Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
675/2013 KI-generiert

Supreme Court allows counterclaim dismissal reversal due to lack of identity between parties in insurance liability case.

Geschäftsnummer 675/2013
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Teilweise gutgeheissen (Partially Allowed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision to dismiss the insurer's counterclaim. The insurer argued that the counterclaim was inadmissible because the defendants lacked the specific identity required to be sued as heirs of the deceased driver. The Court found the lower courts erred in applying procedural law regarding the identity of parties and the admissibility of the counterclaim. Consequently, the decision dismissing the counterclaim was reversed, and the case was remitted for further trial.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 34 and 268 of the Code of Civil Procedure; A counterclaim is inadmissible if the identity of the parties between the main suit and the counterclaim is lacking, requiring the plaintiff to file a separate action instead.

Schlagwörter

KI-generiert
counterclaim admissibility identity of parties insurance liability heir status Code of Civil Procedure procedural defect remittal for retrial

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 34 and 268 of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
Supreme Court Case 7/2006
Supreme Court Case 4/2005

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 675 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 675/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ERGO A.A.E.Z" πρώην " VICTORIA Α.Α.Ε.Ζ.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημήτρη Κρεμεζή και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Λ. Γ. του Γ. και 2. Φ. Γ. συζ. Λ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Βασίλειου Κούρτη και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-10-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1504/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-5-2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 26-2-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τετάρτου λόγου της από 30-5-2012 αιτήσεως αναιρέσεως, την απόρριψη των λοιπών λόγων και την αναίρεση της υπ' αριθ. 1504/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος της μόνο που έκρινε απορριπτέα ως απαράδεκτη την ανταγωγή και την ένσταση συμψηφισμού που κατά τα εις το σκεπτικό άσκησε η αναιρεσείουσα στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επανέφερε και στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Περαιτέρω, κατ' άρθρο 2 παρ. 2 ΠΔ 264/1991, που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς τις διατάξεις της οδηγίας 84/5 ΕΟΚ (Ε.Ε.) για την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών - μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων και αντικατέστησε την παράγραφο 2 του άρθρου 6 του ΠΔ 237/1989 "η ασφαλιστική κάλυψη πρέπει να περιλαμβάνει την έναντι τρίτων αστική ευθύνη εξαιτίας θανάτωσης ή σωματικής βλάβης ή ζημιών σε πράγματα, στην οποία περιλαμβάνεται και η χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη ή ηθική βλάβη, καθώς και την αστική ευθύνη λόγω θανάτωσης ή σωματικών βλαβών έναντι των μελών της οικογένειας του ασφαλισμένου οδηγού ή κάθε άλλου προσώπου, του οποίου η αστική ευθύνη καλύπτεται σύμφωνα με την πρώτη παράγραφο, ανεξάρτητα από το δεσμό συγγενείας".

Κατά δε το άρθρο 4 του ίδιου ΠΔ 264/1991 που τροποποίησε και αντικατέστησε το άρθρο 7 του ΠΔ 237/1986, "δεν θεωρούνται τρίτοι κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 2 παράγραφος 1 και του άρθρου 6 παρ. 2: α) Ο οδηγός του αυτοκινήτου που προξένησε τη ζημία, β) κάθε πρόσωπο του οποίου η ευθύνη καλύπτεται από τη σύμβαση ασφάλισης, γ) εκείνος ο οποίος έχει καταρτίσει μετά του ασφαλιστή την ασφαλιστική σύμβαση, δ) οι νόμιμοι εκπρόσωποι νομικού προσώπου που είναι ασφαλισμένο ή εταιρείας που δεν έχει αποκτήσει νομική προσωπικότητα" (84/5/ΕΟΚ αριθμ. 3).

Έτσι θεωρούνται τρίτοι και έχουν ευθεία αξίωση αποζημιώσεως κατά της ασφαλιστικής εταιρείας και οι συγγενείς του οδηγού του αυτοκινήτου που προξένησε τη ζημία ή του προσώπου του οποίου η ευθύνη καλύπτεται με τη σύμβαση ασφαλίσεως ή έχει καταρτίσει με τον ασφαλιστή την ασφαλιστική σύμβαση (άρθρα 10 παράγραφος 1 ΠΔ 237/1986).

