Supreme Court allows appeal against contract term dismissal due to apparent violation of good faith and acceptance of term.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal regarding a specific portion of the lower court's decision. The appellant argued that a contract term dismissing their claim was invalid due to a violation of good faith and the principle of good faith, having accepted the term for years without objection. The court found this argument valid, ruling that the term's application constituted an apparent violation of good faith, thereby overturning the lower court's dismissal of that specific claim.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 559(1) and 281 of the Civil Code; A contract term applied in a manner violating good faith and the principle of good faith constitutes an apparent violation, allowing the aggrieved party to challenge it despite prior acceptance.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVolltext
Απόφαση 674 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 674/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Κ. του Μ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κουτσούκη που ανακάλεσε την από 2/12/2020 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΦΑΓΕ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΦΑΓΕ", που εδρεύει στην Μεταμόρφωση Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασιλική Λινάρδου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/6/2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10781/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2783/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2/9/2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 2-9-2019 (8238/779/12-9-2019) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, 2783/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, επί της υπό της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης ασκηθείσας έφεσης κατά της 10781/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε απορρίψει ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, ως προς την αξίωση αυτής, δυνάμει όρου της μεταξύ τους συμβάσεως, ενώ, κατά τα λοιπά, δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσία την αγωγή. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου της έφεσης, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, καθό μέρος εξεκλήθη, ήτοι, ως προς το κεφάλαιο αυτής, που απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την οποία έκανε εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ.3 Β περ.δ', 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή, το δικαστήριο προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του (Ολ.Α.Π. 9/2001) είτε εφαρμόστηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (Ολ.Α.Π. 7/2006, Ολ.Α.Π. 4/2005).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος, για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα καθώς και η επίδραση του σφάλματος αυτού στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή, στην έννομη συνέπεια, που εσφαλμένα διαγνώστηκε ή δεν διαγνώστηκε, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων (Ολ.Α.Π. 27/2008, Ολ.Α.Π. 28/1998), καθώς και τα νομικά σφάλματα, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά και, υπό τα οποία, συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 1/1016, Ολ.Α.Π.20/2005).
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, δηλαδή, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού της συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα δικαίου που δεν εφαρμόστηκε (Ολ.Α.Π. 1/1999).
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νομική βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο (Ολ.Α.Π. 24/1992).
Η έλλειψη ή ανεπάρκεια ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν ιδρύουν τον ως άνω λόγο αναίρεσης. Τα επιχειρήματα αυτά δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε να επιδέχεται αυτή, στο πλαίσιο της ως άνω διάταξης, μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικώς τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους. Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι, κατά νόμο, αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της.
Ελλείψεις δε του νομικού συλλογισμού, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση, αιτιολόγηση του πορίσματος, που εξάγεται απ' αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.Α.Π. 15/2006, Ολ.Α.Π. 861/1984).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της, από την οποία πρέπει να προκύπτει η αποδιδόμενη σ' αυτήν νομική πλημμέλεια και όχι από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων.
Για να είναι, συνεπώς, ορισμένος ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προβάλλεται ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο ο κανόνας δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του ή τη μη εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, καθώς επίσης:
α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός ή ένσταση) και τα περιστατικά, που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει και τούτο σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ.Α.Π. 20/2005).
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογή αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 του Κ.Πολ.Δ.), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας, προφανώς εσφαλμένα, τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 651 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης είτε δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν, επίσης, ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 13/1995).
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.Α.Π. 3/1997), που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης και τα επιμέρους περιστατικά, που το συγκροτούν (Ολ.Α.Π. 25/1995), δηλαδή οι ισχυρισμοί, που, κατά το νόμο, διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ.Α.Π. 2/1989).
Θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς, που δεν λήφθηκαν υπόψη, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ.Α.Π. 2/2001, Ολ.Α.Π. 12/2000). Δεν ιδρύουν τον παραπάνω λόγο αναίρεσης οι αιτιολογημένες αρνήσεις της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (Ολ.Α.Π. 14/2004), ούτε τα νομικά επιχειρήματά τους, που, σε αντίθεση, με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουσμένου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε, έστω και εσφαλμένα, για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 12/1991), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.Α.Π. 11/1996). Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ.Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, Ολ. Α.Π. 2/2001). Στο λόγο αυτό υπάγονται τόσον οι αυτεπαγγέλτως ερευνώμενες όσον και οι κατόπιν επικλήσεως βλάβης απαγγελλόμενες ακυρότητες, κατά την έννοια των άρθρων 159-161 Κ.Πολ.Δ., που αφορούν στην παράβαση διατάξεων, οι οποίες ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων.
Για το ορισμένο του συγκεκριμένου λόγου αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το δικονομικό απαράδεκτο (ή η ακυρότητα), που κήρυξε ή δεν κήρυξε το δικαστήριο της ουσίας και συγκεκριμένα, ο δικονομικός κανόνας που παραβιάστηκε και ο τρόπος, με τον οποίο παραβιάστηκε, ήτοι τα γεγονότα, που ιδρύουν το λόγο, αν η πλημμέλεια συνίσταται σε απαράδεκτο, ακυρότητα ή έκπτωση από το δικαίωμα καθώς και αν προτάθηκε νομίμως και παραδεκτώς στο δικαστήριο της ουσίας ή ότι συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Εξάλλου, από τα άρθρα 68 και 556 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων πρέπει να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω του σφάλματος που επικαλείται. Στην περίπτωση, λοιπόν, που το διατακτικό της στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες από μία επάλληλες, κύριες ή επικουρικές αιτιολογίες οι οποίες, όμως, δεν πλήττονται όλες με την αίτηση αναιρέσεως ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά η μία από αυτές, τότε οι λόγοι αναίρεσης, που προσβάλλουν τις λοιπές, απορρίπτονται ως αλυσιτελείς, διότι το διατακτικό στηρίζεται όχι σε όλες ταυτοχρόνως τις αιτιολογίες, αλλά μόνο στη μία, πρωτίστως στην κυρία και επικουρικά στις λοιπές (Ολ.Α.Π. 25/2003).
Με τη διάταξη του άρθρου 361 του Α.Κ., που ορίζει ότι προς σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, σύμβαση, καθιερώνει τον κανόνα ότι η ιδιωτική αυτονομία μπορεί να παράγει ενοχικά δικαιώματα και υποχρεώσεις κατ' αρχήν μόνο μέσω σύμβασης και δεν αρκεί μονομερής δικαιοπραξία, αφού το να αποκτά ένα άτομο δικαιώματα και πολύ περισσότερο υποχρεώσεις, με βάση τη βούληση άλλου ατόμου και χωρίς τη δική του συναίνεση, προσκρούει στην αυτοδιάθεση και στην ισότητα των πολιτών, ως συνταγματικά κατοχυρωμένα ατομικά δικαιώματα (άρθρα 2 παρ.1, 4 παρ. 1 και 2 και 5 παρ.1 του Συντάγματος).
Άμεση συνέπεια της αρχής της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης είναι η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, που έμμεσα καθιερώνεται με την αυτή διάταξη του άρθρου 361 του Α.Κ., ως έκφραση της οικονομικής ελευθερίας, που αποτελεί και αυτή ατομική δικαίωμα, κατοχυρωμένο από το άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος (Ολ.Α.Π. 4/1998).
Ελευθερία των συμβάσεων σημαίνει α) ελευθερία του ατόμου να συνάπτει ή να μη συνάπτει σύμβαση τόσον γενικά όσο και με συγκεκριμένο πρόσωπο ως αντισυμβαλλόμενο (ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλομένου) και β) ελευθερία καθορισμού του περιεχομένου της σύμβασης. Απόρροια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων και, ιδίως, της ελευθερίας προσδιορισμού του περιεχομένου τους αποτελεί και η σύμβαση αποκλειστικής διανομής.
Η σύμβαση αυτή είναι ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, βάσει της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικώς, σε ορισμένη περιοχή, στον άλλο συμβαλλόμενο (διανομέα) τα εμπορεύματα, που έχουν συμφωνηθεί, σε σχέση με ορισμένη γεωγραφική περιοχή και τα οποία, στη συνέχεια, ο τελευταίος (διανομέας) μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο, δηλαδή, ενεργεί, ως ανεξάρτητος επαγγελματίας, διαμεσολαβητικές πράξεις στο εμπόριο.
Ωστόσο, με τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, ο διανομέας αναλαμβάνει, συνήθως, την υποχρέωση να ακολουθεί τις οδηγίες του παραγωγού, ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των πωλούμενων προϊόντων, να διαθέτει προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων, να προστατεύει τα συμφέροντα και τη φήμη του παραγωγού, να διαθέτει τα αναγκαία αποθέματα για να μην παρουσιαστούν ελλείψεις στην αγορά, διατηρώντας, με δικά του έξοδα, κατάλληλη οργάνωση και υποδομή, ενώ, εξάλλου, έχει το δικαίωμα να καθορίζει ο ίδιος τις τιμές, με τις οποίες μεταπωλεί τα προϊόντα προς τρίτους, αν και δεν αποκλείεται να έχουν συμβατικά καθοριστεί ανώτατα ή κατώτατα όρια τιμών των πωλούμενων προϊόντων.
Η έννοια, ειδικότερα, της αποκλειστικότητας στη διανομή ορισμένων προϊόντων είναι ότι ο παραγωγός αυτοδεσμεύεται με τη σχετική σύμβαση να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέα, μέσα στην περιοχή της διανομής και αντίστροφα, ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεούται, κατά κανόνα, να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα στην ίδια περιοχή.
