Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
631/2006 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal on contract interpretation and common sense violation claims.

Geschäftsnummer 631/2006
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court rejected the appeal against the Ioannina Court of Appeal's decision regarding a property dispute. The appellants argued the lower court violated statutory interpretation rules and common sense principles, but the court found no ambiguity in the contract or specific errors in applying legal maxims. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellants were ordered to pay the respondents' legal costs.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 559(1)(b), 559(1)(a), 559(19), 559(20) of the Code of Civil Procedure; The appellate court's decision is appealable only if it fails to find a gap or ambiguity in the contract or incorrectly applies common sense principles, which requires specific identification of the violated maxim.

Schlagwörter

KI-generiert
Code of Civil Procedure appeal grounds contract interpretation common sense principles property ownership legal costs appellate review Rückübertragung

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 559(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 173 of the Civil Code
Article 200 of the Civil Code
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 631 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 631/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. συζύγου Κ. Κ., το γένος Ε. Ν. και 2) Κ. Κ. του Ι., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Παπαστεφανάκη.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Σ. Ν. του Ε., κατοίκου ..., 2) Μ. συζύγου Γ. Ν., το γένος Ε. Ν., κατοίκου ..., Α. συζύγου Η. Μ., το γένος Ε. Ν., κατοίκου ... και 4) Α. συζύγου Π. Σ., το γένος Ε. Ν., κατοίκου Άνω Λιοσίων, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κόντη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 2-5-1990 και 10-9-1990 αγωγές του αρχικού ενάγοντος Ε. Ν., που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πρεβέζης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7/1991 μη οριστική, 110/1994 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 58/1996,100/2000 μη οριστικές, 3/2003 οριστική του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-12-2003 αίτησή τους και τους από 8-2-2005 προσθέτους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 10-3-2005 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των από 8-2-2005 προσθέτων λόγων της.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδάφ. 1 στοιχ. β', 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση του εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ιδιότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.

Η διάταξη αυτή αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει, όμως, εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσκομίσει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου (Ολομ.

ΑΠ 9/2000). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από την παραπάνω δικονομική διάταξη θα πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται: α) ποιες είναι οι αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν και τις οποίες έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, καθώς και με τους τέσσερις πρόσθετους λόγους, κατά το τρίτο, αντίστοιχα, μέρος τους, ως προς το δεύτερο σκέλος τους, προβάλλουν κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ' ορθή εκτίμησή τους, την από τον αριθμό 11 περίπτ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με την προαναφερόμενη απόφαση και όλα τα έγγραφα των αναιρεσιβλήτων, μεταξύ των οποίων και τα στο αναιρετήριο εξειδικευόμενα έξι (6) έγγραφα, που ρητά μνημονεύονται στις από 1-11-1990 και 17-2-1994, αντίστοιχα, πρωτόδικες προτάσεις τους, χωρίς στις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση να γίνεται ειδική παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πιο πάνω πρωτόδικων προτάσεών τους όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εν λόγω εγγράφων, δηλαδή, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 240 ΚΠολΔ.

Οι παραπάνω λόγοι είναι απορριπτέοι προεχόντως ως αόριστοι, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια πραγματικά γεγονότα αποδεικνύονται από τα έγγραφα αυτά και προς απόδειξη ποιου ισχυρισμού, η παραδοχή ή όχι του οποίου στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Όπως προκύπτει από τη διάταξη του αριθμού 11 περίπτ. α' του άρθρου 558 ΚΠολΔ, ο προβλεπόμενος σ' αυτή λόγος αναίρεσης της λήψης υπόψη μεταξύ άλλων από το δικαστήριο της ουσίας ανύπαρκτου αποδεικτικού μέσου αφορά την απόδειξη ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και άρα είναι γι' αυτήν κρίσιμο.