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι η ως άνω ασφάλιση γίνεται για να καλύψει την αστική ευθύνη των ασφαλισμένων προσώπων έναντι των τρίτων που ζημιώνονται και ότι τα πρόσωπα τα οποία ο νόμος θεωρεί τρίτους έχουν αξίωση αποζημιώσεως, την οποία ακριβώς καλύπτει η σύμβαση ασφαλίσεως (ΑΠ 790/2010 και 637/2010).

Με το ως άνω άρθρο 4 του ΠΔ 264/1991 με το οποίο τροποποιήθηκε το άρθρο 7 του Ν. 489/1976 ορίσθηκαν σε τέσσερεις οι περιπτώσεις των προσώπων που δεν θεωρούνται τρίτοι, καταργήθηκε δε η περίπτωση δ' (σύζυγοι συγγενείς οδηγού). Τούτο έγινε προς συμμόρφωση προς την υπ' αριθμ. 84/5 GEG της 30.12.1983 σχετική οδηγία της ΕΟΚ, στην οποία αναφέρεται ότι "τα μέλη της οικογένειας του ασφαλισμένου του οδηγού ή κάθε άλλου προσώπου το οποίο φέρει σε περίπτωση ατυχήματος την αστική ευθύνη δεν μπορούν να αποκλεισθούν λόγω του δεσμού της συγγενείας από το δικαίωμα ασφάλισης για σωματικές βλάβες του".

Έτσι έπαυσαν τα πρόσωπα αυτά (μέλη οικογενείας του οδηγού) να μη θεωρούνται τρίτοι και διαμορφώθηκε η παράγραφος 2 του άρθρου 6 όπως ήδη ισχύει, δηλαδή με την περικοπή ότι η ασφαλιστική κάλυψη πρέπει να περιλαμβάνει ... "και την αστική ευθύνη λόγω θανάτωσης ή σωματικών βλαβών έναντι των μελών της οικογενείας του ασφαλισμένου οδηγού".

Ενόψει τούτων και οι συγγενείς του οδηγούντος το ζημιογόνο αυτοκίνητο είναι τρίτοι και ως τέτοιοι σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του Ν. 489/1976 σε περίπτωση θανατώσεως ή σωματικής βλάβης αυτών η ασφαλιστική κάλυψη αυτών περιλαμβάνει και την χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική, οδύνη, η οποία συνεπεία θανάτου αυτών δύναται να επιδικασθεί στην οικογένεια τους κατά το άρθρο 932 ΑΚ.

Το ότι δεν επανέλαβε ο νομοθέτης στην εκτεθείσα περικοπή (η οποία αναφέρεται στους συγγενείς του οδηγού), ότι στην αστική ευθύνη περιλαμβάνεται και η χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, όπως το πράττει στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 6 παρ. 2, δεν είχε σκοπό να αποκλείσει για τα πρόσωπα αυτά, μέλη της οικογένειας του οδηγού, την χρηματική ικανοποίηση, αλλά τούτο και δεν θα εδικαιολογείτο, αφού και τα πρόσωπα αυτά θεωρούνται ήδη τρίτοι και ακριβώς το τελευταίο τούτο θέλησε να τονίσει ώστε να παύσουν τα πρόσωπα αυτά των μελών της οικογένειας του οδηγού να μη θεωρούνται τρίτοι (βλέπε ΑΠ 924/2004), και επομένως δικαιούνται ν' αξιώσουν από την ασφαλιστική εταιρεία χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.

Εξάλλου, κατά την αληθή έννοια της διατάξεως του άρθρου 932 εδ. γ' του ΑΚ, που απορρέει από τον σκοπό της θεσπίσεως της, στην οικογένεια του θύματος, στην οποία το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι συγγενείς του θανατωθέντος και στενώς συνδεόμενοι μ' αυτόν, που δοκιμάστηκαν ψυχικά από την απώλεια του (άλλωστε προς ανακούφιση του ηθικού πόνου τους στοχεύει το παρεχόμενο με τη διάταξη αυτή εύλογο ποσό), ενώ είναι αδιάφορο αν συζούσαν μαζί του ή διέμεναν χωριστά. Υπό την έννοια αυτή μεταξύ των προσώπων τούτων, εκτός του/της συζύγου και των εξ αίματος συγγενών κατ' ευθείαν γραμμή και εκ πλαγίου έως και δευτέρου βαθμού, περιλαμβάνονται και οι αγχιστείας πρώτου βαθμού (πεθερός, πεθερά, γαμβρός, νύφη του θύματος) (Ολ.ΑΠ 21/2000, 762/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση με την υπό κρίση αγωγή τους οι γονείς του υπαιτίου οδηγού του με αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, και ήδη αναιρεσίβλητου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους υλικές ζημίες και σωματικές βλάβες στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "VICTORIA AAEZ" και ήδη αναιρεσείουσα ζήτησαν χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης τους, ως συγγενείς των επιβαινουσών στο αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο υπαίτιος υιός τους, Κ.