Με τα χαρακτηριστικά αυτά, η σύμβαση της αποκλειστικής διανομής διαφοροποιείται από αυτήν του εμπορικού αντιπροσώπου, αφού, κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του π.δ/τος 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", ως εμπορικός αντιπρόσωπος χαρακτηρίζεται ο ανεξάρτητος μεσολαβητής, στον οποίο ανατίθεται σε μόνιμη βάση (για ορισμένο ή αόριστο χρόνο), έναντι αμοιβής (προμήθειας) και συνήθως για συγκεκριμένη περιοχή είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου, δηλαδή του αντιπροσωπευομένου, την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις συμβάσεις αυτές για λογαριασμό και στο όνομα του αντιπροσωπευομένου.
Δηλαδή, σε αντίθεση με τον αποκλειστικό διανομέα, που ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του, ο εμπορικός αντιπρόσωπος εκτελεί βοηθητικές εργασίες διαμεσολάβησης, στο όνομα και για λογαριασμό του ίδιου του αντιπροσωπευομένου. Συνάγεται, επομένως, ότι η τυπολογική μορφή, αλλά και η οικονομική λειτουργία της σύμβασης εμπορικής διανομής είναι διαφορετικές από αυτές της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, αφού στη σύμβαση διανομής, η διανομή των προϊόντων ανήκει στο διανομέα και όχι στον παραγωγό, ενώ στη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, τόσον η παραγωγή όσον και η διανομή των προϊόντων ανήκει στον παραγωγό, η δε δραστηριότητα του αντιπροσώπου έγκειται στη δημιουργία συμβατικής σχέσης μεταξύ του παραγωγού - πωλητή των προϊόντων και του αγοραστή.
Στη συναλλακτική πρακτική είναι δυνατό να υπάρχει καταμερισμός ευθυνών μεταξύ των δύο συμβαλλόμενων μερών (παραγωγού - διανομέα). Στην περίπτωση αυτή, πρέπει να θεωρηθεί ότι πρόκειται για σύμβαση διανομής, όταν ο αντισυμβαλλόμενος του παραγωγού αναλαμβάνει τους κύριους κινδύνους από τη σύμβαση αγοράς των προϊόντων του τελευταίου, όπως ο κίνδυνος να μην πωληθεί το προϊόν ή να πωληθεί σε χαμηλότερη τιμή από εκείνη, που υπολογίστηκε, ο κίνδυνος από την ύπαρξη σημαντικών ποσοτήτων αποθεμάτων, ο κίνδυνος αφερεγγυότητας των πελατών κ.λ.π.
Ενδιάμεσου τύπου πρόσωπο, που διαμεσολαβεί και αυτό στη λειτουργία του εμπορίου, αποτελεί ο παραγγελιοδοχικός αντιπρόσωπος, δηλαδή, το πρόσωπο, που ενεργεί τις παραπάνω πράξεις στο όνομά του, όπως και ο αποκλειστικός διανομέας, όχι όμως, για λογαριασμό του, αλλά για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, όπως ακριβώς και ο εμπορικός αντιπρόσωπος.
Τόσο η σύμβαση αποκλειστικής διανομής όσο και αυτή του παραγγελιοδοχικού αντιπροσώπου δεν ρυθμίζονται με ειδικές διατάξεις, έχουν, όμως, τα στοιχεία εντολής, οπότε το υφιστάμενο ακούσιο (γνήσιο) κενό καλύπτεται με αναλογική, κατ' αρχήν, εφαρμογή των διατάξεων του Α.Κ. για την εντολή (άρθρα 713-719). Ήδη ορίστηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 3557/2007 ότι οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ/τα 249/1993, 88/1994 και 312/1995, εφαρμόζονται αναλόγως στις συμβάσεις αντιπροσωπείας για την παροχή υπηρεσιών καθώς και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, εφόσον, στο πλαίσιο αυτών, ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή, που, κυρίως, σημαίνει ότι ακολουθεί τις οδηγίες του ως προς τις τεχνικές προώθησης των πωλήσεων και την εμφάνιση των προϊόντων, δικαιούμενος να χρησιμοποιεί τα σήματά του, αλλά και υποχρεούμενος να παρέχει σ' αυτόν πληροφορίες σχετικά με το πελατολόγιό του και τις εξελίξεις στην αγορά ευθύνης του και συγκεκριμένα οι επαγγελματίες αυτοί αναλαμβάνουν με τη σύμβαση υποχρεώσεις, ανάλογες με τις υποχρεώσεις των εμπορικών αντιπροσώπων, όπως απορρέουν από τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ.1 του π.δ/τος 219/1991, ήτοι α) να παραλείπουν ανταγωνιστικές σε βάρος του εντολέα τους πράξεις, κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά τη λήξη της σύμβασής τους, β) να τηρούν το επαγγελματικό απόρρητο, γ) να προωθούν διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του εντολέα τους στη συμβατική περιοχή ευθύνης τους, υποκείμενοι, μάλιστα, στον έλεγχό του ως προς την εξέλιξη των πωλήσεων ή αναλόγως των αγορών, δ) να διαφημίζουν τα πωλούμενα προϊόντα ακόμη και με δικές τους δαπάνες και ε) να γνωστοποιούν στον εντολέα τους το πελατολόγιό τους.
Η συνομολόγηση ακριβώς των υποχρεώσεων αυτών, που δεν είναι πάντως αναγκαίο να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά μπορούν και να παραλλάσσουν, έτσι ώστε η έλλειψη μιας απ' αυτές να καλύπτεται από την ιδιαίτερη ένταση των λοιπών, καθιστά τους παραπάνω επαγγελματίες αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εντολέα τους, αφού η εμπορική τους δραστηριότητα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό τους κίνδυνο, συνεπάγεται, εντούτοις, οφέλη αμέσως και για τον εντολέα τους, δηλαδή, αυτός δεν αντλεί οικονομικά οφέλη μόνον από την εκπλήρωση της κύριας συμβατικής τους υποχρέωσης, αλλά και από τις ως άνω ιδιαίτερες υποχρεώσεις τους, με σπουδαιότερο γι' αυτόν όφελος το ότι λαμβάνει γνώση του πελατολογίου τους, οπότε και μπορεί, μετά τη λύση της σύμβασής τους, να το χρησιμοποιήσει, μέσω άλλων επαγγελματιών και να συνεχίσει έτσι να αποκομίζει οικονομικά οφέλη.
Στις περιπτώσεις αυτές, ναι μεν δεν είναι δυνατή η ευθεία εφαρμογή των διατάξεων του π.δ/τος 219/1991 στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, όμως, με βάση πάντοτε τις αρχές της ισότητας και της καλής πίστης, ενδείκνυται και πριν από το ν. 3577/2007, η αναλογική, ολική ή μερική εφαρμογή των διατάξεών του και στις συμβάσεις αυτές και γενικότερα σε όσες διαμεσολαβητικές εμπορικές συμβάσεις εμφανίζουν τα βασικά χαρακτηριστικά της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και υπάρχει παρόμοια κατάσταση συμφερόντων, που δημιουργεί αντίστοιχη κοινοτική ανάγκη προστασίας (Ολ.Α.Π. 16/2013).
Στο πλαίσιο δε του κοινοτικού δικαίου, ο παραγγελιοδοχικός αντιπρόσωπος και ο αποκλειστικός διανομέας καθώς και άλλα πρόσωπα, που διαμεσολαβούν στο εμπόριο, κατά την πώληση προϊόντων ή την παροχή υπηρεσιών, δεν εμπίπτουν ευθέως στο πεδίο εφαρμογής των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, για το συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών, όσον αφορά στους εμπορικούς αντιπροσώπους ούτε είναι δυνατό να επιβληθεί στα κράτη μέλη η αναλογική εφαρμογή της ως άνω Οδηγίας στα λοιπά πρόσωπα αυτά, μέσω της νομολογίας του ΔΕΚ.
Εφόσον, όμως, δεν ανιχνεύεται, ούτε εξ αντιδιαστολής, στην ως άνω Οδηγία βούληση του κοινοτικού νομοθέτη να απαγορεύσει στα κράτη μέλη να θεσπίσουν παρόμοιους εθνικούς προστατευτικούς κανόνες και για τα λοιπά διαμεσολαβούντα στο εμπόριο πρόσωπα, δεν μπορεί να συναχθεί ούτε από το εθνικό νομοθέτημα που ενσωμάτωσε την Οδηγία στο εσωτερικό δίκαιο (π.δ. 219/1991), αντίστοιχου περιεχομένου βούληση του εθνικού νομοθέτη για τη μη παροχή ανάλογης προστασίας στα πρόσωπα αυτά.
Ούτε, βεβαίως, μπορεί να συναχθεί από μια απλή πράξη συμμόρφωσης προς την Οδηγία, σε εκπλήρωση κοινοτικής υποχρέωσης, παρόμοια βούληση του εθνικού νομοθέτη, με επίκληση του επιχειρήματος από τη σιωπή του νομοθετήματος, με το οποίο έγινε η ως άνω συμμόρφωση. Είναι, έτσι φανερό, ότι η νομοθετική αυτή κατάσταση σε κοινοτικό επίπεδο (που δημιουργήθηκε με την ως άνω Οδηγία) δεν εμποδίζει τον εθνικό νομοθέτη να προβλέψει, για την προστασία των λοιπών διαμεσολαβούντων στο εμπόριο προσώπων, πρόσφορους κανόνες, εμπνεόμενους από τις διατάξεις της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ, εφόσον τούτο είναι προφανώς χρήσιμο και καθόσον δεν εμποδίζεται από άλλη διάταξη του κοινοτικού δικαίου.
Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι, σε περίπτωση σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και αποκλειστικής διανομής, για μεν την πρώτη, εφαρμόζονται ευθέως, για δε τη δεύτερη αναλογικώς, οι διατάξεις του π.δ. 219/1991 (Ολ.Α.Π. 16/2013). Κατά τη διάταξη του άρθρου 178 του Α.Κ., δικαιοπραξία (μονομερής, πολυμερής, περιουσιακή ή μη) που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη, εκτός αν ο νόμος προβλέπει ιδιαίτερες συνέπειες (όπως στα άρθρα 844 επ., 939 επ.
του Α.Κ.). Ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύει το περί ηθικής συναίσθημα του κατά γενική αντίληψη χρηστού έμφρονα και υγιώς σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου, η δε αντίθεση στα χρηστά ήθη, που καθιστά άκυρη τη δικαιοπραξία κρίνεται είτε από το περιεχόμενό της είτε σε συνδυασμό με τον σκοπό και τα ελατήρια των δικαιοπρακτούντων, που τελούν σε γνώση ή σε υπαίτια άγνοια του ανήθικου περιεχομένου (Ολ.Α.Π. 398/1975).
Κατά το άρθρο 281 του Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς, κατά νόμο, να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η υπ` αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσας κατάστασης, υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.
Η ειρημένη αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες και αρκεί η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην έλασσον του για την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπόμενου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (Ολ.Α.Π. 8/2001, Ολ.Α.Π. 17/1995, Ολ.Α.Π. 62/1990).
Το δε ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει ναι αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ασκήσεως του δικαιώματός του (Ολ.Α.Π. 2/2019). Η κατάχρηση δικαιώματος, απαγορευόμενη από την ως άνω διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ., συνιστά παράβαση νόμου και άρα αποτελεί παράνομη πράξη.
Επομένως: α) εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση η άσκηση του δικαιώματος αποτελεί δικαιοπραξία ή επιδίωξη ικανοποιήσεως της έναντι του οφειλέτη απαιτήσεως του δανειστή με αναγκαστική εκτέλεση, αυτή, ως αντικείμενη σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, εφόσον δεν συνάγεται τίποτε άλλο, είναι άκυρη, β) εάν η άσκηση γίνεται με υλική ενέργεια, δικαιούται ο εντεύθεν βλαπτόμενος να ζητήσει την παύση της άσκησης και την παράλειψη αυτής στο μέλλον και γ) εάν συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις της αδικοπραξίας, η κατάχρηση γεννά υποχρέωση, κατά το άρθρο 914 του Α.Κ., σε αποζημίωση.
Από τα παραπάνω εκτεθέντα συνάγονται και τα μέσα αμύνης κατά της καταχρήσεως δικαιώματος. Έτσι ο βλαπτόμενος από την κατάχρηση δικαιώματος δύναται: 1) να εγείρει αναγνωριστική αγωγή, ζητώντας να αναγνωρισθεί ότι η δικαιοπραξία ή η επιδίωξη της ικανοποιήσεως της έναντι του οφειλέτη απαιτήσεως του δανειστή με αναγκαστική εκτέλεση είναι άκυρη ως καταχρηστική, 2) να εγείρει καταψηφιστική αγωγή, ζητώντας αποζημίωση, αν η κατάχρηση πληροί τους όρους της αδικοπραξίας και 3) να προβάλει ένσταση, αντένσταση κλπ, εφόσον τελεί σε δίκη με τον καταχρηστικώς ασκούντα το δικαίωμα (Ολ.Α.Π. 16/2006).
Στο πλαίσιο του ελεύθερου ανταγωνισμού των επιχειρήσεων, στη διάταξη του άρθρου 18α του ν. 146/1914 (προϊσχύσασα διάταξη 2α του ν. 703/1977 "περί ελέγχου μονοπωλίων και ολιγοπωλίων και προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού", που καταργήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2837/2000, προστέθηκε με το άρθρο 1 του ν. 3373/2005, καταργήθηκε με το άρθρο 1 του ν. 3784/2009 και εισήχθη ήδη με το άρθρο 29 παρ.1 του ν. 3784/2009 στο ν. 146/1914 ως αυτοτελές άρθρο 18α) ορίζεται ότι: "1.
Απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις της σχέσης οικονομικής εξάρτησης στην οποία βρίσκεται προς αυτήν ή αυτές μια επιχείρηση, η οποία κατέχει θέση πελάτη ή προμηθευτή, ακόμη και ως προς ένα ορισμένο είδος προϊόντων ή υπηρεσιών και δεν διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση.
Η καταχρηστική αυτή εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης δύναται να συνίσταται ιδίως στην επιβολή αυθαίρετων όρων συναλλαγής, στην εφαρμογή διακριτικής μεταχείρισης ή στην αιφνίδια και αδικαιολόγητη διακοπή μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων. 2. Ο οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει άρση και παράλειψη της παράβασης και αποζημίωση για οποιαδήποτε ζημία υποστεί κατά παράβαση της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, 3.
Όποιος ατομικώς ή ως εκπρόσωπος νομικού προσώπου ενεργεί κατά παράβαση του παρόντος άρθρου τιμωρείται με χρηματική ποινή...". Από τη διάταξη αυτή, αλλά και τις προϊσχύουσες νομοτυπικές μορφές της καθώς και από την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 82 της Συνθήκης της ΕΟΚ, συνάγεται ότι δεν απαγορεύεται η οικονομική εξάρτηση, αλλά μόνον η καταχρηστική εκμετάλλευσή της.
Η έννοια της καταχρηστικής συμπεριφοράς δεν ορίζεται στις ως άνω διατάξεις, που περιορίζονται στην ενδεικτική απαρίθμηση ορισμένων μορφών αυτής. Για την έννοια, επομένως, της καταχρηστικής εκμετάλλευσης, λαμβάνονται υπόψη ο σκοπός και το αντικείμενο προστασίας των εν λόγω διατάξεων, δηλαδή, η προστασία του συστήματος της οικονομίας της αγοράς καθώς και η προστασία της οικονομικής ελευθερίας των τρίτων.
Βασικές προϋποθέσεις για την υπαγωγή στην ως άνω διάταξη είναι: 1) η σχέση της οικονομικής εξάρτησης, για την οποία δεν απαιτείται απόλυτη δεσπόζουσα θέση στο σύνολο ή σε μέρος της αγοράς της χώρας, αλλά αρκεί ουσιαστικά η σχετική δεσπόζουσα θέση της μιας επιχείρησης απέναντι στην άλλη, στις μεταξύ τους κάθετες σχέσεις συνεργασίας.
Οικονομική δε εξάρτηση μιας επιχείρησης από άλλη ή άλλες επιχειρήσεις στοιχειοθετείται στην περίπτωση, που ο έμπορος, λόγω της μακρόχρονης συνεργασίας του και των επενδύσεων που έκανε στο πλαίσιο της συγκεκριμένης δραστηριότητάς του, έχει προσαρμόσει πλήρως την επιχείρησή του στις ανάγκες διάθεσης και προώθησης των προϊόντων του προμηθευτή, ώστε δεν θα μπορούσε να στραφεί σε εναλλακτικές πηγές εφοδιασμού, χωρίς να υποστεί σοβαρές οικονομικές θυσίες.
Εξαρτώμενη είναι η επιχείρηση, που δεν διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση, με την έννοια ότι δεν προσφέρονται τέτοιες λύσεις ή οι προσφερόμενες συνδέονται με σοβαρά μειονεκτήματα, δηλαδή, δεν μπορεί να προμηθεύεται προϊόντα ή υπηρεσίες από άλλη πηγή ή να προμηθεύει τα προϊόντα της σε άλλες επιχειρήσεις ή, αν μπορεί, όχι με τους ίδιους, αλλά δυσμενέστερους όρους, που θα έχουν ως αποτέλεσμα την περιέλευση της εξαρτώμενης επιχείρησης σε δυσμενή έναντι των ανταγωνιστών της θέση, αφού μειώνεται σημαντικά η ικανότητά της να ανταπεξέλθει στον ελεύθερο ανταγωνισμό, πράγμα που μπορεί να την οδηγήσει ακόμη και σε αδυναμία να συνεχίσει τη λειτουργία της και 2) η επιχείρηση, από την οποία εξαρτώνται οι άλλες, να προβαίνει σε καταχρηστική εκμετάλλευση της εν λόγω εξάρτησης, δηλαδή, να εκμεταλλεύεται την ισχύ, που της δίνει η αδυναμία της εξαρτώμενης ή των εξαρτώμενων επιχειρήσεων να διαθέτουν άλλη ισοδύναμη εναλλακτική λύση, σύμφωνα με όσα προαναφέρονται, με μέσα και πρακτικές, όπως στο ως άνω άρθρο αναφέρονται, που έχουν ως αποτέλεσμα να βλάψουν την ανταγωνιστικότητα των τελευταίων.
Η παράβαση της διάταξης αυτής συνιστά παράνομη συμπεριφορά, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 914 επ. και 919 του Α.Κ., από την οποία, αν προκλήθηκε ζημία ή ηθική βλάβη σε άλλον, δημιουργείται υποχρέωση προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ` αυτών, με ανταπόδειξη ή ένσταση.
Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που αναφέρονται σε αυτή, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος - υποχρέωσης).
Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ. 1α του ίδιου Κώδικα, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και, χωρίς την επίκληση των οποίων, δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Η επίκληση από τον ενάγοντα και η παραδοχή από το δικαστήριο για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του και νέων γεγονότων, τα οποία απλώς διασαφηνίζουν ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς ή συνιστούν μη αυτοτελή παραλλαγή της αρχικής ιστορικής αιτίας, χωρίς να αναιρούν την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος, που στηρίζει το αίτημα της αγωγής, δεν συνιστά απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής.