Εξάλλου, η ομολογία, ως αποδεικτικό μέσο, προϋποθέτει την παραδοχή της αλήθειας στοιχείου κατά νόμο αυτοτελούς ισχυρισμού του αντιδίκου ή της αναλήθειας τέτοιου ισχυρισμού εκείνου που προβαίνει στην παραδοχή. Αν το δικαστήριο της ουσίας αναφέρεται με την απόφασή του ότι σχημάτισε την κρίση του ως προς το ουσία βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής, που κρίνεται από τους μάρτυρες και τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν, με επίκληση, "και από όσα οι διάδικοι συνομολογούν με τις έγγραφες προτάσεις τους", δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τη δικονομική διάταξη που προπαρατέθηκε, γιατί από τη γενική αναφορά της απόφασης στα "εκατέρωθεν συνομολογούμενα" δεν συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη ανύπαρκτη δικαστική ομολογία κάποιου διαδίκου, αφού η κρίση του σχηματίστηκε από τους μάρτυρες και τα έγγραφα και η φράση "και όσα οι διάδικοι συνομολογούν" νοεί τα μη αμφισβητούμενα από τους διαδίκους πέραν εκείνων, με τα οποία σχηματίστηκε η πιο πάνω δικανική πεποίθηση, περιστατικά.

Ο δεύτερος και τρίτος, επομένως, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγοι της αναίρεσης, καθώς και οι συναφείς προς αυτούς τέσσερις πρόσθετοι λόγοι, κατά το τρίτο, αντίστοιχα, μέρος τους, ως προς το πρώτο σκέλος τους, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 558 αριθ. 11 περίπτ.

α' αιτίαση, γιατί το Εφετείο με την υπάρχουσα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση και από "όλα όσα οι διάδικοι εκθέτουν και συνομολογούν με τις έγγραφες προτάσεις τους", έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της κρίσης του σε σχέση με την ουσιαστική βασιμότητα των κρινόμενων αγωγών ως προς τη σωρευόμενη σ' αυτές βάση της αναγνώρισης της εικονικότητας της προίκας που συστάθηκε με το επίμαχο προικοσυμβόλαιο την περιεχόμενη σ' όλες τις προτάσεις των αναιρεσειόντων (πρωτόδικες και κατ' έφεση) ομολογία τους για όλα τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε επί των οποίων και στήριξε το διατακτικό της απόφασής του, ενώ τέτοια ομολογία είναι ανύπαρκτη, περαιτέρω δε έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει, δηλαδή "όλα όσα οι διάδικοι εκθέτουν", άρα και τους ισχυρισμούς των διαδίκων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι (ο δεύτερος απ' αυτούς) και ως απαράδεκτη (ο τρίτος απ' αυτούς), εφόσον δεν ιδρύεται ο τελευταίος λόγος αν βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι συνεκτιμήθηκαν με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και όλα όσα εκθέτουν οι διάδικοι όσον αφορά τους ισχυρισμούς αυτών.

Οι από τους διαδίκους διδόμενες στο δικαστήριο διασαφήσεις κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 245 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν ορίζονται με τη διάταξη του άρθρου 339 ΚΠολΔ ως ίδιο αποδεικτικό μέσο, προβλέπονται, όμως, ρητά στην πρώτη από τις παραπάνω διατάξεις ως διαδικαστική πράξη που "...μπορεί να συντελέσει στη διάγνωση της διαφοράς ..." με την απαραίτητη για τη διαμόρφωση της δικαστικής κρίσης αποσαφήνιση των ισχυρισμών των διαδίκων.

Η λήψη, συνεπώς, των εν λόγω διασαφήσεων για το σχηματισμό της κρίσης του δικαστηρίου δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11 ή άλλο από τους περιοριστικώς αναφερόμενους λόγους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, εκτός αν το δικαστήριο διαμορφώνει την πεποίθησή του αποκλειστικά με βάση τις διασαφήσεις των διαδίκων.

Από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς τους κρίσιμους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών στοιχείων και "τις διευκρινίσεις που έδωσαν οι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατ' επιταγή της υπ' αριθ. 100/2000 αποφάσεως του δικαστηρίου αυτού".

Ο τρίτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, καθώς και οι συναφείς προς αυτόν τέσσερις πρόσθετοι λόγοι, κατά το τρίτο μέρος τους, ως προς το δεύτερο σκέλος τους, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περίπτ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί με αυτή εκτιμήθηκαν και οι διασαφήσεις των διαδίκων κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους στο Εφετείο, ενώ οι τελευταίες δεν είναι αποδεικτικό μέσο - και χωρίς, παράλληλα, να εκτίθεται στο αναιρετήριο, ότι το Εφετείο, μετά την αξιολόγηση των εν λόγω διασαφήσεων, στήριξε σ' αυτές αποκλειστικά τη συναγωγή του δυσμενούς για τους αναιρεσείοντες συμπεράσματός του,- είναι απορριπτέοι ως αόριστοι.

Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προσάπτονται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις για πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 περίπτ. β', 11 περίπτ. γ' και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, δηλαδή, δεν έλαβε υπόψη αφενός μεν τις δικαστικές ομολογίες του αρχικού ενάγοντος και των καθολικών του διαδόχων, τις περιεχόμενες τόσο στις -κύρια και επιβοηθητική- αγωγές του πρώτου, όσο και στις πρωτόδικες προτάσεις του ίδιου, καθώς και στις πρωτόδικες και τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις των καθολικών του διαδόχων περί του ότι το επίμαχο προικοσυμβόλαιο ήταν ταυτόχρονα και προϊόν απειλής και εικονικό και καταπιστευματικό, αφετέρου δε την εξώδικη ομολογία του αρχικού ενάγοντος κατά την κατάθεσή του στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πρέβεζας σε ποινική δίκη της 3-4-1992 περί του ότι ο δεύτερος αναιρεσείων τον μέθυσε και, έτσι, με απάτη πέτυχε την κατάρτιση του πιο πάνω προικοσυμβολαίου, δικαστικές και εξώδικες ομολογίες, τις οποίες οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και με λόγους (τέταρτο, πέμπτο και έκτο) της έφεσής τους, οι οποίοι παρά το νόμο δεν λήφθηκαν επίσης υπόψη από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία, αλλιώς, επικουρικά, δεν απέδωσε στις δικαστικές ομολογίες την αποδιδόμενη κατά νόμο (άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ) δύναμη της πλήρους απόδειξης, δηλαδή, παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, ως προς μεν την αιτίασή του για πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περίπτ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον η ομολογία (δικαστική και εξώδικη) αποτελεί αποδεικτικό μέσο (άρθρο 339 ΚΠολΔ) και όχι "πράγμα", κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ως προς δε την αιτίασή του για πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περίπτ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σε σχέση μεν με τον ουσιώδη ισχυρισμό περί δικαστικών ομολογιών είναι απορριπτέος ως αλυσιτελείς, εφόσον η πλήρης απόδειξη των ομολογιών αυτών δεν ασκεί στη συγκεκριμένη περίπτωση, καμία έννομη επιρροή, σε σχέση δε με τον ουσιώδη ισχυρισμό της εξώδικης ομολογίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί, από τη γενική βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι, για το σχηματισμό της ουσιαστικής κρίσης της, έλαβε υπόψη μεταξύ άλλων αποδεικτικών στοιχείων "και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", καθώς και από το όλο περιεχόμενο της ίδιας απόφασης δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα πρακτικά της προαναφερόμενης δίκης, από τα οποία συνάγεται, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, εξώδικη ομολογία του αρχικού ενάγοντος.

Τέλος, ο ίδιος λόγος της αναίρεσης, ως προς την αιτίασή του για πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι, επίσης, απορριπτέος ως αλυσιτελής, εφόσον, όπως ήδη εκτέθηκε η πλήρης απόδειξη που αποδίδεται από το άρθρο 352 § 1 ΚΠολΔ στις δικαστικές ομολογίες δεν έχει στη συγκεκριμένη περίπτωση καμιά έννομη επιρροή.

Η από το ουσιαστικό δίκαιο συρροή αξιώσεων διαφέρει της σώρευσης αγωγών, δηλαδή, του δικαιώματος της άσκησης από ένα πρόσωπο περισσότερων για το ίδιο πράγμα αγωγών. Όταν οι συρρέουσες κατά το ουσιαστικό δίκαιο αξιώσεις ενωθούν στο ίδιο δικόγραφο, τότε πρόκειται για σώρευση συρρεουσών αγωγών. Η δικονομικού δικαίου σώρευση αγωγών προβλέπεται από το άρθρο 218 ΚΠολΔ (αντικειμενική σώρευση).

