση των συνιδιοκτητών.
Παράλληλα, δεν πείθει και το παρόν Δικαστήριο ότι έχει αλλεργία στο φυτό της συκιάς, η προσκομιζόμενη εκ μέρους του ιατρική βεβαίωση της ειδικής παθολόγου Ε. Ρ., στην οποία αναφέρεται ότι πάσχει από χρόνιο αλλεργικό άσθμα με δερματική αλλεργική αντίδραση όταν εκτεθεί σε αλλεργιογόνα και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, όταν μάλιστα δεν προέβη στην κοπή της μιας συκιάς αποκλειστικά.
Από όλα τα ανωτέρω, αποδειχθέντα, συνάγεται σαφώς ότι πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο ισχυρισμός του εναγομένου, που επαναφέρει με σχετικό λόγο της έφεσής του, σύμφωνα με τον οποίον προέβη στην κοπή των πιο πάνω δέντρων και φυτών, στα πλαίσια περιποίησης και μόνον του κοινόχρηστου κήπου, χωρίς να παραβλάπτονται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των λοιπών συνιδιοκτητών ή η ασφάλεια των ιδιοκτησιών τους.
Από την πιο πάνω υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά του εναγομένου, η ένωση συνιδιοκτητών, όπως αυτή εκπροσωπείται, υπέστη, πέραν της περιουσιακής βλάβης, η οποία συνίσταται στην προαναφερόμενη θετική ζημία και ηθική βλάβη, συνιστάμενη στη μη αποτιμητή σε χρήμα ζημία που υπέστη αυτή από την προσβολή του περιουσιακού αγαθού της συγκυριότητος των κοινόκτητων χώρων και των επ' αυτού ευρισκομένων δέντρων και φυτών, που καταστράφηκαν από τον εναγόμενο -εκκαλούντα, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να υποχρεωθεί αυτός στην καταβολή εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, το ύψος της οποίας λαμβανομένων υπόψη μεταξύ άλλων του ύψους της προσβολής, της έκτασης της βλάβης, των συνθηκών υπό τις οποίες τελέστηκε η αδικοπραξία, της βαρύτητας του πταίσματος και της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των διαδίκων μερών, ανέρχεται στο ποσό των 1.000 ευρώ.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος προέβη αυτοβούλως στη μεταφορά του κοινόχρηστου ντουζ, που ευρίσκετο από κατασκευής ακόμη του συγκροτήματος από τον εργολάβο στον κοινόχρηστο χώρο της αυλής και συγκεκριμένα στο διάδρομο μεταξύ των δύο μονάδων οικιών, σε διαφορετική από την αρχική θέση, πρέπει επομένως, να υποχρεωθεί να το επανεγκαταστήσει σε αυτήν.".
Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο : 1. Ως προς το με αρίθμηση Α2 σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, ορθά δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, άσκησε παραδεκτά την ένδικη αγωγή με την ιδιότητά της ως διαχειρίστριας της ένωσης των συνιδιοκτητών του αναφερομένου συγκροτήματος κατοικιών, στο οποίο δεν είχε συνταχθεί κανονισμός, και μετά την από 18-8-2015 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των συνιδιοκτητών, η οποία αν και δεν ελήφθη με παμψηφία, όπως ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του νόμου 3742/1929, αλλά με πλειοψηφία σε ποσοστό 703,35 % των συνιδιοκτητών, ουδέποτε προσεβλήθη ως άκυρη εντός της αποσβεστικής προθεσμίας των έξι μηνών του άρθρου 101 ΑΚ και ότι συνεπώς καλύφθηκε η ελλαττωματικότητα της ανωτέρω αποφάσεως και είναι έγκυρη, με αποτέλεσμα να νομιμοποιείται ενεργητικά προς άσκηση της ένδικης αγωγής, Επομένως, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού διατάξεις, παρά τα αντιθέτως υπό του αναιρεσείοντος προβαλλόμενα και πρέπει ο λόγος αυτός κατά το προαναφερόμενο σκέλος του να απορριφθεί ως αβάσιμος. 2.
