Supreme Court dismisses appeal against bankruptcy court ruling regarding spouse's property disclosure in debt restructuring.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appeal filed by Eurobank Ergasias against a first-instance judgment regarding a debt restructuring case. The court found that the lower court correctly rejected the appellant's claim that the spouse's property value should be disclosed, ruling it immaterial to creditor satisfaction. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appeal bond was returned to the state treasury.
Legislator-Regeste
KI-generiertArt. 1 para. 1 of Law 3869/2010; The court must reject the request for disclosure of a spouse's property if its value is negligible and its disclosure is not suitable to reduce creditor satisfaction.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 640 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 640/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Μ. του Γ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Κυριαζή και 2) τελούσας υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-12-2015 αίτηση της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λήμνου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 350/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης (μεταβατική έδρα Λήμνου). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-2-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνο Παναρίτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και η 1η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η πληρεξούσια της 1ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την υπ' αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Πειραιά με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Ν. Κ., που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 10-2-2018 και με αύξοντα αριθμό 2/2018 αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (6-12-2019), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στη δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. - ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ". Κατά συνέπεια, αφού η εν λόγω αναιρεσίβλητη δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 του ίδιου κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή τους.
Την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. Κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του εν λόγω νόμου, αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές... το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητούμενων αποδείξεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για τη ρύθμιση των οφειλών και την απαλλαγή του οφειλέτη.
Επίσης, κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου αυτού, αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, τη δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ιδίου και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, τον υποχρεώνει να καταβάλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο.
Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες θεσμοθετούν τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του ως άνω νόμου, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να περιγράφει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και η οποία δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή (ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1208/2017, ΑΠ 65/ 2017, ΑΠ 1299/2015).
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ιδίου και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του.
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών, λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.
Επισημαίνεται ότι η επίμαχη αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογενείας του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, η δε μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι τη συζήτηση στο ακροατήριο (ΑΠ 1208/2017).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 14 του ν. 3869/2010, "...οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας", σύμφωνα δε με τον αριθμό 6 του άρθρου αυτού, όπως το εν λόγω άρθρο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που άρχισε να ισχύει από 1-1-2016 και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται μετά την ημερομηνία αυτή (άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δεν υπάρχει, επομένως, ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται απλώς με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1361/2013).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 757/2015).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 92/2019, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη 350/2017 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 3 εδαφ. β' του ν. 3869/2010, 739 επ. ΚΠολΔ) δέχθηκε, αναλέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η αιτούσα γεννήθηκε το 1965, δηλαδή είναι 52 ετών.
Είναι έγγαμη με τον Φ. Χ., με τον οποίο απέκτησαν δύο τέκνα, τη Μαρία και το Ματθαίο, 25 και 23 ετών, αντίστοιχα, κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης... Η αιτούσα ήταν υπάλληλος του Γενικού Νοσοκομείου-Κέντρου Υγείας ….. και το μήνα Μάρτιο του 2015 παραιτήθηκε από την εργασία της, προκειμένου να λάβει σύνταξη... Οι μικτές μηνιαίες αποδοχές της, δηλαδή η σύνταξή της, κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης ανερχόταν στο ποσό των 800,06 ευρώ και μετά από την παρακράτηση φόρου και τις ασφαλιστικές κρατήσεις στο ποσό των 691 ευρώ.
Οι μικτές αποδοχές του συζύγου της, ο οποίος είναι υπάλληλος του ίδιου νοσοκομείου, ανέρχονταν στο ποσό των 1.125,75 ευρώ και μετά από την παρακράτηση φόρου και τις ασφαλιστικές κρατήσεις στο ποσό των 885 ευρώ. Επομένως, το καθαρό οικογενειακό εισόδημά τους ανερχόταν κατά τον κρίσιμο χρόνο στο ποσό των (691 + 885) 1.576 ευρώ.
Η αιτούσα δεν καταβάλλει μίσθωμα, διότι κατοικεί σε κατοικία κυριότητας του συζύγου της, την οποία αυτός αγόρασε με τη λήψη δανείου από την εκκαλούσα. Δεν βαρύνεται ούτε η αιτούσα ούτε ο σύζυγός της με τη διατροφή των τέκνων τους, διότι είναι ενήλικα και από την εργασία τους κερδίζουν λίγα χρήματα, τα οποία αρκούν για την κάλυψη των στοιχειωδών εξόδων τους, δεδομένου μάλιστα ότι κατοικούν στην οικία των γονέων τους.
Για την κάλυψη όλων των ευλόγων δαπανών για την αξιοπρεπή διαβίωση της αιτούσας και του συζύγου της, δηλαδή τη σίτιση, ένδυση, υπόδηση, θέρμανση της οικίας, πληρωμή λογαριασμών ηλεκτροδότησης, ύδρευσης και τηλεφωνίας και συντήρηση εν γένει του νοικοκυριού απαιτείται κατά μέσο όρο το ποσό των 1.000 ευρώ μηνιαίως, το οποίο απαιτούνταν και κατά τον κρίσιμο χρόνο.
