Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
649/2018 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal due to lack of finality and procedural defects in the lower court judgment.

Geschäftsnummer 649/2018
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two women against a final judgment from the Athens Court of First Instance. The appellants argued for damages regarding property damage, but the Court found the appeal inadmissible because the underlying judgment was not yet final due to pending annulment proceedings by other parties. Consequently, the Court ruled that the appeal could not be entertained until the procedural prerequisites for a final judgment were met.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 94, 96, 104 of the Code of Civil Procedure; Article 503(1) and 144(2) of the Code of Civil Procedure: An appeal against a judgment is inadmissible if the judgment is not final, particularly when other parties have not yet exercised their right to annul it, rendering the judgment subject to annulment proceedings.

Schlagwörter

KI-generiert
inadmissible appeal lack of finality annulment proceedings procedural defect Code of Civil Procedure final judgment procedural prerequisites

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 94(1) of the Code of Civil Procedure
Article 96(1) of the Code of Civil Procedure
Article 104 of the Code of Civil Procedure
Article 503(1) of the Code of Civil Procedure
Article 144(2) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Law 3226/2004
Article 2069/2013 of the Supreme Court

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
Supreme Court Case 247/1977
Supreme Court Case 2069/2013
Supreme Court Case 1403/2012

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 649 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 649/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Κυριάκο Οικονόμου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Μ. Υ. του Π. και 2) Γ. Υ. του Π., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν αμφότερες από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Μαρώτη, ο οποίος για την πρώτη των αναιρεσειουσών διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν.3226/2004 και την 230/2017 Πράξη του νομίμου αναπληρωτή του ελλείποντος Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Γιαννακόπουλου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Κ. του Π., κατοίκου ..., 2) Μ. Ι. Τ., κατοίκου ... και 3) Κ. Κ. του Π., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Σωτηρόπουλο.

Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε. Για το αίτημα της αναβολής το λόγο έλαβε και ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων, ο οποίος δε συναίνεσε.

Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και διά του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-7-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1477/2006 μη οριστική, 173/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5053/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 18-7-2017 αίτησή τους και τους από 22-12-2017 προσθέτους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 94 παρ.1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο.

Κατά το άρθρο 96 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση. Η πληρεξουσιότητα δύναται να αφορά σε ορισμένες ή σε όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων.

Κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της. Περαιτέρω στο άρθρο 576 παρ.1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, Εν προκειμένω, η συζήτηση της από 18-7-2017 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 563/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, επισπεύδεται υπό των αναιρεσειουσών, δι’ επιδόσεως αντιγράφου της εν λόγω αιτήσεως προς τους αναιρεσιβλήτους.

Πλην, ο ως άνω δικηγόρος, παριστάμενος ως πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών δεν αποδεικνύει την χορήγηση σ’ αυτόν πληρεξουσιότητος προς εκπροσώπηση και της δευτέρας τούτων. Επομένως, η συζήτηση ως προς την διάδικο αυτή, συνδεομένη μετά της πρώτης των αναιρεσειουσών δι’ απλής ομοδικίας πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη και να προχωρήσει η έρευνα της υποθέσεως ως προς την πρώτη των αναιρεσειουσών που παρίσταται νομίμως.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1περ. β’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, δηλαδή απαιτείται η ύπαρξη τελεσίδικης αποφάσεως (άρθρο 321 ΚΠολΔ), κρίσιμος δε χρόνος από τον οποίο κρίνεται ο χαρακτήρας της αποφάσεως ως τελεσίδικης για την άσκηση κατ’ αυτής αιτήσεως αναιρέσεως, είναι ο χρόνος της ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως με την κατάθεση του δικογράφου της στον αρμόδιο γραμματέα, όπως το άρθρο 495 παρ.1 του ίδιου Κώδικα ορίζει (Ολ.ΑΠ 18/2001, ΑΠ 31/2016, 179/2014).

Επομένως η ύπαρξη ερήμην αποφάσεως, δηλαδή αποφάσεως που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (ΟλΑΠ 15/2001), ενεργοποιεί αμέσως τη δυνατότητα ασκήσεως απ’ αυτόν ανακοπής ερημοδικίας κατά της ερήμην αποφάσεως (άρθρο 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην αποφάσεως αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία, αν παρά ταύτα ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), εφ’ όσον σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ.1εδ.β’ περ.

β’ ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους, Αντιθέτως, δηλαδή, με την καθιερουμένη δι’ αυτής της διατάξεως συμπόρευση των προθεσμιών της εφέσεως και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατ’ ερήμην αποφάσεως είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ’ αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (ΟλΑΠ 11/1998, ΑΠ 662/2006), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των προβλεπόμενων ενδίκων μέσων.