Η πληρότητα ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής, με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας, της ποιοτικής αοριστίας και της ποσοτικής αοριστίας.
Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ.), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα, που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, κατά νόμο, για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά, που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 14 του ίδιου ως άνω άρθρου.
Ειδικότερα, ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη. Η αοριστία του δικογράφου της αγωγής, για να θεμελιώσει λόγο αναίρεσης, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., να προτείνεται νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν αφορά στη δημόσια τάξη, ενώ, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι ο περί αοριστίας ισχυρισμός προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο τρόπος προβολής του.
Ο ισχυρισμός περί αοριστίας, προτεινόμενος ή επαναφερόμενος στο εφετείο, δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή (ή η ένσταση) είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρονται οι συγκεκριμένες αοριστίες, σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που, κατά νόμο, είναι αναγκαία για τη γένεση του ασκούμενου δικαιώματος.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση του από 27-6-2016 (40624/2828/12-7-2016) δικογράφου της αγωγής της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προκύπτει ότι εκτίθενται σ' αυτό, ως προς την ενδιαφέρουσα τον αναιρετικό έλεγχο αξίωση της ενάγουσας, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ότι η ενάγουσα, ανώνυμη εταιρεία, η οποία δραστηριοποιείται στο χώρο της παραγωγής και εμπορίας γαλακτοκομικών προϊόντων, διατηρούσε, στο πλαίσιο της εμπορικής της δραστηριότητας, εμπορική συνεργασία με τον εναγόμενο, στον οποίο πωλούσε επί πιστώσει ποσότητες των ως άνω προϊόντων της και αυτός, κατά τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα, τα μεταπωλούσε σε τρίτους, στο όνομά του και για λογαριασμό του.
Ότι, μεταξύ άλλων, είχε συμφωνήσει ότι ο εναγόμενος όφειλε να επιστρέφει στην ενάγουσα εταιρεία εμπορεύματα, τα οποία είχε αγοράσει από αυτήν και παρέμεναν στα χέρια του αδιάθετα είτε λόγω παρελεύσεως του χρόνου λήξης τους είτε λόγω επιστροφής τους από τα τελικά σημεία λιανικής πώλησής τους, εκδίδοντας προς τούτο, αντίστοιχα δελτία αποστολής επιστροφών, ενώ η ενάγουσα εξέδιδε αντίστοιχα πιστωτικά τιμολόγια, ισόποσα της αξίας τους, την οποία συμψήφιζε με το οφειλόμενο τίμημα των μελλοντικών αγορών του.
Ότι το ποσοστό των επιστροφών του εναγομένου, που συμβατικά είχε οριστεί ως επιτρεπτό προς αποπληρωμή από την ενάγουσα, δεν θα έπρεπε να υπερβαίνει το 2% του ετήσιου συνολικού τζίρου των αγορών του εναγομένου, ενώ η προσωρινή εκκαθάριση των επιστροφών και η χρέωση των υπερβάσεών του γινόταν περιοδικά ανά τρίμηνο, η δε οριστική εκκαθάριση γινόταν στο τέλος του εκάστοτε έτους, με οριστικό τρόπο υπολογισμού, βάσει του τελικού κύκλου εργασιών του εναγομένου.
Ότι, εφόσον, κατά το χρόνο αυτό, προέκυπτε οφειλή της ενάγουσας, η οφειλή αυτή συμψηφιζόταν με τυχόν πληρωμές προηγούμενων εκκαθαρίσεων εντός του έτους, άλλως, συμψηφιζόταν με μελλοντικές αγορές του εναγομένου, ως προκαταβολή επί του τιμήματος, ενώ, αν προέκυπτε υπέρβαση του ποσοστιαίου ορίου, ο εναγόμενος όφειλε να επιστρέψει τις πληρωμές, που είχαν γίνει στις προηγούμενες εκκαθαρίσεις, με την έκδοση του αντίστοιχου χρεωστικού τιμολογίου από την ενάγουσα.
Ότι, στις 25-9-2015, μετά από επιτόπιο έλεγχο που διενεργήθηκε στους αποθηκευτικούς χώρους των εγκαταστάσεων του εναγομένου, διαπιστώθηκε μεγάλη ποσότητα αδιάθετων και ήδη ληγμένων από καιρό προϊόντων της, τα οποία δεν είχαν αποσταλεί στην εταιρία και δεν είχαν απογραφεί στις περιοδικές δηλώσεις του έτους εκ μέρους του εναγομένου, παρά τα περί του αντιθέτου συμφωνηθέντα.
Ότι, μετά την αποκάλυψη αυτή, στις 29-9-2015, ο εναγόμενος απέστειλε στην ενάγουσα επιστροφές προϊόντων, αξίας 53.183,73 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, τα οποία πιστώθηκαν στο λογαριασμό του. Ότι, στις 16-10-2015, διενεργήθηκε νεότερος μηχανογραφικός έλεγχος στις αποθήκες του εναγομένου και διαπιστώθηκε ότι αυτός διέθετε και άλλη ποσότητα κρυμμένων και από καιρό ληγμένων προϊόντων της ενάγουσας στην αποθήκη του και αυτός, αυθημερόν, επέστρεψε στην ενάγουσα προϊόντα αξίας 52.545,43 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ.
Ότι, στις 27-10-2015, ο εναγόμενος επέστρεψε εκ νέου προϊόντα αξίας 14.762,42 ευρώ συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, ενώ εντός του έτους 2015 και συγκεκριμένα, στις 30-3-2015 και 29-6-2015, είχε επιστρέψει ήδη αυθορμήτως συναφή προϊόντα, αξίας 6.173,06 ευρώ και 38.391,25 ευρώ αντίστοιχα (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ). Ότι, από τη σχετική εκκαθάριση, προέκυψε ότι, κατά το έτος 2015 και μέχρι την ημέρα της οριστικής λύσης της συνεργασίας των διαδίκων, ο συνολικός τζίρος αγορών του εναγομένου ανερχόταν στο ποσό των 877.444,09 ευρώ και, συνεπώς, βάσει της μεταξύ τους συμφωνίας, το 2% των επιτρεπόμενων επιστροφών για το έτος αυτό ανέρχεται στο ποσό των (877.444,09 ευρώ χ 2%=) 17.549,42 ευρώ.
Ότι ο εναγόμενος, για το έτος αυτό, είχε επιστρέψει ποσότητα προϊόντων ποσού 151.186,87 ευρώ και, συνεπώς, προκύπτει μια διαφορά μεταξύ των επιτρεπόμενων συμβατικά επιστροφών και των πραγματικών επιστροφών, ποσού (151.186,87 ευρώ - 17.549,42 ευρώ=) 133.637,48 ευρώ (υπέρβαση ορίου καταστροφών), από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 10.691,02 ευρώ, που αντιστοιχεί στο ποσοστό 8% της προμήθειας του εναγομένου και να προστεθεί ο ΦΠΑ 9%, ποσού 11.065,18 ευρώ, με αποτέλεσμα, ο εναγόμενος να οφείλει στην ενάγουσα, για την παραπάνω αιτία, το ποσό των 134.011,64 ευρώ.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε την ανωτέρω αγωγή, κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, με τη 10781/2017 οριστική απόφασή του, την απέρριψε, ως προς την αξίωση αυτή, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας του αγωγικού δικογράφου, κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης του εναγομένου, για το λόγο ότι δεν αναφέρονται σ' αυτό ποια προϊόντα επιστράφηκαν στην ενάγουσα, κατ' είδος, ποσότητα και τιμή μονάδας, ούτε τα σχετικά δελτία αποστολής του εναγομένου καθώς και τα πιστωτικά τιμολόγια που αυτή (ενάγουσα) εξέδωσε σε σχέση με τα προϊόντα αυτά.
Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την 2783/2019 απόφασή του (προσβαλλομένη), δέχθηκε κατ' ουσία το μοναδικό λόγο έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης. Συγκεκριμένα, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης, ως προς το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο κεφάλαιο αυτής, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, καθώς αντικείμενο αυτής είναι η απαίτηση της ενάγουσας, με βάση το συμβατικό όρο, που αφορά στις επιστροφές πωληθέντων υπ' αυτής εμπορευμάτων, για το ορισμένο της οποίας απαιτείται, αλλά και αρκεί, κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔ, η αναφορά του συμβατικού αυτού όρου περί ορίου ελεύθερων για τον εναγόμενο επιστροφών, η αναφορά του συνολικού τζίρου αυτού, ο προσδιορισμός των επιτρεπόμενων αζημίως για τον εναγόμενο επιστροφών και η αξία των γενόμενων από αυτόν επιστροφών καθ' υπέρβαση του τεθέντος ορίου.
Δεν αποτελούν, όμως, στοιχεία αναγκαία για το ορισμένο της αγωγής αυτής τα συγκεκριμένα ορισμένα κατ' είδος, ποσότητα και τιμή μονάδας προϊόντα που επιστράφηκαν, τα σχετικά δελτία αποστολής του εναγομένου και τα πιστωτικά τιμολόγια που η ενάγουσα εξέδωσε για αυτά, καθόσον αντικείμενο αυτής δεν είναι οι κατ' ιδίαν συμβάσεις πώλησης και η επιστροφή των δυνάμει αυτών πωληθέντων και παραδοθέντων προϊόντων, αλλά η υπέρβαση του συμβατικού ορίου επιστροφών.
Ομοίως, δεν αποτελούν στοιχεία της αγωγής η προμήθεια του εναγομένου, την οποία αυτοβούλως αφαιρεί η ενάγουσα και η αιτία της, ο χρόνος σύναψης του συμβατικού ορίου επιστροφών, τα πιστωτικά τιμολόγια που ακυρώνονται, ο ακριβής χρόνος επιστροφής των εμπορευμάτων και η πίστωση της αξίας τους στο λογαριασμό που τηρεί η ενάγουσα για τον εναγόμενο, όπως αβάσιμα υπολαμβάνει ο εναγόμενος.