Το Δικαστήριο δεν άγεται σε διαφορετικό συμπέρασμα, δυσμενέστερο για την αιτούσα, με βάση το επίπεδο των ευλόγων δαπανών διαβίωσης της οικογένειας, αποτελούμενης από δύο ενήλικες, δυνάμει των στοιχείων που εξέδωσε τη 10-4-2014 το Κυβερνητικό Συμβούλιο διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους (άρθρο 4 παρ. 2 ν. 4336/2015), διότι σύμφωνα με την πρώτη ομάδα δαπανών που αναγνωρίζει το ανωτέρω συμβούλιο ως εύλογες για τη διατήρηση του αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης μιας οικογένειας, αποτελούμενης από δύο ενήλικες, το μηνιαίο κόστος διαβίωσης της οικογένειας της αιτούσας θα ήταν χαμηλότερο, δηλαδή 906 ευρώ, πλην όμως πρέπει να ληφθεί υπ' όψιν ότι ο σύζυγός της πάσχει από σοβαρά προβλήματα υγείας (πολλαπλά εμφράγματα, ρήξη σπληνός), τα οποία αυξάνουν τις μηνιαίες δαπάνες του, δεδομένου ότι απαιτείται η διενέργεια ιατρικών εξετάσεων και η προμήθεια φαρμάκων.
Δεν αποδείχθηκε ότι πρέπει να υπαχθεί σε μια από τις επόμενες ομάδες δαπανών και επομένως, το ποσό των χιλίων ευρώ, στο οποίο κατέληξε το Ειρηνοδικείο, ανταποκρίνεται στις αληθείς εύλογες δαπάνες που απαιτούνται για την αξιοπρεπή διαβίωση της αιτούσας και του συζύγου της. Η αιτούσα δεν διαθέτει ακίνητη περιουσία.
Είναι κυρία ενός δικύκλου..., τύπου PIAGGIO, παλαιότητας 15 ετών... Ως προς την περιουσία του συζύγου της, αποδείχθηκε ότι αυτός διαθέτει την εξής ακίνητη περιουσία: α) την πλήρη κυριότητα μιας αυτοτελούς και διαιρεμένης οριζόντιας ιδιοκτησίας, ήτοι ενός ισογείου διαμερίσματος υπό στοιχείο Δ1 επιφάνειας 69 τ.μ.
και υπογείου επιφάνειας 73 τ.μ. σε οικοδομή, αναγερθείσα επί οικοπέδου έκτασης 381 τ.μ. στη συνοικία ... Το διαμέρισμα έχει αναλογία 211,75 τοις χιλίοις επί του οικοπέδου, των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων χώρων της οικοδομής και κατασκευάσθηκε με δαπάνες του ιδίου στο οικόπεδο που περιήλθε στην κυριότητά του με το υπ' αριθμ. ...
συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Λήμνου Φωτεινής-Παρασκευής Ετμεκτσόγλου από τη μητέρα του Μ. Χ. Το ακίνητο αυτό αποτελεί την κύρια κατοικία της αιτούσας και του συζύγου της και επ' αυτού έχει εγγραφεί προσημείωση υποθήκης υπέρ της εκκαλούσας για ικανοποίηση χρηματικής απαίτησής της μέχρι του ποσού των 310.674 ελβετικών φράγκων δυνάμει της απόφασης 79273Σ/2006 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών..., β) την πλήρη κυριότητα κατά ποσοστό 8,75% επί μιας αυτοτελούς και διαιρεμένης ιδιοκτησίας και ειδικότερα οικίας, επιφανείας 50,67 τ.μ., παλαιότητας 67 ετών, ευρισκόμενης επί του ιδίου ως άνω οικοπέδου.
Το ποσοστό αυτό περιήλθε στην κυριότητα του συζύγου της αιτούσας από την κληρονομιά της ανωτέρω αναφερόμενης θείας του, η οποία απεβίωσε άτεκνη το έτος 2009, δυνάμει της υπ' αριθμ. 28184/8-6-2010 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου. Επ' αυτού του ακινήτου η εκκαλούσα ενέγραψε προσημείωση υποθήκης προς εξασφάλιση των απαιτήσεών της κατά της αιτούσας και του συζύγου της μέχρι του ποσού των 16.800 ευρώ δυνάμει της απόφασης υπ' αριθμ. 115/2012 του Ειρηνοδικείου Λήμνου και γ) την πλήρη κυριότητα της προαναφερθείσας αυτοτελούς και διαιρεμένης οριζόντιας ιδιοκτησίας υπό στοιχείο Δ2 επιφάνειας 69 τ.μ.
στον πρώτο όροφο της ίδιας ως άνω οικοδομής. Το διαμέρισμα αυτό έχει αναλογία 211,75 τοις χιλίοις επί του οικοπέδου, των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων χώρων της οικοδομής. Η κυριότητα αυτής της ιδιοκτησίας περιήλθε στο σύζυγο της αιτούσας από την ανωτέρω θεία του δυνάμει της υπ' αριθμ. ... σύμβασης πωλήσεως της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου.