Η εν λόγω σώρευση υπάρχει όταν ενώνονται στο ίδιο δικόγραφο περισσότερες αιτήσεις του ίδιου ενάγοντος κατά του ίδιου εναγομένου, δηλαδή αιτήσεις παροχής δικαστικής προστασίας, επιτρέπεται δε κατά νόμο μόνο, εφόσον πηγάζουν από την ίδια ή διαφορετική αιτία, αφορούν το ίδιο ή διαφορετικό αντικείμενο και στηρίζονται στον ίδιο ή διαφορετικό λόγο, δεν είναι αντιφατικές μεταξύ τους, υπάγονται στο σύνολό τους λόγω ποσού στο δικαστήριο όπου εισάγονται, υπάγονται στην τυπική αρμοδιότητα του ίδιου δικαστηρίου και στο ίδιο είδος διαδικασίας, η σύγχρονη δε εκδίκασή τους δεν επιφέρει σύγχυση.

Η - αντικειμενική - σώρευση αγωγών αποτελεί δικαίωμα του ενάγοντος, εναπόκειται, δηλαδή, στη βούλησή του, αφού από καμιά διάταξη νόμου δεν υποχρεώνεται γι' αυτή, ούτε δημιουργείται, στην αντίθετη περίπτωση, τεκμήριο καταστρατήγησης των διατάξεων περί της καθ' ύλην αρμοδιότητας (Ολομ. ΑΠ 451/1971). Η σώρευση περισσότερων αγωγών (αιτήσεων) στο ίδιο δικόγραφο χωρίς τη συνδρομή των παραπάνω προϋποθέσεων, που ρητά ορίζονται στη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 218 ΚΠολΔ, όπως λ.χ.

η σώρευση αντιφασκουσών αγωγών, δεν επιφέρει την ακυρότητα του δικογράφου, αφού στην τελευταία αυτή περίπτωση διατάσσεται από το δικαστήριο, με οριστική απόφαση, ο χωρισμός τους, όπως επιτάσσει η διάταξη της παρ. 2 του ίδιου πιο πάνω άρθρου, που τέθηκε για την άρση των αμφισβητήσεων που είχαν ανακύψει κατά το προϊσχύον δίκαιο.

Η απαγόρευση, ειδικότερα, της ένωσης στο ίδιο δικόγραφο αντιφατικών αγωγών αφορά την περίπτωση κατά την οποία σωρεύονται παράλληλα στο ίδιο δικόγραφο περισσότερες αγωγές και όχι την περίπτωση που η μια από τις αγωγές ασκείται ως κυρία και οι άλλες ως επιβοηθητικές. Στην περίπτωση αυτή μόνη η αντίφαση μεταξύ των σωρευόμενων αγωγών δεν καθιστά αόριστο και άκυρο το δικόγραφο.

Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 219 παρ. 1 ΚΠολΔ, αγωγή υπό αίρεση δεν επιτρέπεται, μπορεί όμως ο ενάγων, για την περίπτωση που απορριφθεί η πρώτη βάση η αίτηση της αγωγής να τη στηρίξει σε άλλη βάση ή να υποβάλει άλλη αίτηση που στηρίζεται στην ίδια ή σε άλλη βάση, ενώ κατά τη διάταξη της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η επιβοηθητική σύμφωνα με την παράγραφο 1 άσκηση αγωγής μπορεί να γίνει με το ίδιο ή άλλο δικόγραφο.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι το δικαστήριο δικαιούται να δικάσει τις, υπό την αίρεση της απόρριψης άλλης βάσης ή αιτήματος, προβαλλόμενες βάσεις της αγωγής ή αιτήματα μετά την πλήρωση της αίρεσης, μετά, δηλαδή, την απόρριψη της προηγούμενης βάσης ή αιτήματος. Όμως, με βάση την αρχή της οικονομίας της δίκης και δικαστικής ενέργειας, η οποία δεν διατυπώνεται ρητά στον Κώδικα της Πολιτικής Δικονομίας, αλλά προκύπτει από πολλές διατάξεις του (74, 218, 246 κ.ά.), νόμιμα επιλαμβάνεται το δικαστήριο και των επικουρικών βάσεων και αιτημάτων πριν από την κλήρωση της αίρεσης που τέθηκε για να προετοιμάσει την ουσιαστική τους έρευνα διατάσσοντας τις δέουσες αποδείξεις.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα που αξιώνεται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση.