Στη συνέχεια, η προσβαλλομένη, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση, ως προς μεταβιβασθέν με την έφεση κεφάλαιο αυτής, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας επί της αγωγής της αναιρεσίβλητης, δέχθηκε ότι (η αγωγή) είναι νόμω βάσιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 361, 341, 345 και 346 του Κ.Πολ.Δ. Με βάση τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο, ορθώς κατέληξε στην κρίση ότι η αγωγή είναι ορισμένη, δοθέντος ότι παρατίθενται σ' αυτή, με επάρκεια, οι θεμελιωτικοί της αξίωσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης πραγματικοί ισχυρισμοί, ήτοι, α) τα μεταξύ των διαδίκων συμφωνηθέντα σχετικά με την υποχρέωση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος να επιστρέφει στην αναιρεσίβλητη τα προϊόντα, που είχε αγοράσει απ' αυτήν και παρέμεναν στην κατοχή του αδιάθετα, κυρίως, λόγω παρελεύσεως του χρόνου λήξης τους, ότι η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη εξέδιδε πιστωτικά τιμολόγια, ίσης αξίας με το οφειλόμενο τίμημα και τα ποσά αυτά συμψηφίζονταν με το οφειλόμενο από τον εναγόμενο-αναιρεσείοντα τίμημα μελλοντικών αγορών του, υπό τον όρο όμως, ότι το ποσοστό των επιστροφών δεν υπερέβαινε το 2% του ετήσιου τζίρου των αγορών του, ενώ για τα πέραν του ως άνω ορίου επιστρεφόμενα εμπορεύματα, αυτός (εναγόμενος - αναιρεσείων) όφειλε στην ενάγουσα-αναιρεσίβλητη το αντίστοιχο τίμημα πώλησης, β) τη συνολική αξία των επιστραφέντων, κατά το έτος 2015, εμπορευμάτων, γ) την αξία των καθ' υπέρβαση του ανώτατου αυτού ορίου επιστραφέντων, κατά τον ίδιο χρόνο, με βάση την αξία πώλησης εκάστου και δ) το συνολικό τζίρο των αγορών, που ο εναγόμενος-αναιρεσείων πραγματοποίησε κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα.
Το ότι η αξία των υπ' αυτού επιστραφέντων εμπορευμάτων καθ' υπέρβαση του ως άνω ορίου υπολογίζεται, με βάση την τιμή πωλήσεως ενός εκάστου προϊόντος, δεν θεμελιώνει διαφορά από σύμβαση πωλήσεως, ενώ δεν είναι απαραίτητη, για το ορισμένο του αγωγικού δικογράφου, η αναφορά των σχετικών παραστατικών, που εξέδωσαν οι διάδικοι, τα οποία ανάγονται στην ουσία της υπόθεσης.
Περαιτέρω, το Εφετείο, με βάση τους εκτιθέμενους στην αγωγή πραγματικούς ισχυρισμούς, έκρινε ότι αυτή είναι νόμιμη, ερειδόμενη στις προαναφερόμενες διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε.
Συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση α) την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., γιατί, παρά το νόμο, δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας του δικογράφου αυτής, καθώς δεν εκτίθενται σ' αυτό τα στοιχεία, τα οποία είναι αναγκαία για τη στήριξη του αγωγικού αιτήματος και δη τα προϊόντα, που, καθ' υπέρβαση του ορίου 2%, επιστράφηκαν στην αναιρεσίβλητη, κατ' είδος, ποσότητα και τιμή μονάδας, τα σχετικά τιμολόγια αποστολής, που αυτός εξέδωσε για τα ανωτέρω προϊόντα, τα πιστωτικά και τα ακυρωτικά τιμολόγια που είχε εκδώσει η αναιρεσίβλητη καθώς και βάσει ποίου ετήσιου τζίρου υπολογίζεται το επιτρεπόμενο όριο των επιστροφών και β) την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, γιατί το Εφετείο δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 513 του Α.Κ., παρότι, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, είναι αβάσιμα. Πρέπει, λοιπόν, ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.
Περαιτέρω, από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα ΦΑΓΕ ΑΕ είναι εταιρεία παραγωγής και εμπορίας γαλακτομικών προϊόντων... Ο εναγόμενος Β. Κ. συνεργαζόταν με αυτήν με άτυπη σύμβαση συνεργασίας από το έτος 1998 περίπου με κύριο αντικείμενο την από αυτόν αγορά προς μεταπώληση και διανομή των προϊόντων της στο νησί της Μυτιλήνης, συνεχίζοντας παρόμοια δραστηριότητα του θείου του..., στην οποία είχε απασχοληθεί και ο ίδιος για δεκαπέντε περίπου έτη, δηλαδή από το 1985 περίπου.
Πιο συγκεκριμένα, ο εναγόμενος προμηθευόταν κατ' αποκλειστικότητα τα γαλακτομικά προϊόντα (γάλατα, γιαούρτια, τυριά, κρέμες) και χυμούς παραγωγής και εμπορίας της ενάγουσας, τα οποία μεταπωλούσε σε τρίτους πελάτες στο όνομά του για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο. Ο ίδιος ήταν ανεξάρτητος επαγγελματίας με δική του υλικοτεχνική υποδομή, φέροντας το βάρος των λειτουργικών εξόδων της επιχείρησής του, τηρούσε όμως το μηχανογραφικό σύστημα που υπεδείκνυε η ενάγουσα, υπό τις ακριβείς οδηγίες της και βρισκόταν σε άμεση σύνδεση με το δικό της μηχανογραφικό σύστημα.
Ενημέρωνε διαρκώς την ενάγουσα για όλες τις συναλλαγές του, αυτή δε λάμβανε άμεσα γνώση του πελατολογίου και των συνθηκών αγοράς που επικρατούσαν στην περιοχή της αρμοδιότητάς του. Τα αυτοκίνητα που χρησιμοποιούσε ήταν βαμμένα με τα χρώματα της ενάγουσας και διαφήμιζαν τα σήματα και τα προϊόντα της.
Κατά την άσκηση της δραστηριότητάς του όφειλε να ακολουθεί τις οδηγίες και τις υποδείξεις της ενάγουσας, η οποία διαμόρφωνε τις τιμές μεταπώλησης, καθώς και τις τελικές τιμές στον καταναλωτή και υπέκειτο σε τακτικούς και έκτακτους ελέγχους από αυτή δια των εξουσιοδοτημένων σχετικά υπαλλήλων της. Με το προσκομιζόμενο από 6-8-1998 ιδιωτικό συμφωνητικό εκχώρησης απαιτήσεων συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών ότι η ήδη ενάγουσα - εκδοχέας ΦΑΓΕ ΑΕ έχει κατά του εκχωρητή - ήδη εναγομένου Β.
Κ. απαιτήσεις, πηγάζουσες από την άνω συνεργασία και δη από την άσκηση της ως άνω εμπορικής δραστηριότητας, ότι ο εκχωρητής - ήδη εναγόμενος Β. Κ. έχει απαιτήσεις κατά των πελατών του, ληξιπρόθεσμες και μη, από την προς αυτούς πώληση των προϊόντων και εμπορευμάτων της εκδοχέως και ότι ο εκχωρητής εκχωρεί στην εκδοχέα υπό τους αναφερόμενους όρους και συμφωνίες όλες τις απαιτήσεις του κατά των πελατών του από την προς αυτούς πώληση των εμπορευμάτων της και δη όσες ήταν κατά το χρόνο εκείνο εκκαθαρισμένες ή/και ληξιπρόθεσμες, καθώς και τις μη ληξιπρόθεσμες, τυχόν επίδικες και τις μέλλουσες να γεννηθούν από την ίδια αιτία, συμπεριλαμβανομένων των παρεπόμενων δικαιωμάτων αυτών που συμφωνήθηκαν ή θα συμφωνηθούν για την ασφάλεια της είσπραξής τους ή για την εξυπηρέτησή τους, των παρασχεθεισών ή παρασχεθησομένων ασφαλειών..., τόκων υπερημερίας και συμβατικών, κάθε είδους σχετικής με τις απαιτήσεις ποινικής ρήτρας και των πάσης φύσεως εξόδων που προέκυψαν ή θα προκύψουν.
Επίσης συμφωνήθηκε ότι ο εκχωρητής ευθύνεται για την αφερεγγυότητα των οφειλετών των εκχωρούμενων απαιτήσεων, πλην της περιπτώσεως της κηρύξεως αυτών σε πτώχευση, καθώς και για τις αναφερόμενες υπεραγορές, για τις οποίες δεν ευθύνεται σε καμία περίπτωση. Για τις κατά τα ανωτέρω παρεχόμενες υπηρεσίες του συμφωνήθηκε ότι ο εναγόμενος θα λαμβάνει βασική έκπτωση επί τιμολογίου 7% επί του τζίρου των αγορών, αφαιρουμένων των επιστροφών, πλέον 1% επί του τζίρου των αγορών, αφαιρουμένων των επιστροφών, ως επιδότηση υποδομής και από το 2011 και εφεξής έκπτωση 6% για τις μετρητοίς πωλήσεις.
Η σύμβαση αυτή... λειτούργησε ομαλά μέχρι τις 23-10-2015, οπότε η ήδη ενάγουσα την κατήγγειλε επικαλούμενη σπουδαίο λόγο αναγόμενο σε υπαιτιότητα του εναγομένου. Σημειωτέον ότι το κύρος της καταγγελίας αυτής, επίσης, δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δίκης, ήδη δε ο νυν εναγόμενος έχει ασκήσει κατά της νυν ενάγουσας την προσκομιζόμενη από 26-10-2016...