Το τίμημα που ανεγράφη στο συμβόλαιο είναι 7.000 ευρώ και η αντικειμενική αξία της αυτοτελούς ιδιοκτησίας ανέρχεται στο ποσό των 8.813.10 ευρώ. Από την περιγραφή της οριζόντιας ιδιοκτησίας στο συμβόλαιο αλλά και στο δικόγραφο της έφεσης και των προτάσεων της εκκαλούσας ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού και δη από τη χρήση του όρου μελλοντική, ανεξαρτήτως της νομικής ορθότητάς του, το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι ο σύζυγος της αιτούσας δεν αγόρασε κατασκευασμένο ή έστω ημιτελές διαμέρισμα, αλλά το δικαίωμα της κυριότητας επί της ανεγερθησόμενης ιδιοκτησίας, το οποίο ο ίδιος χαρακτηρίζει δικαίωμα του υψούν.
Προς την ίδια κατεύθυνση τείνει το ύψος του τιμήματος, το οποίο είναι πολύ μικρό για κατασκευασμένο ή έστω ημιτελές διαμέρισμα. Η εκκαλούσα δεν απέδειξε ότι μετά την αγορά αυτού του δικαιώματος και πριν από την υποβολή της υπό κρίση αίτησης στο Ειρηνοδικείο, ο σύζυγος της αιτούσας κατασκεύασε διαμέρισμα στον πρώτο όροφο της οικοδομής, δηλαδή επάνω από το δικό του διαμέρισμα.
Έτσι, δεν αποδείχθηκε ότι στη σημερινή της κατάσταση η οικοδομή έχει αποπερατωμένα, ένα υπόγειο, ένα ισόγειο και έναν όροφο. Από τα υπάρχοντα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η αποπεράτωση μόνον του υπογείου και του ισογείου. Η αιτούσα όντως παρέλειψε την αναφορά στο δικόγραφο της υπό κρίση αίτησης του τελευταίου περιουσιακού στοιχείου του συζύγου της, δηλαδή του δικαιώματος της κυριότητας επί του ανεγερθησομένου διαμερίσματος στον πρώτο όροφο της προαναφερθείσας οικοδομής, αλλά η παράβαση αυτή του καθήκοντος ειλικρίνειας είναι επουσιώδης και απρόσφορη να βλάψει τα συμφέροντα των πιστωτών.
Στην κρίση αυτή άγεται το Δικαστήριο λόγω της ανυπαρξίας ορισμένου αξιοποιήσιμου περιουσιακού στοιχείου. Δηλαδή, με βάση τη ρεαλιστική θεώρηση των πραγμάτων, μη αποδειχθείσας της ύπαρξης έστω και ημιτελούς διαμερίσματος, δεν υπάρχει περιουσία, η οποία θα μπορούσε να προσελκύσει το αγοραστικό ενδιαφέρον τρίτων προσώπων και να επιτευχθεί η είσπραξη τιμήματος.
Με βάση τη διαμορφωθείσα κατάσταση στην αγορά ακινήτων και την έλλειψη ρευστότητας δεν αναμένεται ότι ορισμένο πρόσωπο θα ενδιαφερθεί και θα καταβάλει χρήματα για την αγορά του δικαιώματος ανέγερσης ενός διαμερίσματος στην προαναφερθείσα οικοδομή. Γι' αυτό, η εκ μέρους της αιτούσας παράβαση του καθήκοντος ειλικρίνειας ως προς το ανωτέρω δικαίωμα του συζύγου της δεν πρέπει εν προκειμένω να επισύρει την οριζόμενη από το νόμο κύρωση, δηλαδή την απόρριψη της αίτησης ρύθμισης των οφειλών της....
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η αιτούσα κατά τον κρίσιμο χρόνο βαρυνόταν έναντι της εκκαλούσας με τις εξής χρηματικές οφειλές, τις οποίες ανέλαβε τουλάχιστον ένα έτος προ της υποβολής της αίτησης: α) ποσού 87.500,23 ευρώ από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου, η οποία συνήφθη σε ελβετικά φράγκα, β) ποσού 121.766,27 ευρώ από την υπ' αριθμ. ...
σύμβαση στεγαστικού δανείου, η οποία επίσης συνήφθη σε ελβετικά φράγκα, γ) ποσού 16.205,98 ευρώ από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση προσωπικού δανείου... Με τις ανωτέρω συμβάσεις συμφωνήθηκε η αποπληρωμή των δύο πρώτων δανείων σε 360 μήνες και του τρίτου σε 183 μήνες. Η πρόσθεση των οφειλών αποδίδει άθροισμα 225.472,48 ευρώ.
Έναντι της υπό ειδική εκκαθάριση τελούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." κατά τον κρίσιμο χρόνο βαρυνόταν με τις εξής οφειλές: α) ποσού 15.083,64 ευρώ από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου και β) ποσού 15.209,50 ευρώ από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου.
Η πρόσθεση των οφειλών αποδίδει άθροισμα 30.293,14 ευρώ... Δηλαδή το σύνολο των οφειλών της εφεσίβλητης ανερχόταν πριν από την υποβολή της αίτησης στο Ειρηνοδικείο Λήμνου στο ποσό των 255.765,62 ευρώ. Σημειωτέον ότι τα δύο πρώτα δάνεια η εφεσίβλητη τα έλαβε από την εκκαλούσα την 23-11-2006 από κοινού με το σύζυγό της Φ.