Σ. (νύφη τους, συζύγου του υπαιτίου οδηγού) και Φ. Γ. (εγγονής τους, κόρης του υπαιτίου οδηγού) και το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, ότι είναι τρίτοι και περιλαμβάνονται στην οικογένεια του θύματος και επεδίκασε σ' αυτούς χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης για την θανατωθείσα νύφη τους και εγγονή τους.

Σύμφωνα δε και με όσα αναφέρονται στην ανωτέρω μείζονα σκέψη οι ως άνω ενάγοντες θεωρούνται ότι είναι τρίτοι και ανήκουν στην οικογένεια των θανουσών και ως μέλη της οικογένειας αυτών περιλαμβάνονται στην έννοια των τρίτων ως προς τους οποίους εκτείνεται η αστική ευθύνη του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου που καλύπτεται από την ως άνω αναφερόμενη ασφαλιστική σύμβαση και συνεπώς δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, κατ' άρθρο 932 ΑΚ.

Το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως αβάσιμη την ένσταση για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως των αναιρεσιβλήτων ως εναγόντων για την άσκηση της αγωγικής αξιώσεως, που προέβαλε η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "VICTORIA 1 ΑΑΕΖ" στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και την οποία επανέφερε και στο Εφετείο με τον πρώτο λόγο εφέσεως της ορθά εφάρμοσε και δεν παρεβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 932 ΑΚ και 6 παρ.2 και 7 του ν. 489/1976 όπως ισχύουν μετά την τροποποίηση και συμπλήρωσή τους με το Π.Δ/γμα 264/1991 και τα όσα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με το πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το ένα μέρος του υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα.

ΙΙ. Με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε. Έτσι, παρέπεται, ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως μη νόμιμη ή αόριστη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους (Ολ.ΑΠ 44/1990).

Συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ. πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το άλλο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες έκρινε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως των αναιρεσιβλήτων ως μη νόμιμο και τον απέρριψε είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.

ΙΙΙ. Εφ' όσον η προσβαλλόμενη απόφαση έχει δύο ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς η κάθε μία το διατακτικό της, εφ' όσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται τελεσφόρως και λυσιτελώς με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θ' απορριφθεί ως αλυσιτελής κατ' αρθ. 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ όσο απευθύνεται κατά της μίας εκ των δύο αιτιολογιών, εφ' όσον η μη πληττόμενη τελεσφόρως αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης (Ολ.ΑΠ 25/1994).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο κατά την απόρριψη της προαναφερθείσας ένστασης της αναιρεσείουσας για έλλειψη νομιμοποιήσεως των αναιρεσιβλήτων ως εναγουσών, περιέλαβε και τις ακόλουθες συμπληρωματικές αιτιολογίες: "Εξάλλου πρέπει ν' αναφερθεί ότι στην από 20.6.2007 και με αριθμ.

καταθ. 6014/26.6.2007 αγωγή των γονέων και αδελφών των ως άνω αναφερόμενων θανουσών, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3242/2008 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου που δέχθηκε ότι οι γονείς της θανούσας (Κ. Σ.) πρώτος και δεύτερη ενάγουσα μ' αυτή, αδελφές της ως άνω θανούσας, τρίτη και τέταρτη ενάγουσα στην ως άνω αγωγή, εγγονής της πέμπτης και νύφης του έκτου και της έβδομης ενάγουσας στην ως άνω αγωγή και παππούς και γιαγιά, οι δύο πρώτοι ως και ο έκτος και έβδομη και δισέγγονη της πέμπτης ενάγουσας μ' αυτή (την αγωγή), της θανούσας (Φ.