αγωγή, για την οποία γίνεται λόγος κατωτέρω. Μέχρι το 2010 δεν υπήρχε όριο στις επιστροφές των ληγμένων προϊόντων, τα οποία ο εναγόμενος μπορούσε να επιστρέψει στην ενάγουσα με αντίστοιχη πίστωση του αρχικά χρεωθέντος σε αυτόν τιμήματος. Το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2010 η ενάγουσα καθόρισε μονομερώς ανώτατο όριο επιτρεπομένων επιστροφών ανά κατηγορία προϊόντων προσδιοριζομένων σε ποσοστό 2% επί του τζίρου των αγορών όλων των προϊόντων, η δ' εκκαθάριση των επιστροφών και η χρέωση των υπερβάσεων σύμφωνα με το όριο αυτό ορίστηκε από την ίδια ότι θα γίνεται για τα τρία πρώτα τρίμηνα κάθε έτους και θα αφορά την αντίστοιχη περίοδο, ενώ η εκκαθάριση μετά το τέλος του τελευταίου τριμήνου θα είναι ετήσια και εάν από αυτή προκύπτει χρέωση, θα συμψηφίζονται οι τυχόν πληρωμές των προηγούμενων εκκαθαρίσεων, εάν δεν υπάρχει χρέωση, τότε θα επιστρέφονται οι πληρωμές που τυχόν έγιναν στις προηγούμενες εκκαθαρίσεις.
Το γεγονός ότι ο όρος αυτός επιβλήθηκε μονομερώς από την ενάγουσα προκύπτει αναμφισβήτητα από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων... κατόπιν απόφασης της Διοίκησης της Εταιρίας (και μόνον)... Ωστόσο, ο όρος περί ορίου επιστροφών καθεαυτός δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη ούτε στην καλή πίστη ή τον οικονομικό ή κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος, καθόσον η συνεργασία πρέπει να είναι επωφελής για αμφότερες τις πλευρές, οι δ' επιστροφές προϊόντων, οι οποίες συνέχονται με τις αγορές και τη διάθεση των προϊόντων που πραγματοποιεί ο εναγόμενος και, συνεπώς, ανήκουν στη σφαίρα επιρροής του δεν είναι δυνατόν να είναι ανεξέλεγκτες και απεριόριστες.
Το γεγονός ότι άλλες επιχειρήσεις που εμπορεύονται ομοειδή με την ενάγουσα προϊόντα δεν είχαν θέσει, κατ' εκείνο τουλάχιστον το χρόνο, όριο επιστροφών στους διανομείς των προϊόντων τους, δεν καθιστά άνευ άλλου την θέση ορίου από την ενάγουσα καταχρηστική, διότι σε κάθε περίπτωση και μετά τη θέση του ο εναγόμενος εξασφάλιζε από τη συνεργασία αυτή ένα αξιοπρεπές εισόδημα λόγω του ότι ο τζίρος των πωλήσεων των εμπορευμάτων της ενάγουσας επί του οποίου υπολογιζόταν το ποσοστό αμοιβής του (εναγομένου) ξεπερνούσε εκείνο των άλλων εταιριών παραγωγής και εμπορίας ομοειδών εμπορευμάτων, καθώς η τελευταία κατείχε, ως γνωστόν, μία από τις πρώτες θέσεις σε πωλήσεις στην αγορά γαλακτοκομικών προϊόντων.
Τούτο ενισχύεται και από το γεγονός αφενός μεν ότι ο εναγόμενος δεν διαμαρτυρήθηκε για την πολιτική αυτή, αλλά την αποδέχθηκε σιωπηρά... και αφετέρου ότι μετά τη θέση του ως άνω ορίου οι επιστροφές του εναγομένου υποπολλαπλασιάστηκαν, όπως και ο ίδιος συνομολογεί. Εξάλλου, στην προκειμένη περίπτωση ο εναγόμενος, πελάτης της ενάγουσας και τελών με αυτή σε σχέση οικονομικής εξάρτησης -αφού πράγματι υφίσταται εν προκειμένω η ισχυρή επιχείρηση της ενάγουσας σε θέση προμηθευτή και η εξαρτημένη από αυτή επιχείρηση του εναγομένου, η οποία έχει προσαρμόσει τη λειτουργία της στις ανάγκες διάθεσης των προϊόντων της πρώτης- διέθετε ισοδύναμη εναλλακτική λύση, καθόσον, όπως και ο ίδιος συνομολογεί, στην εδαφική περιφέρεια δράσης του δραστηριοποιούνται όλες οι μεγάλες εταιρίες παραγωγής και εμπορίας γαλακτοκομικών προϊόντων, αλλά και όλες οι μεγάλες εταιρίες προϊόντων διατροφής, οι οποίες αποτελούν εναλλακτικές λύσεις, χωρίς να συνδέονται με σοβαρά μειονεκτήματα για την εξαρτημένη επιχείρηση, τα οποία άλλωστε ούτε ο ίδιος ο εναγόμενος επικαλείται και χωρίς να αρκεί το γεγονός ότι αυτές οι ανταγωνιστικές της ενάγουσας εταιρίες είχαν κατά τον κρίσιμο χρόνο ενεργείς συνεργασίες.
Με βάση τα ανωτέρω η επιβολή του συγκεκριμένου όρου οφείλεται μεν στην εκμετάλλευση της υπάρχουσας σχέσης οικονομικής εξάρτησης της επιχείρησης του εναγομένου από την ενάγουσα, πλην όμως αυτή δεν είναι καταχρηστική... Περαιτέρω, όμως, η μονομελής επιβολή του όρου αυτού περί ορίου επιστροφών σε συνδυασμό με τον, επίσης, αυθαίρετο προσδιορισμό από την ενάγουσα του ορίου επιστροφών σε συνδυασμό με τον, επίσης αυθαίρετο προσδιορισμό από την ενάγουσα του ορίου αυτού σε ποσοστό 2%, που ήταν ιδιαίτερα χαμηλό, λαμβανομένου υπόψη αφενός μεν ότι πρόκειται για προϊόντα ευπαθή και βραχείας διάρκειας και αφετέρου ότι η περιοχή εμπορικής δράσης του εναγομένου απέχει ικανή απόσταση από την έδρα της ενάγουσας, αποτελεί συμπεριφορά αυτής (ενάγουσας) που υπερβαίνει και μάλιστα καταφανώς τα όρια που τάσσουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματός της και ως τέτοια είναι καταχρηστική και αποδοκιμαζόμενη από το δίκαιο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 281 σε συνδυασμό με 288 Α.Κ.
Κατά συνέπεια, ο όρος αυτός με το συγκεκριμένο περιεχόμενο καταχρηστικά επιβλήθηκε μονομερώς από την ενάγουσα [σημειουμένου ότι η ένσταση περί ακυρότητας του αυτού κρινόμενου όρου λόγω αντίθεσής του στις διατάξεις των άρθρων 174 Α.Κ. και 18 α.ν. 146/1914 είναι αβάσιμη και απορριπτέα κατά τα ανωτέρω]. Πλην όμως, από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα και στοιχεία αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος καταχρηστικά επικαλείται την όποια ακυρότητα του συγκεκριμένου όρου εκ του λόγου αυτού, διότι με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δημιούργησε στην ενάγουσα την εύλογη πεποίθηση ότι τον αποδέχεται, καθόσον όχι μόνον δεν αντέδρασε, αλλ' αντιθέτως συμμορφώθηκε πλήρως.
Ειδικότερα, όπως αποδείχθηκε, ο όρος αυτός, που επιβλήθηκε μονομερώς με το άνω περιεχόμενο από την ενάγουσα το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2010, έγινε δεκτός σιωπηλά και έμπρακτα από τον εναγόμενο, ο οποίος δεν αντέδρασε, αλλά αντίθετα συμμορφώθηκε εξαρχής πλήρως χωρίς να εκφράσει καμία διαμαρτυρία έστω και εκ των υστέρων ή να διεκδικήσει την αύξηση του εν λόγω ποσοστού.
Αντίθετα, ενέμεινε στη σύμβαση, την οποία συνέχισε να εκτελεί και μάλιστα επιδιώκοντας τη μακροχρόνια συνέχισή της με τα τέκνα του, προφανώς διότι αυτή παρέμενε ικανοποιητικά επικερδής, χωρίς να εξανεμίζεται κάθε πιθανότητα εύλογου κέρδους, όπως ισχυρίζεται. Ακόμα και μετά την καταγγελία της σύμβαση από την ενάγουσα, που έλαβε χώρα στις 23-10-2015 με τηλεομοιοτυπία και επαναλήφθηκε στις 2-11-2015 με επίδοση εξωδίκου, ο εναγόμενος απέστειλε προς τον διευθύνοντα σύμβουλο της ενάγουσας κ.
Φ. την προσκομιζόμενη από 27-11-2015 επιστολή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, στην οποία κάνει επανειλημμένα λόγο για την αποδοχή και εκτέλεση εκ μέρους του συγκεκριμένου όρου... Με τη συμπεριφορά αυτή και δη τη μη εναντίωση, αλλ' απεναντίας συμμόρφωση και μάλιστα αδιαμαρτύρητα επί πέντε ολόκληρα έτη, ακόμη και μετά την καταγγελία της σύμβασης από την ενάγουσα, ο εναγόμενος δημιούργησε σε αυτήν την εύλογη πεποίθηση ότι δεν αντικρούει τον όρο αυτό, αλλά τον αποδέχεται με συνέπεια η προβολή της ακυρότητάς του το πρώτον προς απόκρουση της υπό κρίση αγωγής υπερβαίνει και μάλιστα καταφανώς τα όρια που τάσσουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαίωματός του, γενομένης δεκτής της αντένστασης της ενάγουσας ως κατ' ουσίαν βάσιμης.