Χ., προκειμένου να ανεγερθεί η ανωτέρω οικοδομή, και το δανεισθέν ποσό ανερχόταν σε 99.457,87 και σε 141.165,87 ελβετικά φράγκα, αντίστοιχα. Η αιτούσα εξυπηρετούσε αυτά τα δάνεια μέχρι το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2015, οπότε έπαυσε να πληρώνει τις μηνιαίες εξοφλητικές δόσεις και αυτές άρχισαν να καθίστανται ληξιπρόθεσμες.
Όπως αποδείχθηκε, το μηνιαίο καθαρό εισόδημα της αιτούσας ανέρχεται στο ποσό των 691 ευρώ και του συζύγου της στο ποσό των 885 ευρώ και το καθαρό οικογενειακό εισόδημά τους στο ποσό των (691 + 885) 1.576 ευρώ. Με βάση την αναλογία των καθαρών εισοδημάτων τους (0,78 προς 1) η αιτούσα υποχρεούται να συνεισφέρει στις ανάγκες του κοινού οίκου το ποσό των 440 ευρώ και ο σύζυγός της το ποσό των 560 ευρώ κατ' άρθρο 1389 ΑΚ.
Το ποσό που απομένει μετά από την καταβολή της συνεισφοράς της αιτούσας για την κάλυψη των ευλόγων δαπανών για την αξιοπρεπή διαβίωση της ιδίας και του συζύγου της, δηλαδή το ποσό των (691 - 440) 251 ευρώ, δεν επαρκεί για την εξόφληση των μηνιαίων δόσεων προς τις δύο μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες, ήτοι την εκκαλούσα και την υπό εκκαθάριση τελούσα Αγροτική Τράπεζα, ώστε να εξοφληθεί η συνολική οφειλή των 255.765,62 ευρώ.
Το γεγονός ότι η αιτούσα τα τελευταία έτη συνήψε ρυθμιστικές συμβάσεις, με τις τελευταίες εκ των οποίων απέκτησε τη δυνατότητα να καταβάλει στην εκκαλούσα επί ένα έτος συνολικό ποσό 96 ελβετικών φράγκων και 35 ευρώ κάθε μήνα για το σύνολο των οφειλών της προς αυτήν, ήτοι ποσό μικρότερο των 251 ευρώ, προσφέρει μεν πρόσκαιρη ανακούφιση στην αιτούσα αλλά δεν αναιρεί το γεγονός ότι επί της ουσίας οι οφειλές της δεν δύνανται πλέον να εξυπηρετηθούν.
Με αυτές τις ρυθμιστικές συμβάσεις η εκκαλούσα συνομολόγησε μηνιαίες καταβολές, έστω και για ένα μόνο έτος, μικρότερες από αυτές που όρισε το Ειρηνοδικείο με την εκκαλούμενη απόφαση. Πρόκειται για επί της ουσίας ομολογία της εκκαλούσας ότι οι οφειλές της αιτούσας όχι μόνο είναι ληξιπρόθεσμες αλλά και ότι η αδυναμία πληρωμής τους είναι γενική και μόνιμη.
Η αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων δόσεων είναι γενική και μόνιμη, διότι αναφέρεται στο μεγαλύτερο μέρος τους και δεν οφείλεται σε παροδικά αίτια ή μεταβατικές καταστάσεις. Οι αποδοχές της αιτούσας δεν πρόκειται να αυξηθούν, διότι με βάση τη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν θα αυξηθεί η σύνταξη που λαμβάνει ούτε θα αυξηθεί ο μισθός του συζύγου της και συνακόλουθα το οικογενειακό τους εισόδημα, η δε ηλικία της αιτούσας την εμποδίζει από την εύρεση εργασίας με σκοπό την ενίσχυση του εισοδήματός της, δεδομένης της ανεργίας, η οποία πλήττει ακόμη και το τμήμα του πληθυσμού που βρίσκεται σε νεώτερη ηλικία και διαθέτει υψηλά επαγγελματικά προσόντα και εξειδικευμένη επιστημονική γνώση.
Ως εκ τούτου δεν υπάρχει η προσδοκία επανάληψης των χρηματικών καταβολών κάθε μήνα...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την υπ' αριθμό καταθέσεως 20/2017 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 37/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Λήμνου, που είχε κρίνει ομοίως, δεχόμενο ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη από 14-12-2015 (με αριθμό κατάθεσης 33/22-12-2015) αίτηση της πρώτης αναιρεσίβλητης.
Με τις παραπάνω παραδοχές συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 και 8 παρ. 2 του ν. 3869/ 2010 και το δικαστήριο της ουσίας, με το να δεχθεί ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους και να προχωρήσει στη ρύθμιση των χρεών της πρώτης αναιρεσίβλητης, δεν παραβίασε τις εν λόγω διατάξεις, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά.
Εξάλλου, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς λογικά κενά αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η συνδρομή της μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμής εκ μέρους της πρώτης αναιρεσίβλητης των χρηματικών της οφειλών.