Ως προς τον με αρίθμηση Β δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ορθά δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, συγκύριος παραθεριστικής κατοικίας του αναφερομένου συγκροτήματος κατοικιών, εν γνώσει του ότι δεν είχε συνταχθεί κανονισμός γι' αυτές και ότι όφειλε κατά την υπ' αυτού χρήση και των κοινών και κοινοχρήστων μερών, όπως είναι ο περιβάλλων αυτές χώρος μετά των επ' αυτού δένδρων και φυτών, να κάνει χρήση αυτού, κατά τον προορισμό και το σκοπό του, χωρίς να παραβλάπτει τη χρήση αυτού από τους άλλους συνιδιοκτήτες, αυθαιρέτως και αυτοβούλως, χωρίς δηλαδή να έχει ληφθεί απόφαση της ένωσης των συνιδιοκτητών, ακόμη και χωρίς ενημέρωση της ένωσης των συνιδιοκτητών, αλλά και χωρίς ενημέρωση, έστω και μερικών εξ αυτών, προκειμένου να ληφθεί σχετική απόφαση, προέβη στην αποκοπή των αναφερομένων δένδρων και φυτών που υπήρχαν στον περιβάλλοντα χώρο και εκ του προορισμού των παρείχαν σκίαση στους αυλιζόμενους συνιδιοκτήτες και συγκρατούσαν τα όμβρια ύδατα για την αποφυγή πλημμυρών των υπογείων των ως άνω κατοικιών.
Επομένως, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, ως προς το στοιχείο του ``παρανόμου`` και της ``υπαιτιότητος``, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον ως άνω κανόνα δικαίου, ως προς το ζήτημα της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος - εναγομένου, παρά τα αντιθέτως υπ' αυτού προβαλλόμενα και πρέπει ο λόγος αυτός αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Με όλες τις λοιπές αιτιάσεις, ο αναιρεσείων, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 19 KΠολΔ, πλήττει απαραδέκτως την ακυρωτικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 εδ. γ` KΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα υποστατά και, αναλόγως, έγκυρα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους, είτε για άμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 1614/2017).
Δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Δεν αναιρείται η λήψη των επίδικων αποδεικτικών μέσων από τη μη ειδική αναφορά τους, μολονότι στην απόφαση μνημονεύονται ιδιαίτερα ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 455/2014, ΑΠ 798/2010). Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.
Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 2/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αρ. 11 περ. γ` του άρθρου 559 KΠολΔ. Ειδικότερα: ότι δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο τα με τις ενώπιόν του υποβληθείσες προτάσεις προσκομισθέντα και επικληθέντα έγγραφα, κατά τη σειρά αρίθμησης του σχετικού καταλόγου, α) το με αριθμό 10 ενσωματωμένο στην αγωγή της αναιρεσίβλητης πρόχειρο σχεδιάγραμμα με επικολλημένες φωτογραφίες στις θέσεις που προέβαλε ότι υπάρχοντα δέντρα είχαν κοπεί, β) με αριθμό 11 σαράντα (40) φωτογραφίες που απεικόνιζαν την κατάσταση των δένδρων και φυτών με ημερομηνία λήψης Οκτώβριο 2017 και γ) με αριθμό 12 τριάντα τέσσερις (34) φωτογραφίες λήψεως του έτους 2016.
Από τη βεβαίωση όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο σχημάτισε τη δικανική του πεποίθηση " από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων.....σε συνδυασμό και με τις υπόλοιπες αποδείξεις...από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν και νόμιμα επικαλούνται οι διάδικοι...καθώς και τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται...", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο και τις αιτιολογίες της απόφασης που προαναφέρθηκαν, καθίσταται απολύτως βέβαιο και δεν καταλείπεται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα επικαλούμενα, φερόμενα ως αγνοηθέντα, έγγραφα, αλλά κατέληξε σε αντίθετο με τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος αποδεικτικό πόρισμα, συνεκτιμώντας αυτά ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 KΠολΔ, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, που μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση του (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα).
Επομένως, ο παραπάνω λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 281 AK, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη δε η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο από αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ ΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 7/2002, ΟλΑΠ 8/2001, ΑΠ 126/2019). Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως, αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 47/21, ΑΠ 399/2020, ΑΠ 218/2020). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του KΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε, ως αβάσιμη κατ' ουσία, την ένστασή του εκ του άρθρου 281 ΑΚ, περί καταχρηστικής ασκήσεως της σε βάρος του αγωγής, εκθέτων ειδικότερα : " Με τις έγγραφες προτάσεις μας ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με σχετική δήλωση του πληρεξουσίου μας δικηγόρου που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου πρακτικά συνεδριάσεως, προέβαλα την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος κατά το άρθρο 281 Α.Κ.