Γ.) είναι τρίτοι και επιδίκασε σ' αυτούς τ' αναφερόμενα σ' αυτούς ποσά για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, γιατί και αυτοί περιλαμβάνονται στην οικογένεια των ως άνω θανουσών με την έννοια των τρίτων, ως προς τους οποίους εκτείνεται η αστική ευθύνη του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, που καλύπτεται με την επικαλούμενη ασφαλιστική σύμβαση.

Μάλιστα η ως άνω οριστική απόφαση (3242/2008) του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έχει καταστεί τελεσίδικη, αφού η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα την έχει αποδεχθεί και έχει καταβάλει τα επιδικασθέντα ποσά μ' αυτή στους ενάγοντες της ως άνω αγωγής (βλέπε την από 2.10.2008 απόδειξη αυτής), όπως η ίδια στο δικόγραφο της εφέσεως της συνομολογεί και ειδικότερα στον έκτο λόγο εφέσεως της με αριθμ. 5.1 σελίδα 17 αυτής".

Με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου από τους αριθ. 8, 10, 11 και 20 του αρθ. 559 του Κ.Πολ.Δ αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες αντίστοιχα: ότι το Εφετείο με τις πιο πάνω αιτιολογίες δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που δεν προτάθηκαν, αλλά και πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, αλλά και ύστερα από παραμόρφωση εγγράφου, χωρίς να λάβει υπόψη άλλα αποδεικτικά μέσα. Ο λόγος αυτός στηρίζει το βασικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν είναι τρίτοι για να δικαιούνται της ένδικης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, γιατί δεν επέβαιναν στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο γαμβρός τους. Η ορθή όμως κατά νόμο επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης που αναφέρθηκε στην προηγούμενη παράγραφο της παρούσας για τη νομική βασιμότητα της αξιώσεως των αναιρεσιβλήτων στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και δεν πλήττεται με το αναιρετήριο με κανένα άλλο λόγο και, επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης κρίνεται αλυσιτελής και απορριπτέος.

IV. Το Δικαστήριο της ουσίας, στα πλαίσια της διακριτικής εξουσίας που έχει από το άρθρο 932 ΑΚ, μπορεί να καθορίσει το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης του δικαιούχου, με βάση τους οικείους προσδιοριστικούς παράγοντες, όπως είναι το πταίσμα του υπόχρεου, το συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου, η κοινωνική και η περιουσιακή κατάσταση των μερών.

Ο προσδιορισμός, από το δικαστήριο της ουσίας, του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεις, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί αναφέρεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης (Ολ.ΑΠ 13/2002, 8/2005).

H αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το ένα μέρος της επικαλούμενη τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, προβάλλει ότι το Εφετείο με το να επιδικάσει στους αναιρεσίβλητους ποσό 40.000 ευρώ σε καθένα για το θάνατο της νύφης τους και ποσό 20.000 ευρώ για το θάνατο της εγγονής τους και συνολικά 120.000 ευρώ λόγω χρηματικής ικανοποίησης ψυχικής οδύνης παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 914 και 932 ΑΚ.

Έτσι όμως, υπό την επίκληση της παραβίασης των άνω ουσιαστικών διατάξεων, προσβάλλεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, σχετικά με τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης και συνεπώς ο λόγος αυτός κατά το αντίστοιχο μέρος του είναι προεχόντως απαράδεκτος.

V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 599, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας αποδείξεων: "Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι θανατωθείσες Κ. Σ. και Φ. Γ., νύφη και εγγονή των εναγόντων αντίστοιχα, ήταν αλβανικής υπηκοότητας και ζούσαν στην Ελλάδα από το έτος 2003 περίπου μαζί με τον Α.

Γ., σύζυγο και πατέρα τους αντίστοιχα (βλ. την υπ' αριθμ. 19/3.1.2003 βεβαίωση του Δήμου Αχαρνών). Οι πρώτος και δεύτερη των εναγόντων ήδη αναιρεσίβλητοι πεθερός και πεθερά αντίστοιχα της Κ. Σ. και παππούς και γιαγιά της ανήλικης Φ. Γ., είναι αλβανοί πολίτες (βλ. το υπ' αριθμ. .../26.2.2007 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Ληξιάρχου Ελμπασάν Αλβανίας που προσκομίζεται σε επίσημη μετάφραση από την αλβανική στην ελληνική γλώσσα) και ζουν στην Αλβανία, διατηρούσαν δε σχέσεις στοργής και αγάπης με τις θανατωθείσες και λόγω του αιφνίδιου και βίαιου θανάτου τους, δοκίμασαν βαθύτατο πόνο και θλίψη και ως εκ τούτου προς απάλυνση της ψυχικής οδύνης, την οποία υπέστη έκαστος και προς ψυχική παρηγοριά και ανακούφιση δικαιούνται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης.

Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες του ατυχήματος, την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, το βαθμό συγγένειας των εναγόντων με τις θανατωθείσες και την εντεύθεν ψυχική οδύνη που υπέστησαν για τον αδόκητο θάνατο των συγγενικών τους προσώπων, την ηλικία αυτών (27 ετών η νύφη και 7 ετών η εγγονή τους κατά το χρόνο του ατυχήματος) και την καλή κατάσταση της υγείας τους, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων, εκτός της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, κρίνει ότι πρέπει να επιδικαστούν στους ενάγοντες τα ακόλουθα ποσά:

α) στον πρώτο των εναγόντων για το θάνατο της νύφης του το ποσό των 40.000 ευρώ και για το θάνατο της εγγονής του το ποσό των 20.000 ευρώ και β) στη δεύτερη των εναγόντων για το θάνατο της νύφης της το ποσό των 40.000 ευρώ και για το θάνατο της εγγονής της το ποσό των 20.000 ευρώ, οι οποίοι κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, περιλαμβάνονται στην "οικογένεια" των θανουσών και ως μέλη της οικογένειας αυτών περιλαμβάνοντα στην έννοια των "τρίτων" ως προς τους οποίους εκτείνεται η αστική ευθύνη του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου που καλύπτεται με την επικαλούμενη ασφαλιστική σύμβαση και συνεπώς δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης κατ' άρθρο 932 Α.Κ., απορριπτόμενης ως αβασίμου της ενστάσεως περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης αυτών για την άσκηση της αγωγικής αξιώσεως που προέβαλε η εναγόμενη ασφαλιστική στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και την οποία επαναφέρει και στο παρόν Δικαστήριο με τον πέμπτο λόγο εφέσεως της, ο οποίος και πρέπει ν' απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος".

To Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή που είχαν ασκήσει οι αναιρεσίβλητοι ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, την εφαρμοσθείσα ως άνω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, καθόσον με τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το Εφετείο στα πλαίσια της διακριτικής εξουσίας που έχει από το άρθρο 932 ΑΚ, καθόρισε στα προαναφερθέντα ποσά το ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης για τους ως άνω αναφερόμενους ενάγοντες, με βάση τους οικείους προσδιοριστικούς παράγοντες, όπως ήταν η ηλικία των θυμάτων (27 ετών η νύφη και 7 ετών η εγγονή), η καλή κατάσταση της υγείας αυτών, το πταίσμα του υπόχρεου και η κοινωνική και περιουσιακή κατάσταση των φυσικών διαδίκων μερών, ενώ η κατοικία των αναιρεσιβλήτων εναγόντων σε διαφορετικό μέρος από εκείνο των συγγενών τους που σκοτώθηκαν στο ένδικο ατύχημα (Ελλάδα και Αλβανία αντίστοιχα) δεν αποστερούσε από τους αναιρεσιβλήτους την ένδικη αξίωση.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 932 του ΑΚ, την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει, η αναιρεσείουσα με το τρίτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το άλλο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα. Εξάλλου, o ίδιος τρίτος λόγος της αναίρεσης κατά την σ' αυτόν περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα περί του μεγέθους της χρηματικής ικανοποιήσεως που εδικαιούντο οι αναιρεσίβλητοι και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορούσαν ν' ασκήσουν τις αντίστοιχες αξιώσεις και τα αντίστοιχα επιχειρήματα, των αναιρεσιβλήτων και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, και βρίσκονται κατά την αναιρεσείουσα σε αντίθεση:

α)με το ότι η τυπική συγγενική σχέση δεν μπορεί ν' αποτελέσει βάση για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, β)η ιδιότητα του μέλους της οικογενείας δεν επιβάλλει αναγκαία την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, γ)ο δεσμός της συγγένειας εξ αγχιστείας είναι επίκτητος και διαρρηκτός και εξαρτάται από τις εκάστοτε περιστάσεις, δ)δεν προσδιορίστηκε στην απόφαση η ηλικία των αναιρεσιβλήτων είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις προαναφερθείσες παραδοχές της με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