Ειδικότερα, το Δικαστήριο δέχθηκε, μεταξύ άλλων, τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη ήταν υπάλληλος του Γενικού Νοσοκομείου Λήμνου και το μήνα Μάρτιο του 2015 παραιτήθηκε από την εργασία της, προκειμένου να συνταξιοδοτηθεί και ότι οι καθαρές συντάξιμες αποδοχές της ανέρχονται στο ποσό των 691 ευρώ, που είναι το μοναδικό εισόδημά της, ότι οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές του συζύγου της, που εργάζεται ως υπάλληλος στο ως άνω Νοσοκομείο, ανέρχονται στο ποσό των 885 ευρώ, ότι διαμένουν σε οικία ιδιοκτησίας του συζύγου της, την οποία αυτός αγόρασε με τη λήψη δανείου από την αναιρεσείουσα, ότι οι μηνιαίες βιοτικές ανάγκες αυτής και του συζύγου της ανέρχονται στο ποσό των 1.000 ευρώ, στις οποίες συμμετέχει με το ποσό των 440 ευρώ από τη σύνταξη και κατά το ποσό των 560 ευρώ ο σύζυγός της, ότι τα ληξιπρόθεσμα χρέη της πρώτης αναιρεσίβλητης ανέρχονταν κατά το χρόνο κατάθεσης της ένδικης αίτησης στο συνολικό ποσό των 255.765,62 ευρώ, ήτοι 225.472,48 ευρώ προς την αναιρεσείουσα και 30.293,14 ευρώ προς την υπό ειδική εκκαθάριση τελούσα δεύτερη αναιρεσίβλητη, ότι οι δανειακές συμβάσεις με το υψηλότερο ποσό δανειοδότησης καταρτίσθηκαν κατά τα έτη 2006 και 2008 όταν τα ετήσια εισοδήματα αυτής και του συζύγου της ανέρχονταν στα ποσά των 17.667,91 και 17.822,50 ευρώ, αντίστοιχα, και είχαν αυξητική πορεία μέχρι το 2012, που της επέτρεπαν να εξυπηρετεί τις δανειακές της υποχρεώσεις, ότι εξαιτίας, αφενός της μείωσης των αποδοχών της από το έτος 2012 και μετά και των ακόμη μικρότερων συντάξιμων αποδοχών της από το 2015, αφετέρου δε του ύψους των βιοτικών αναγκών της ιδίας και του συζύγου της, σε συνδυασμό με το ύψος των μηνιαίων δόσεων που απαιτούνται για την εξυπηρέτηση των ένδικων δανείων της, την έχουν οδηγήσει στην αδυναμία να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών της και την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της και έχει περιέλθει σε γενική και μόνιμη αδυναμία πληρωμών.
Η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα αιτίαση ότι δεν εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι μηνιαίες υποχρεώσεις της πρώτης αναιρεσίβλητης προς την ίδια (αναιρεσείουσα) και την δεύτερη αναιρεσίβλητη κατά το μήνα Δεκέμβριο 2015 που υπέβαλε την αίτησή της, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, καθόσον δεν απαιτείται η αναφορά στην απόφαση του ύψους των μηνιαίων δόσεων προς τις πιστώτριες τράπεζες για να κρίνει το δικαστήριο της ουσίας αν συντρέχει η μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών.
Επομένως, το Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης, που δίκασε ως Εφετείο, δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 560 αρ. 1 και 6 ΚΠολΔ, προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο οποίος, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του νόμου αυτού είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.
Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του". Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια.
Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης• επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και τα αποδέχεται".
Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.
Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή. Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο είτε είναι αρχικός είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε.
Στην περίπτωση της πιο πάνω διάταξης, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων, κατά τα ανωτέρω, αντικειμενικών στοιχείων. Τέλος, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (ΑΠ 156/2018, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 951/2015, ΑΠ 1226/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με την ένσταση δόλου, που η αναιρεσείουσα προέβαλε πρωτοδίκως και επανέφερε με λόγο έφεσης: "Όλα τα δάνεια ελήφθησαν μέχρι και το έτος 2008.
Οι μεταγενέστερες συμβάσεις είναι τροποποιητικές συμβάσεις με σκοπό τη ρύθμιση των οφειλών, για τις οποίες είχε ήδη διαφανεί ότι δεν ήταν ευχερές να εξοφλούνται κανονικά. Ακόμη και η υπό στοιχείο γ) δανειακή σύμβαση, ήτοι η υπ' αριθμ. ... με ημερομηνία 20-7-2012, συνήφθη με την εκκαλούσα προς αποπληρωμή προηγούμενων οφειλών της αιτούσας και του συζύγου της (σελ. 2 της σύμβασης) και δεν πρόκειται για δάνειο που έλαβε η αιτούσα για πρώτη φορά τότε.
Ούτε η εκκαλούσα ούτε η δεύτερη μετέχουσα στη δίκη πιστώτρια απέδειξαν ότι η αιτούσα περιήλθε από δόλο σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι με πράξεις ή παραλείψεις της επιδίωξε την αδυναμία των πληρωμών της ούτε ότι την προέβλεψε ως πιθανή και την αποδέχθηκε, προκειμένου να καρπωθεί τα οφέλη από τη λήψη των δανείων.