Εξ άλλου, ενδέχεται να μη συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις του άρθρου 501 ΚΠολΔ για την άσκηση παραδεκτής και βάσιμης ανακοπής ερημοδικίας. Οι προϋποθέσεις όμως αυτές και γενικότερα οι προϋποθέσεις του κύρους της ανακοπής ερημοδικίας κρίνονται κυριαρχικώς μόνον από το αρμόδιο γι` αυτή δικαστήριο και δεν ερευνώνται παρεμπιπτόντως από άλλο δικαστήριο, προκειμένου, σε περίπτωση ελλείψεως τους, να κριθεί παραδεκτή η αναίρεση κατά της ερήμην οριστικής αποφάσεως που ασκήθηκε κατά παράβαση της αρχής της διαδοχικής ασκήσεως των ένδικων μέσων (Ολ.ΑΠ 15/2001).

Περαιτέρω, μη οριστική απόφαση, εντεύθεν μη δυναμένη να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, είναι και εκείνη του εφετείου, η οποία κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της εφέσεως.

Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι αναιρεσείουσες και ο ήδη αποβιώσας Π. Υ. άσκησαν την από 31-7-2003 αγωγή τους, με την οποία ισχυρίσθηκαν ότι λόγω της ειδικότερα αναφερομένης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων- αναιρεσιβλήτων υπέστη σημαντικές φθορές και βλάβες ακίνητο της ιδιοκτησίας τους, ζήτησαν δε την αποκατάσταση της θετικής ζημίας την οποία υπέστησαν, ως και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Επί της αγωγής εξεδόθη η υπ’ αριθ. 173/2008 οριστική απόφαση τού Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Επί ασκηθείσης εφέσεως εκ μέρους των αναιρεσειουσών, εξεδόθη η προσβαλλομένη, ερήμην των εφεσιβλήτων-εναγομένων, η οποία εκήρυξε απαράδεκτη την συζήτηση της εφέσεως ως προς των δεύτερο τούτων και απέρριψε την έφεση κατ’ ουσίαν ως προς τους πρώτο και τρίτο των εφεσιβλήτων.

Από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης εφετειακής αποφάσεως στους πρώτο και δεύτερο αναιρεσιβλήτους, ώστε κατά το άρθρο 503 παρ.1, σε συνδυασμό και με το άρθρο 144 παρ.2 ΚΠολΔ, να αρχίσει γι’ αυτούς, ως ερήμην δικασθέντες στο Εφετείο, η δεκαπενθήμερη προθεσμία προς άσκηση κατά της αποφάσεως αυτής ανακοπής ερημοδικίας.

Έτσι όμως η απόφαση αυτή υπόκειται εξακολουθητικώς σε ανακοπή ερημοδικίας από τους εν λόγω αναιρεσιβλήτους, ενώ δεν είναι οριστική ως προς τον δεύτερο τούτων, οπότε, συμφώνως και προς τα εκτεθέντα στην μείζονα πρόταση, δεν συγχωρείται κατ’ αυτής αναίρεση. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, ως προς την πρώτη των αναιρεσειουσών, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση ως απαράδεκτη, ως επίσης και ο με ιδιαίτερο δικόγραφο ασκηθείς από 22-12-2017 πρόσθετος λόγος αναιρέσεως κατά της αυτής αποφάσεως - ο οποίος είναι ωσαύτως απαράδεκτος, εφ’ όσον προϋπόθεση του παραδεκτού αυτού είναι η άσκηση παραδεκτής αναιρέσεως (ΑΠ 247/1977) - και να καταδικασθεί αυτή, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2) όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

Πρέπει δε να λεχθεί ότι η παροχή νομικής βοήθειας, που προβλέπεται από τις διατάξεις των 1,2,4 και 9 του Ν.3226/2004 "νομική βοήθεια σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος" (και οποία παρεσχέθη προς την πρώτη αναιρεσείουσα δια της υπ’ αριθ. 222/2017 Πράξεως του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Αθηνών) δεν εμποδίζει το δικαστήριο, σε περίπτωση ήττας εκείνου έλαβε τη νομική βοήθεια, να επιβάλει εις βάρος του τα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου του, η είσπραξη, όμως, αυτών δεν μπορεί να επιδιωχθεί με αναγκαστική εκτέλεση πριν παύσουν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την παροχή της νομικής βοήθειας και βεβαιωθεί τούτο με απόφαση του αρμοδίου δικαστή (ΑΠ 2069/2013, 1403/2012).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη, ως προς την δευτέρα των αναιρεσειουσών, τη συζήτηση της από 18-7-2017 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 5053/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει, ως προς την πρώτη των αναιρεσειουσών, την από 18-7-2017 αίτηση, καθώς και τον από 22-12-2017 πρόσθετο λόγος αυτής, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 5053/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών

Καταδικάζει την πρώτη των αναιρεσειουσών στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαρτίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