Με αυτοτελή λόγο εφέσεως (Σελίδες 11 και 12, 4ος λόγος εφέσεως του εισαγωγικού δικογράφου), που αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ 8 Κ.Πολ.Δ. προέβαλα βάλλαμε ότι, η σε βάρος μου αγωγή αποκρούεται σε κάθε περίπτωση κατ' εφαρμογή του άρθρου 281Α.Κ. ". Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρει, αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : " Απορριπτέος επίσης κρίνεται και από το παρόν Δικαστήριο ο ισχυρισμός τον εναγομένου, ο οποίος επαναφέρεται με το εφετήριο, ότι η κρινόμενη αγωγή ασκήθηκε λόγω κυρίως της υπάρχουσας μεταξύ αυτού και της διαχειρίστριας έντασης των σχέσεών τους και της δημιουργηθείσας εκ μέρους της εμπάθειας, εξ αιτίας των οποίων η άσκηση αυτή καθίσταται καταχρηστική, υπερβαίνουσα τα ελάχιστα όρια που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος της τελευταίας.
Και τούτο διότι, πλέον του ότι δεν πρόκειται για αγωγή που ασκήθηκε από την ίδια προσωπικά αλλά για λογαριασμό της ένωσης συνιδιοκτητών, που συμμετείχαν στην από 18-8-2015 γενική συνέλευση αυτών στο σύνολό τους (πλην φυσικά του εναγομένου και της συζύγου του), από κανένα στοιχείο της δικογραφίας - έγγραφο ή εμμάρτυρο-δεν επαληθεύεται με βεβαιότητα η κατάθεση της ενόρκως βεβαιούσας Ε.
Γ. (819/28-2-2018 εν. βεβαίωση) ότι ως ιδιοκτήτρια η πρώτη όμορης με την δική του οικία έχει επανειλημμένα δημιουργήσει προβλήματα, θορύβου ή καθαριότητος, ενώ επιζητεί ως παλιότερη στο συγκρότημα να επιβάλλει τη γνώμη της, όσον αφορά στα ζητήματα του κοινού ". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, με το να απορρίψει ως αβάσιμη κατ' ουσία την προαναφερθείσα ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, περιέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής διατάξεως που εφάρμοσε και πρέπει ο λόγος αυτός να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, και ειδικότερα ότι : " Το Εφετείο, εν προκειμένω, δεν διατυπώνει δικανική κρίση, διότι αγνοεί α) ότι κατά τις παραδοχές του, δήθεν από το έτος 2004 "άρχισα να κόβω δένδρα" και δεν λαμβάνει υπ όψη του την άσκηση της ένδικης αγωγής μετά παρέλευση 13 και πλέον ετών, κατά τήν παρέλευση των οποίων, δένδρα κομμένα από το 2004 συνέχισαν να μεγαλώνουν.
β) Δεν λαμβάνει υπ όψη του λεκτικό και μόνο περιεχόμενο του από 18-5-2015 "πρακτικού " το οποίο χαρακτηρίζει ως "ιδιωτικό συμφωνητικό"από την ανάγνωση και μόνο του οποίου, χωρίς ανάγκη άλλης αποδείξεως καθίστανται διαυγή και διάφανα τα κίνητρα ασκήσεως της ένδικης αγωγής. Από τα παραπάνω συνάγεται ευθέως ότι τα αναφερόμενα για θεμελίωση της εκ του άρθρου 281 Α.Κ.
ενστάσεως μου βάσιμα διατυπώθηκαν, με την παράθεση των πραγματικών περιστατικών που αποδείκνυαν την ουσιαστική της βασιμότητα, τα οποία ενώ συνάγονται από τα στοιχεία της δικογραφίας, όπως από την παραδεκτή επισκόπησή τους θα διαγνώσει το Δικαστήριο Σας, και βεβαιώθηκαν από την ένορκη βεβαίωση, κρίθηκαν ότι δεν ''βεβαιώθηκαν''", μολονότι δεν προσκομίζονται τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, οι κατατεθείσες προτάσεις και το δικόγραφο της εφέσεως, για τον υπό του Δικαστηρίου αυτού έλεγχο της παραδεκτής κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ προβολής στο δικαστήριο της ουσίας και ορθής επαναφοράς αυτών στο Εφετείο, ως προς τη στοιχειοθέτηση της ως άνω ενστάσεως, απαραδέκτως προβάλλονται διότι πλήτουν την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Κατόπιν όλων των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη κατ' ουσία. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-9-2018 αίτηση του Ε. Μ. του Ν., για αναίρεση της 1563/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση της αναίρεσης παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