Κατά το χρόνο λήψης των δανείων οι μηνιαίες αποδοχές της τότε εργαζομένης αιτούσας και του συζύγου της ήταν πολύ υψηλότερες από ότι το έτος 2015, που υπεβλήθη η αίτηση στο Ειρηνοδικείο. Ειδικότερα, το έτος 2008 το συνολικό δηλωθέν εισόδημα της αιτούσας ήταν 17,667,91 και του συζύγου της 17.822,50 ευρώ, το έτος 2009 αυξήθηκε στις 17.150 ευρώ και 19.134,40 ευρώ, αντίστοιχα, το έτος 2010 αυξήθηκε εκ νέου στις 21.994,58 ευρώ και 22.839,83 ευρώ, αντίστοιχα, το έτος 2011 αυξήθηκε και πάλι στις 24.555,22 ευρώ και 27.071,61 ευρώ, αντίστοιχα, ενώ από το έτος 2012 η πορεία αντεστράφη και τα εισοδήματά τους μειώνονται μέχρι που το έτος 2015 έφθασαν, το μεν εισόδημα της αιτούσας στο ποσό των 11.424,64 ευρώ, το δε εισόδημα του συζύγου της στο ποσό των 13.046,58 ευρώ.
Όλοι οι ανωτέρω αριθμοί αναφέρονται στα μικτά εισοδήματα. Από την εξέταση της πορείας του εισοδήματος της αιτούσας και του συζύγου της καθίσταται αντιληπτό ότι αυτή με βάση τη μέχρι τότε πορεία των πραγμάτων, υπολόγιζε ότι θα συνέχιζε να έχει ικανοποιητικές αποδοχές και ότι με αυτές θα πλήρωνε τα δάνεια, όπως άλλωστε το έπραττε περί τα δέκα έτη, έστω και με δυσχέρεια από το έτος 2012 και έπειτα.
Το γεγονός ότι τόσο αυτή όσο και ο σύζυγός της είχαν σταθερή εργασία στο νοσοκομείο, δηλαδή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, και υπολόγιζε στη λήψη σύνταξης ανάλογης με τα ισχύοντα μέχρι και το χρόνο λήψης των δανείων, καθιστούσε απρόβλεπτη την επί το δυσμενέστερο μεταβολή της οικονομικής τους κατάστασης με βάση τη μέχρι τότε πορεία των πραγμάτων.
Επομένως, καλόπιστα θεωρούσε κατά την ανάληψη των χρεών της ότι δεν θα ετίθετο σε αμφιβολία η δυνατότητά της να τα εξοφλήσει. Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι από δική της υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Η αποχώρησή της από την εργασία της λόγω συνταξιοδότησης είχε μεν ως αποτέλεσμα τη μείωση των αποδοχών της, εφ' όσον η σύνταξη είναι μικρότερη των αποδοχών, αλλά δεν είναι δυνατόν να της καταλογισθεί αυτή η μεταβολή ως δόλια περιέλευση σε αδυναμία πληρωμής, διότι η θεμελίωση του δικαιώματος για λήψη σύνταξης και η συνακόλουθη αποχώρηση από την εργασία αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος και επιπλέον αναπότρεπτη εξέλιξη για κάθε εργαζόμενο, η οποία εξαρτάται από την πάροδο του χρόνου.
Αντιθέτως η οφειλή της διογκώθηκε σε μεγάλο βαθμό και έφθασε στο δυσθεώρητο ύψος για μια συνταξιούχο ποσό των 255.765,62 ευρώ, όχι μόνο λόγω των νομίμων τόκων, αλλά και λόγω της σύναψης των δύο μεγαλυτέρων δανείων με την εκκαλούσα σε ελβετικό φράγκο και της μετέπειτα ανατίμησης του ελβετικού φράγκου έναντι του ευρώ.
Συνεπώς, μη αποδειχθέντος ότι η αιτούσα περιήλθε δολίως σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, ο πρώτος λόγος της έφεσης είναι ουσιαστικά αβάσιμος...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω Δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμο τον πρώτο λόγο της από 20-6-2017 έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 37/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Λήμνου, που είχε κρίνει παρομοίως, απορρίπτοντας ως αβάσιμη την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης σε αδυναμία πληρωμών.
Κρίνοντας έτσι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων στοιχείων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η μη συνδρομή στο πρόσωπο της α' αναιρεσίβλητης της ύπαρξης δόλου.