Συνεπώς, με βάση τον όρο αυτό ο εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα την αξία των επιστρεφομένων καθ' υπέρβαση του άνω ορίου επιστροφών εμπορευμάτων... Περαιτέρω... αποδείχθηκε ότι για το έτος 2015 και μέχρι την ημέρα της καταγγελίας της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης το σύνολο των αγορών του εναγομένου από την ενάγουσα (τζίρος) ανερχόταν στο ποσό των 877.444,09 ευρώ, γεγονός που δεν αμφισβητείται ειδικά από τον εναγόμενο...
Κατά συνέπεια, το επιτρεπόμενο όριο επιστροφών ανερχόταν στο ποσό των... 17.548,88 ευρώ. Ωστόσο, ο εναγόμενος κατά το αυτό χρονικό διάστημα επέστρεψε προϊόντα μη εμπορεύσιμα... συνολικής αξίας 165.055,89 ευρώ, πλην όμως, η ενάγουσα υπολογίζει τη συνολική αξία των επιστροφών στο ποσό των 151.186,87 ευρώ. Επομένως, η οφειλόμενη από τον εναγόμενο αξία των επιστροφών καθ' υπέρβαση του άνω ορίου ανέρχεται στο ποσό των [151.186,87 μείον 17.549,42=] 133.637,45 ευρώ.
Από το ποσό αυτό η ενάγουσα αφαιρεί, ως έχει δικαίωμα, την συμφωνηθείσα έκπτωση του εναγομένου, ανερχόμενη, σε ποσοστό 8% και δη στο ποσό των (133.637, 45 επί 8%=) 10.690,99 ευρώ και, συνεπώς, το οφειλόμενο από τον εναγόμενο για την αιτία αυτή ποσό ανέρχεται στο ποσό των (133.637,45 μείον 10.690,99=) 122.946,46 ευρώ. Ο αναλογών ΦΠΑ περιλαμβάνεται ήδη στην αξία των ως άνω πιστωτικών τιμολογίων και, επομένως, δεν θα προστεθεί εκ νέου.
Έναντι του ποσού αυτού ο εναγόμενος κατέβαλε... το ποσό των 5.392,15 ευρώ και συνεπώς, η οφειλή του εναγομένου για την ανωτέρω αιτία ανέρχεται στο ποσό των (122.946,46 μείον 5.392,15=) 117.554,31 ευρώ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, από τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, εντός των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος, ως ουσία βάσιμη.
Ο αναιρεσείων, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης και δη το σκέλος ΙΙΙ1 α' και β' τούτου, υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παράβαση του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., εσφαλμένα δεν υπήγαγε τα ως άνω πραγματικά περιστατικά στην ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 513 του Α.Κ., με συνέπεια δυσμενές σε βάρος του διατακτικό.
Ο λόγος αυτός, ως προς το ανωτέρω σκέλος του, είναι, προεχόντως, αόριστος και πρέπει ν' απορριφθεί, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια η επίδραση που έχει το επικαλούμενο σφάλμα στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή, πως το σφάλμα αυτό συνδέεται με την καταγνωσθείσα έννομη συνέπεια, στοιχείο απαραίτητο για το ορισμένο του λόγου, κατά τα άρθρα 118 αριθμ. 4 και 566 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., δοθέντος ότι οι στον προηγούμενο λόγο αιτιάσεις του περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής ήδη απορρίφθηκαν.
Με το υπό στοιχείο ΙΙΙ 3α σκέλος του δεύτερου λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Συγκεκριμένα, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την εκ του άρθρου 178 του Α.Κ. ένσταση ακυρότητας του όρου, με τον οποίο υποχρεώθηκε να καταβάλει την αξία των επιστραφέντων εμπορευμάτων καθ' υπέρβαση του ανώτατου ορίου 2% επί του ετήσιου τζίρου, δεν έλαβε υπόψη τους υπ' αυτού προταθέντες πρωτοδίκως και κατ' έφεση, ουσιώδεις ισχυρισμούς, που συνιστούν τις ειδικές συνθήκες, οι οποίες έπρεπε να ληφθούν υπόψη για την κρίση περί αντίθεσης του ως άνω όρου στα χρηστά ήθη, ήτοι α) ότι οι επιστροφές συνέχονται με τη φύση των εμπορευμάτων και με τη συνθήκη ότι από την έναρξη της συνεργασίας η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη πωλούσε τα εμπορεύματα στον εναγόμενο-αναιρεσείοντα, ο οποίος τα μεταπωλούσε στους πελάτες με τον όρο ότι αυτά θα αγοραστούν στους καταναλωτές, δηλαδή ότι θα υπάρχει ζήτηση και αν αυτό δεν συνέβαινε, τα προϊόντα επιστρέφονταν, ελεύθερα, μέχρι τη θέση του παραπάνω ορίου, β) ότι το ύψος των επιστροφών συνείχετο με την ασκούμενη από την ενάγουσα - αναιρεσίβλητη εμπορική πολιτική, τη ζήτηση των προϊόντων, την οικονομική κρίση και την εμπορική πολιτική των ανταγωνιστών και γ) ότι η θέση ορίου επιστροφών οδηγεί άμεσα στη μείωση της συμφωνημένης αμοιβής και δεν δικαιολογείται από τη στάθμιση των εκατέρωθεν διακυβευομένων συμφερόντων.
Όμως, οι ανωτέρω επικαλούμενοι από τον αναιρεσείοντα ως θεμελιωτικοί της εκ του άρθρου 178 του Α.Κ. ενστάσεως ισχυρισμοί δεν αποτελούν 'πράγμα', όπως η έννοια αυτή παρατίθεται στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, αλλά επιχειρήματα του διαδίκου, προς επίρρωση της συγκεκριμένης ενστάσεως και, συνεπώς, δεν μπορούν να ιδρύσουν τον προταθέντα λόγο αναίρεσης, ο οποίος, εντεύθεν, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Περαιτέρω, με τα υπό στοιχεία ΙΙΙ 3β' και γ' σκέλη του ίδιου (δεύτερου) λόγου, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 178 του Α.Κ., ήτοι τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι το Εφετείο, το οποίο απέρριψε κατ' ουσία την ανωτέρω ένστασή του περί ακυρότητας του όρου, με τον οποίο αυτός υποχρεώθηκε να καταβάλει την αξία των επιστραφέντων εμπορευμάτων καθ' υπέρβαση του ανώτατου ορίου 2% επί του ετήσιου τζίρου, λόγω αντίθεσής του στα χρηστά ήθη, κατ' άρθρο 178 του Α.Κ., αφενός μεν ψευδώς ερμήνευσε και εσφαλμένως εφάρμοσε τη διάταξη αυτή, με το να δεχθεί ότι αρκεί για την εφαρμογή της η αιτία και ο σκοπός, στον οποίο απέβλεπαν τα μέρη, αφετέρου δε διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς, αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, με συνέπεια να στερείται η προσβαλλομένη νόμιμης βάσης.
Πλην όμως, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως παρατίθενται ανωτέρω, προκύπτει ότι το Εφετείο, στο αποδεικτικό του πόρισμα, έκρινε ότι ο προαναφερόμενος όρος δεν ήταν άκυρος, απορρίπτοντας κατ' ουσία τις περί του αντιθέτου ενστάσεις του εναγομένου- εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος, με βάση τις διατάξεις τόσον του άρθρου 178 του Α.Κ.
όσο και των άρθρων 281 και 288 του ίδιου Κώδικα και συνεπώς, το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με τη μη ακυρότητα του ως άνω όρου στηρίζεται, αυτοτελώς, σε δύο κύριες αιτιολογίες, που αφορούν στη μη συνδρομή των προϋποθέσεων τόσον του άρθρου 178 του Α.Κ. όσον και των άρθρων 281 και 288 του ίδιου Κώδικα.
Με το λόγο αυτό, όμως, της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ή άλλον, δεν πλήττεται η αιτιολογία, που αφορά στην απόρριψη της ενστάσεως ακυρότητας του συγκεκριμένου όρου, κατά τα άρθρα 281 και 288 του Α.Κ. και, συνεπώς, η τυχόν παραδοχή του λόγου αυτού (ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρο 178 του Α.Κ.), δεν θα επέφερε την επιδιωκόμενη έννομη συνέπεια, δηλαδή, δεν θα επιδρούσε στο διατακτικό της απόφασης.
Ως εκ τούτου, ο λόγος αυτός, ως προς τα ανωτέρω σκέλη του, είναι αλυσιτελής και, εντεύθεν, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος. Ωσαύτως, αλυσιτελείς τυγχάνουν και οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που περιέχονται στο σκέλος ΙΙΙ 2α του ίδιου (δεύτερου) λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τις οποίες προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 527 περ.1 και 3 του Κ.Πολ.Δ., απέρριψε ως απαράδεκτη την υπ' αυτού προταθείσα, το πρώτον, στη δευτεροβάθμια δίκη, με τις από 7-11-2018 έγγραφες προτάσεις του, ένσταση περί ακυρότητας του όρου, με τον οποίο υποχρεώθηκε να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη την αξία πώλησης των καθ' υπέρβαση του ορίου 2% επί του ετήσιου τζίρου των αγορών του επιστρεφόμενων εμπορευμάτων, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1, 2 και 4, 5 και 7 παρ.2 και 7 του π.δ/τος 219/1991, που ενσωμάτωσαν στο ελληνικό δίκαιο οι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων άρθρα 3, 4, 5, 6, 10 παρ.2 και 4 της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ.