VI. Τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (Κ.Πολ.Δ. 336 παρ. 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (Κ.Πολ.Δ. 559 αριθ. 1) (Ολ.Α.Π. 8/2005). Κατά δε το άρθρο 559 αριθ.1 περ. β' του Κ.Πολ.Δ., η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας, που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτόν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, που για να είναι ορισμένος θα πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το Δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 120/2004), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το άλλο μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 β' του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο για να προσδιορίσει τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, παραβίασε τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 932 του ΑΚ, με την υπαγωγή σ' αυτό του διδάγματος της κοινής πείρας ότι "κύριος σκοπός της χρηματικής ικανοποίησης είναι η κτήση περιουσιακών αγαθών με τα οποία θα καταστεί δυνατή η ηθική παρηγορία και ψυχική ανακούφιση και ότι τα επιδικασθέντα ποσά με βάση τα οικονομικά δεδομένα της Αλβανίας αντιστοιχούν σε αξία στο οχταπλάσιο των ιδίων ποσών στην Ελλάδα". Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, γιατί η αναιρεσείουσα υπό το πρόσχημα της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρ.932 του ΑΚ) μέσω της χρησιμοποίησης του πιο πάνω διδάγματος της κοινής πείρας για τη διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών, πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων.

VII. Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 10 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 772/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα της υπόθεσης (με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα) σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, με το οποίο, μεταξύ άλλων, δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι διατηρούσαν σχέση στοργής και αγάπης με τις θανατωθείσες και λόγω του αιφνίδιου και βίαιου θανάτου τους δοκίμασαν βαθύτατο πόνο και θλίψη. Επομένως, το Εφετείο δεν δέχθηκε παρά τo νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ο εκ του άρθρου 559 αριθ.10 του ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το άλλο μέρος του κρίνεται αβάσιμος.

VIII. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε η δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 34 και 268 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η ανταγωγή ως μέσον υπεράσπισης του εναγομένου έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα σε σχέση με την αγωγή, με αυτήν εισάγεται ιδιαίτερο αντικείμενο προς δικαστική διάγνωση και θεμελιώνεται νέα έννομη σχέση δίκης, η οποία συνεκδικάζεται υποχρεωτικά με τη δίκη επί της αγωγής. Από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει, ότι αναγκαία διαδικαστική προϋπόθεση που απαιτείται για την παραδεκτή άσκηση της ανταγωγής είναι η ταυτότητα των διαδίκων αυτής και της αγωγής. Η ταυτότητα αυτή διατηρείται αδιάφορο αν πρωτοτύπως ή παραγώγως απέκτησε ο εναγόμενος το δικαίωμα ή αν πρωτοτύπως η κατά κληρονομική διαδοχή ανέλαβε την υποχρέωση ο ενάγων, και επομένως ως κληρονόμος ή ως κληροδόχος ή ως εκδοχέας μπορεί να αντενάγει τον ενάγοντα είτε τον τελευταίο ως αρχήθεν οφειλέτη ή ως κληρονόμο του οφειλέτη του αντενάγοντος, εφ' όσον μετά τον θάνατο του υπόχρεου το πρόσωπο του κληρονομουμένου συγχέεται με το πρόσωπο του κληρονόμου, εκτός αν συντρέχει περίπτωση σχολάζουσας κληρονομίας ή εξ απογραφής κληρονόμου.

Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τα εξής: Η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία με την τότε επωνυμία "VICTORIA ΑΑΕΖ" με προφορική δήλωση στο ακροατήριο που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και με τις από 10.3.2009 προτάσεις της στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο άσκησε ανταγωγή κατά των εναγόντων της ένδικης αγωγής και ήδη αναιρεσιβλήτων ήτοι α) του Λ.

Γ. του Γ. και β) της Φ. συζ. Λ. Γ. και ζήτησε ν' αναγνωρισθεί ότι οφείλουν να της καταβάλουν, υπό την ιδιότητα τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος οδηγού, του ασφαλισμένου σ' αυτήν αυτοκινήτου, με αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ, Α. Γ., και κατά το λόγο της κληρονομικής του μερίδας έκαστος, α) το συνολικό ποσό των 234.943 ευρώ, που κατέβαλε ως αποζημίωση στους αναφερόμενους} ειδικότερα ζημιωθέντες από το ένδικο ατύχημα και β) οποιοδήποτε ποσό υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει προς αυτούς ως ενάγοντες, της υπό κρίση αγωγής, κατά κεφάλαιο.