Ειδικότερα το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι η αιτούσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη περιήλθε, άνευ δόλου, σε μόνιμη και γενική αδυναμία εξυπηρετήσεως των ληξιπρόθεσμων χρεών της, ανερχομένων στο ποσό των 255.765,22 ευρώ (δύο στεγαστικών δανείων ποσού 87.500,23 ευρώ το ένα και 121.766,27 ευρώ το άλλο και ενός προσωπικού δανείου ποσού 16.205,98 ευρώ προς την αναιρεσείουσα και δύο καταναλωτικών δανείων συνολικού ποσού 30.293,14 ευρώ προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη), το ύψος δε των στεγαστικών δανείων κατά το χρόνο λήψεώς τους (23-11-2006) ανερχόταν στο ποσό των 99.457,77 και 141.165,87 ελβετικών φράγκων, ότι η έλλειψη δόλου προκύπτει από το γεγονός ότι κατά το χρόνο ανάληψης των δανείων η οικονομική της κατάσταση (τα εισοδήματα του έτους 2007 που δηλώθηκαν το 2008 ανήλθαν στο ποσό των 17.150 ευρώ για την ίδια και στο ποσό των 17.822,50 ευρώ για το σύζυγό της) ήταν τέτοια που της δημιουργούσε την πεποίθηση ότι σε κάθε περίπτωση θα ικανοποιούνταν οι απαιτήσεις των πιστωτών της, όπως συνέβαινε μέχρι το έτος 2015, ότι κατά το χρόνο ανάληψης των δανείων δεν γνώριζε και δεν επιδίωξε με πράξεις ή παραλείψεις της, ούτε προέβλεψε ως πιθανή την αδυναμία αποπληρωμής αυτών και ότι η κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών που έχει περιέλθει οφείλεται σε γεγονότα και περιστατικά ανεξάρτητα από την ίδια, ενώ παράλληλα ήταν απρόβλεπτα κατά τη σύναψη των δανειακών συμβάσεων, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη των χρεών της και δεν συνέτρεχε στο πρόσωπό της ούτε αρχικός, αλλά ούτε και μεταγενέστερος δόλος.
Επομένως, το Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης, που δίκασε ως Εφετείο, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 56 αρ. 6 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επομένως, οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα αιτιάσεις ότι δεν εκτίθενται στην προσβαλλόμενη:
α) το στοιχείο αν, ενώ δέχεται ότι η οφειλή της α' αναιρεσίβλητης διογκώθηκε σε μεγάλο βαθμό λόγω της ανατίμησης του ελβετικού φράγκου, η επιλογή της να δανεισθεί σε αυτό το νόμισμα ήταν αναγκαστική και μη ελεγχόμενη από την ίδια, β) τι την εμπόδισε να μετατρέψει το νόμισμα του δανείου της σε ευρώ, όταν άρχισε η ανατίμηση του ελβετικού φράγκου και να αποφύγει έτσι τη διόγκωση των οφειλών της, γ) ποια ήταν η μηνιαία δόση που κατάβαλε η πρώτη στη δεύτερη αναιρεσίβλητη το Σεπτέμβριο του 2015 που έπαψε να εξυπηρετεί όλα τα δάνειά της για να κριθεί αν μπορούσε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της και δ) για να κριθεί ότι η αδυναμία πληρωμών δεν οφειλόταν στη συνταξιοδότησή της, θα έπρεπε να αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το ποσό κατά το οποίο μειώθηκε το εισόδημά της εξαιτίας της συνταξιοδότησή της, είναι αβάσιμες και απορριπτέες, καθόσον οι αιτιάσεις αυτές δεν απαιτείται να αναφερθούν για να κριθεί ότι συντρέχει ο δόλος στο πρόσωπο της αιτούσας και ότι αποτελούν στοιχεία που πρέπει να διαλάβει η απόφαση για να αχθεί στο συμπέρασμα ότι υπάρχει δόλος.
Με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 3869/2010 ορίζεται ότι "Για την έναρξη της διαδικασίας ο οφειλέτης καταθέτει αίτηση στο γραμματέα του αρμόδιου δικαστηρίου, συνοδευόμενη από τα έγγραφα της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου. Η αίτηση του οφειλέτη πρέπει να αναφέρει α) την περιουσιακή κατάσταση του ιδίου και της συζύγου του και τα πάσης φύσεως εισοδήματά τους, β) τους πιστωτές του και τις απαιτήσεις τους, αναλυόμενες σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραγράφους 4 και 4α του άρθρου 2 του παρόντος νόμου, γ) τυχόν μεταβιβάσεις εμπραγμάτων του επί ακινήτων, στις οποίες ο οφειλέτης προέβη την τελευταία τριετία πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης, δ) τυχόν αίτημα για διαγραφή των χρεών του κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 5ο του παρόντος νόμου ή σχέδιο για τη διευθέτηση των οφειλών του, που λαμβάνει υπόψη με εύλογό τρόπο και συσχέτιση τα συμφέροντα των πιστωτών, την περιουσία, τα εισοδήματα και τις δαπάνες διαβίωσης του ιδίου και της οικογενείας του και την προστασία της κύριας κατοικίας σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 9 του παρόντος νόμου".
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 εδαφ. α' και β' του ίδιου νόμου, ο οφειλέτης έχει την υποχρέωση να υποβάλει ειλικρινή δήλωση για τα περιουσιακά στοιχεία και τα εισοδήματά του, τόσο κατά τη διαδικασία που αρχίζει με την υποβολή της αιτήσεως της παρ. 1 του άρθρου 4 όσο και κατά την περίοδο ρύθμισης των οφειλών.
Η παράβαση των υποχρεώσεων αυτών, εφόσον έγινε από δόλο ή βαριά αμέλεια, έχει ως συνέπεια, με την επιφύλαξη τυχόν ποινικής ευθύνης, την απόρριψη του αιτήματος για την ρύθμιση οφειλών με απαλλαγή σύμφωνα με το άρθρο 8 ή την έκπτωση από την ρύθμιση οφειλών και την απαλλαγή που έχει ήδη αποφασισθεί και μέχρι δύο έτη μετά την επέλευσή της, ενώ νέα αίτηση μπορεί να υποβληθεί μετά την πάροδο 2 ετών από την τελεσίδικη απόρριψη της προηγούμενης αιτήσεως ή την τελεσιδικία της αποφάσεως για την έκπτωση.