Και τούτο διότι, όπως προεκτίθεται, το αποδεικτικό πόρισμα της αναιρεσιβαλλομένης περί εγκυρότητας του ως άνω όρου στηρίζεται αυτοτελώς και στην κατ' ουσία απόρριψη της ενστάσεως του εναγομένου-αναιρεσείοντος περί καταχρηστικότητας τούτου, παραδοχή, όμως, η οποία δεν πλήττεται με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού, ανεξαρτήτως της βασιμότητας ή μη τούτου, δεν μπορεί να επιδράσει στο διατακτικό της απόφασης.
Με τα υπό στοιχεία ΙΙΙ 4α' και β' σκέλη του ίδιου (δεύτερου) λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αντίστοιχα. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο, το οποίο απέρριψε την εκ του άρθρου 18α του ν. 146/1914 ένστασή του περί ακυρότητας του επίμαχου όρου, με τον οποίο υποχρεώθηκε να καταβάλει την αξία πώλησης των, καθ' υπέρβαση του ανώτατου ορίου 2% επί του ετήσιου τζίρου του, επιστραφέντων εμπορευμάτων, ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ως άνω διάταξη.
Εδώ πρέπει να επισημανθεί ότι η κατ' ουσία απορριπτική της ενστάσεως αυτής αιτιολογία της προσβαλλομένης είναι εσφαλμένη. Και τούτο διότι, κατά την ανωτέρω νομική σκέψη, συνέπεια της παραβάσεως της ανωτέρω διατάξεως, που συνιστά παράνομη συμπεριφορά, είναι η αξίωση αποζημίωσης ή (και) χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης και όχι ακυρότητα και συνεπώς το Εφετείο έπρεπε να απορρίψει την ένσταση αυτή του αναιρεσείοντος ως μη νόμιμη.
Με δεδομένο, όμως, το απορριπτικό διατακτικό, το Εφετείο ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε, έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την αιτιολογία της παρούσας, κατ' άρθρο 578 του Κ.Πολ.Δ. και, επομένως, ακόμη και με την εκδοχή ότι η ανωτέρω διάταξη παραβιάστηκε ευθέως ή εκ πλαγίου, τούτο δεν επάγεται την έννομη συνέπεια, που επιδιώκει ο αναιρεσείων και, εντεύθεν, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ως αλυσιτελής.
Με τον υπό στοιχείο ΙΙΙ 5α και β' του ίδιου (δεύτερου λόγου) της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Συγκεκριμένα, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ., με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτής αλλά και εκ πλαγίου, παραθέτοντας ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, για το λόγο ότι αφενός μεν δέχθηκε κατ' ουσία την ένστασή του ότι η εκ μέρους της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης μονομερής επιβολή του όρου περί ανώτατου ορίου των ελεύθερων επιστροφών τυγχάνει καταχρηστική, αφετέρου όμως δέχθηκε ότι η εκ μέρους τούτου (αναιρεσείοντος) υποβολή της ένστασης αυτής είναι καταχρηστική, κατά παραδοχή σχετικής αντένστασης της ενάγουσας- αναιρεσίβλητης.
Από τις παραδοχές που προεκτίθενται και αφορούν στον αναιρετικό έλεγχο, προκύπτει ότι το Εφετείο, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα πραγματικά περιστατικά, δέχθηκε: Ότι το γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη, ενεργώντας μονομερώς-αυθαιρέτως, επέβαλε στον αναιρεσείοντα τον όρο περί ανώτατου ορίου των υπ' αυτού ελεύθερων επιστροφών των προϊόντων στο ιδιαίτερα χαμηλό ποσοστό των 2% επί του ετήσιου τζίρου των αγορών του, με δεδομένο το ευπαθές των συγκεκριμένων προϊόντων, τη βραχεία διάρκειά τους καθώς και την ικανή απόσταση της περιοχής της εμπορικής δράσης του εναγόμενου - αναιρεσείοντος από την έδρα της εταιρείας (ενάγουσας-αναιρεσίβλητης), συνιστά καταχρηστική ενέργεια αυτής και ως τέτοια αποδοκιμάζεται από το δίκαιο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 του Α.Κ.
Ότι, όμως, ο εναγόμενος-αναιρεσείων καταχρηστικά επικαλέστηκε την ακυρότητα αυτή, για το λόγο ότι η συμπεριφορά του και η πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα από της επιβολής του όρου αυτού, κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2010 μέχρι και τις 27-11-2015 και μάλιστα ακόμη και μετά την καταγγελία της σύμβασης από την ενάγουσα- αναιρεσίβλητη, καταδεικνύουν την εκ μέρους τούτου αποδοχή του ως άνω όρου και την πλήρη συμμόρφωσή του στις εξ αυτού απαιτήσεις της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης, με συνέπεια να δημιουργηθεί σ' αυτήν (αναιρεσίβλητη) η εύλογη πεποίθηση ότι αυτός (αναιρεσείων) δεν είχε σκοπό να προσβάλει τον όρο αυτό και, ως εκ τούτου, η εκ μέρους τούτου (αναιρεσείοντος) μεταγενέστερη υποβολή της ανωτέρω ένστασης καθίσταται μη ανεκτή, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο στέρησε την απόφαση, ως προς το κεφάλαιο αυτό, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νόμιμης βάσης, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος σχετικά με την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 του Α.Κ., την οποία προέβαλε, κατ' ένσταση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, αλλά και κατ' αντένσταση η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, η παραδοχή των οποίων επηρεάζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Συγκεκριμένα, το ως άνω Δικαστήριο παραβίασε εκ πλαγίου την ως άνω διάταξη, καθόσον, στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης διέλαβε όλως ανεπαρκείς, ποσοτικά αιτιολογίες, σχετικά με την πλήρωση των στοιχείων του πραγματικού της ως άνω διατάξεως (άρθρο 281 του Α.Κ.), όπως η έννοια αυτής παρατίθεται στην ανωτέρω μείζονα σκέψη της απόφασης αυτής, κατά την κρισιολόγηση της σχετικής ενστάσεως του ήδη αναιρεσείοντος και του αντίθετου ισχυρισμού της ήδη αναιρεσίβλητης, με την οποία αμφισβητεί την πλήρωση της ένστασης αυτής.
Ειδικότερα, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν παρατίθενται οι απαιτούμενες παραδοχές: α) σχετικά με το αν, αποκλειστικά και μόνο, το μονομερές της ως άνω ενέργειας της αναιρεσίβλητης, δηλαδή, της επιβολής στον αναιρεσείοντα του επίμαχου επαχθούς γι' αυτόν όρου, αποτελεί καταχρηστική ενέργεια της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ως εκδήλωση άκρατου ατομικιστικού χαρακτήρα, υπερβαίνουσα καταφανώς τα όρια που τάσσουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματός της ή εντάσσεται στις συναλλακτικές δυνατότητές της (αναιρεσίβλητης) και είναι σχετική προς το καλώς εννοούμενο επιχειρηματικό της συμφέρον, στα πλαίσια της χάραξης της πολιτικής των εκπτώσεων και επιστροφών, που δικαιούται να επιβάλει, χωρίς διαπραγμάτευση, με δεδομένη, μάλιστα, την κρίση της, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα και τα οποία δεν ελέγχονται αναιρετικώς, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες παραδοχές της, ότι αφενός μεν αυτό τούτο το περιεχόμενο του συγκεκριμένου όρου δεν προσκρούει στα χρηστά ήθη ή την καλή πίστη ή στον οικονομικό ή κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος, κρίση, ήδη αμετάκλητη, καθόσον απορρίφθηκαν, όπως προεκτίθεται, οι κατ' αυτής σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, αφετέρου δε ότι ο αναιρεσείων αποδέχθηκε τον όρο αυτό και τον τήρησε, χωρίς αντίρρηση ή επιφύλαξη ή διαμαρτυρία, επί σειρά ετών και β) σχετικά με το αν η ανωτέρω συμπεριφορά του αναιρεσείοντος συνιστά εκούσια συμμόρφωσή του και αποδοχή εκ μέρους του ως άνω όρου ή αδράνεια τούτου, την οποία αναγκάστηκε να επιδείξει, προκειμένου να διασφαλίσει τη λειτουργία της επιχείρησής του, συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε η πεποίθηση στην αναιρεσίβλητη ότι δεν πρόκειται να προσβάλλει το κύρος του ως άνω μονομερώς επιβληθέντος όρου, σε καταφατική δε περίπτωση, αν τούτο επάγεται δυσμενείς για την αναιρεσείουσα επιπτώσεις.
Πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο λόγος της αίτησης αναίρεσης, ως προς το σκέλος ΙΙΙ 5β' τούτου, περί της εκ πλαγίου παράβασης της διάταξης του άρθρου 281 του Α.Κ., ενώ, μετά ταύτα, παρέλκει η έρευνα των αιτιάσεων που αφορούν στην αποδιδόμενη στην αναιρεσιβαλλομένη ευθεία παράβαση της διάταξης αυτής.
Μετά ταύτα, η υπό κρίση αίτηση αναίρεση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, ως προς το ανωτέρω κεφάλαιο. Στη συνέχεια δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 του Κ.Πολ.Δ., για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστή άλλον από αυτόν, που εξέδωσε την απόφαση αυτή. Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 του ίδιου Κώδικα, η απόδοση στον αναιρεσείοντα του καταβληθέντος απ' αυτόν, για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, παραβόλου. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 2783/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς κεφάλαιο, που αναφέρεται στο σκεπτικό της απόφασης αυτής.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, στη σύνθεση του οποίου δεν θα μετέχει ο δικαστής, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση του παραβόλου, που καταβλήθηκε, στον αναιρεσείοντα.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Μαΐου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