τόκους και δικαστικά έξοδα, με το νόμιμο τόκο από της εκ μέρους της καταβολής μέχρις εξοφλήσεως, για το λόγο ότι ο Α. Γ., οδηγός του ασφαλισμένου σ' αυτή και φερομένου ως ζημιογόνου αυτοκινήτου κατά την οδήγηση του εν λόγω οχήματος ευρίσκετο υπό την επίδραση οινοπνεύματος, περίπτωση που εξαιρείται από την ασφαλιστική κάλυψη, επικουρικώς δε κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, καθόσον αυτοί (αντεναγόμενοι) θα καταστούν αδικαιολόγητα πλουσιότεροι, σε βάρος της περιουσίας της, χωρίς νόμιμη αιτία, παράλληλα δε για τις ίδιες αξιώσεις προέβαλε και ένσταση συμψηφισμού.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την ασκηθείσα ανταγωγή και τη συναφή ένσταση συμψηφισμού ως απαράδεκτη με τις ακόλουθες αιτιολογίες: "Εν προκειμένω, οι ενάγοντες ενάγουν λόγω της επικαλούμενης συγγενικής τους σχέσης με τις θανατωθείσες και ως πρόσωπα που ανήκουν στην οικογένεια αυτών και δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης για το θάνατο τους, οπότε δεν νοείται η άσκηση σε βάρος τους ανταγωγής, υπό την ιδιότητα τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος Α.

Γ., οδηγού του ασφαλισμένου στην εναγομένη και φερομένου ως ζημιογόνου αυτοκινήτου, εκ μέρους αυτής της τελευταίας (εναγομένης), καθόσον ελλείπει η ταυτότητα των διαδίκων μεταξύ αυτής και της αγωγής που συνιστά μία εκ των διαδικαστικών προϋποθέσεων που απαιτούνται για την παραδεκτή άσκηση της ανταγωγής.

Κατόπιν τούτων και ελλείπουσας της προϋπόθεσης αυτής πρέπει η διά των προτάσεων της εναγομένης ασκηθείσα ανταγωγή να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Η εναγόμενη μπορούσε ν' ασκήσει αυτοτελή αγωγή (εξ αναγωγής) πράγμα που εν προκειμένω δεν έπραξε, αλλά άσκησε την ως άνω ανταγωγή με τις προτάσεις:

Το Πρωτοβάθμιο δε Δικαστήριο που έκρινε όμοια και απέρριψε την ανταγωγή με τις προτάσεις της, που άσκησε η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία και ήδη εκκαλούσα, στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, και λαμβάνοντας υπόψη ότι η ένταση συμψηφισμού που πρότεινε τότε και την οποία επαναφέρει και στο παρόν Δικαστήριο με τον έκτο λόγο εφέσεώς της, αναφερόταν στα ίδια κεφάλαια της αγωγής και ως τέτοια την εκτίμησε, ορθά το νόμο εφήρμοσε και ερμήνευσε και όσα αντίθετα με τον έκτο λόγο εφέσεως της η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα ισχυρίζεται κρίνονται ουσιαστικά αβάσιμα και απορριπτέα και κατ' επέκταση και ο λόγος αυτός". Έτσι που έκρινε το Εφετείο παρά το νόμο και κατά παράβαση των πιο πάνω δικονομικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 34 και 268 του ΚΠοινΔ έκρινε ως απαραδέκτως ασκηθείσα την ανταγωγή και την ένσταση συμψηφισμού της αναιρεσείουσας και επομένως τα όσα συναφώς ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αρ.14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται βάσιμα.

Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, κατά το μέρος της μόνο που έκρινε απορριπτέα, ως απαράδεκτη, την ανταγωγή και την ένσταση συμψηφισμού, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας Ασφαλιστικής Εταιρείας (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθ. 1504/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος της μόνο που έκρινε απορριπτέα ως απαράδεκτη την ανταγωγή και την ένσταση συμψηφισμού που κατά τα εις το σκεπτικό άσκησε η αναιρεσείουσα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε και στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2013

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Απριλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