Την παράβαση αυτή μπορεί να επικαλεσθεί οποιοσδήποτε πιστωτής μέσα σε ένα έτος από τη στιγμή που πληροφορήθηκε τη διάσταση της πραγματικής καταστάσεως του οφειλέτη σε σχέση με εκείνη που δηλώθηκε. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι παραβίαση του καθήκοντος ειλικρίνειας υπάρχει αν ο οφειλέτης, από δόλο ή βαριά αμέλεια αποκρύπτει εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή και αν προέρχονται ή περιουσιακά στοιχεία, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να εμφανίζεται μειωμένων οικονομικών δυνατοτήτων και έτσι να επιτύχει παράνομα μειωμένη ικανοποίηση των πιστωτών του, εκτός βέβαια αν η παράλειψη αυτή είναι εντελώς ασήμαντη και επουσιώδης.
Για να επέλθουν σε βάρος του οφειλέτη οι οριζόμενες στο νόμο πιο πάνω δυσμενείς κυρώσεις δεν απαιτείται με τη συμπεριφορά αυτή του οφειλέτη να έχει μειωθεί (βλαβεί) η ικανοποίηση των πιστωτών. Αρκεί ότι οι εσφαλμένες ή ατελείς δηλώσεις του οφειλέτη είναι πρόσφορες να μειώσουν (ζημιώσουν) την ικανοποίηση των πιστωτών.
Όταν, όμως, οι παραβάσεις είναι επουσιώδεις, γιατί δεν είναι ικανές να μειώσουν την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών, δεν δικαιολογείται η προβλεπόμενη στο νόμο παραπάνω αντιμετώπιση και η αίτησή του δεν απορρίπτεται λόγω παράβασης του καθήκοντος ειλικρινούς δήλωσης. Και τούτο διότι, η παράλειψη αυτή του οφειλέτη δεν είναι, σε μια τέτοια περίπτωση, πρόσφορη να προκαλέσει οποιουδήποτε είδους βλάβη στους πιστωτές του.
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλειες, διότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης, που δίκασε ως Εφετείο, με το να κρίνει απορριπτέο τον πέμπτο λόγο της έφεσής της (αναιρεσείουσας), με τον οποίο υποστήριξε ότι η αιτούσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη απέκρυψε από δόλο, παραβιάζοντας το καθήκον ειλικρινούς δήλωσης, ότι ο σύζυγός της διαθέτει και μία μελλοντική οριζόντια ιδιοκτησία του πρώτου ορόφου οικοδομής στην περιοχή ...
εμβαδού 69,22 τ.μ., παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 10 παρ. 1 του ν. 3869/2010. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες παραδοχές του, ότι η παράλειψη της αιτούσας να αναφέρει στην αίτησή της το ως άνω περιουσιακό στοιχείο του συζύγου της είναι επουσιώδης και απρόσφορη να μειώσει την ικανοποίηση των πιστωτών της.
Υπό τις άνω παραδοχές δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των προαναφερόμενων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και το δικαστήριο της ουσίας δεχόμενο ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους και απορρίπτοντας τον επίμαχο ισχυρισμό - ένσταση της αναιρεσείουσας ως ουσιαστικά αβάσιμο, δεν παραβίασε τις εν λόγω διατάξεις, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά.
Εξάλλου, το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν το αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, το Δικαστήριο δέχθηκε τα ουσιώδη περιστατικά ότι η αξία του ως άνω περιουσιακού στοιχείου του συζύγου της α' αναιρεσίβλητης (ήτοι το δικαίωμα κυριότητας επί της ανεγερθησόμενης ιδιοκτησίας του α' ορόφου της ανωτέρω οικοδομής) είναι μικρή, καθόσον η αντικειμενική του αξία ανέρχεται στο ποσό των 8.813,10 ευρώ, ότι δεν υπάρχει περιουσία η οποία θα μπορούσε να προσελκύσει το αγοραστικό ενδιαφέρον τρίτων προσώπων και να επιτευχθεί η είσπραξη τιμήματος και ότι η μη αναφορά στο δικόγραφο της αίτησης του εν λόγω περιουσιακού στοιχείου είναι επουσιώδης και δεν είναι πρόσφορη να μειώσει την ικανοποίηση των πιστωτών και να βλάψει τα συμφέροντά τους και ως εκ τούτου δεν πρέπει να επισύρει σε βάρος της την προβλεπόμενη από το νόμο απόρριψη της αίτησης ρύθμισης των οφειλών της.
Ενόψει τούτων, το Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης, που δίκασε ως Εφετείο, δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 560 αρ. 1 και 6 ΚΠολΔ προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναίρεσης, ο οποίος, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο, κατά το άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' ΚΠολΔ, χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδ. β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-2-2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 2/2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 350/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης. Και
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιουνίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Π.Π.