Επομένως "πράγματα" κατά την έννοια αυτή, αποτελούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας, το περιεχόμενο των οποίων παραδεκτά επισκοπείται, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 2-5-1990 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας ο αρχικός ενάγων, ο οποίος πέθανε κατά τη διάρκεια της δίκης (14-5-1992) και στη θέση του υπεισήλθαν οι καθολικοί του διάδοχοι, οι οποίοι και συνεχίζουν τη δίκη (οι και ήδη αναιρεσίβλητοι), ζήτησε, μετά την εκτενή ανάπτυξη του ισχυρισμού της, να αναγνωρισθεί ότι η προίκα που συστάθηκε με το ...

προικοσυμβόλαιο είναι άκυρη ως εικονική, να αναγνωρισθεί ότι οι μεταβιβάσεις κυριότητας που συντελέστηκαν με τα ... προικοσυμβόλαιο και ... δωρητήριο στη ζωή, αντίστοιχα, συμβόλαια των συμβολαιογράφων Ιωαννίνων Κίμωνος Τζάλλα και Πρέβεζας Ιωάννη Ραβανού, που έχουν νόμιμα μεταγραφεί, με το εν πρώτο από τα οποία συνέστησε ως προίκα προς το Σ.

Β. Σ. και υπέρ της εγγονής του Β. θυγ. Σ. Ν. το σ' αυτό περιγραφόμενο τμήμα του επίδικου ακινήτου (όλο το προς βορράν τμήμα αυτού εμβαδού 5860 τετρ. μέτρων), με το δε δεύτερο δώρησε στα εγγόνια του (τέκνα της θυγατέρας του Μ.) Ι. Γ. Ν. και Δ. θυγ. Γ. Ν., σύζυγο Ν. Τ. τα 25/100 εξ αδιαιρέτου, αντιστοιχούντα σε 805 τετρ. μέτρα του προς νότο τμήματος του ίδιου ακινήτου, συνολικού εμβαδού 3220 τετρ.

μέτρων είναι έγκυρες, ενόψει του ότι αυτός -ενάγων- υπήρξε κύριος των πιο πάνω ακινήτων, να αναγνωριστεί ότι αυτός -ενάγων- είναι κύριος του επίδικου ακινήτου, αρχικού εμβαδού 11.686 τετρ. μέτρων και ήδη μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση τμήματός του, καθώς και τις αμέσως πιο πάνω μεταβιβάσεις εμβαδού 3220 τετρ.

μέτρων, και, τέλος, να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν κανένα δικαίωμα στο προπεριγραφόμενο ακίνητο. Ακολούθως ο ενάγων, με την από 10-9-1990 επιβοηθητική της πρώτης αγωγή του, αφού ισχυρίστηκε επιπρόσθετα, ότι αλλιώς, επικουρικά, το επίμαχο προικοσυμβόλαιο καταρτίστηκε προς εξασφάλιση της απαίτησης των εναγομένων κατ' αυτού, ύψους δρχ. 30.000, δηλαδή, της καταβολής από μέρους του τελευταίου δόσεων του προσυμφωνημένου τιμήματος του ακινήτου στα Άνω Λιόσια Αθηνών, ζήτησε την αναγνώριση της ακυρότητας της προίκας που συστάθηκε με το εν λόγω προικοσυμβόλαιο και από την παραπάνω αιτία.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας, με την 7/1991 πράξη του, αφού συνεκδίκασε τις δύο (κύρια και επιβοηθητική) αγωγές, απέρριψε τη σωρευόμενη στην πρώτη απ' αυτές βάση, τη στηριζόμενη στην ακύρωση της προίκας με βάση το ... προικοσυμβόλαιο λόγω απειλής, αφού το απορρέον απ' αυτή -διαπλαστικό- δικαίωμα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 157 ΑΚ, αποσβέστηκε λόγω της παρέλευσης διετίας από τη σύσταση της προίκας (31-1-1969), σε κάθε δε περίπτωση από τότε και μέχρι την κατάθεση των αγωγών (της κυρίας στις 30-5-1990 και της επιβοηθητικής στις 8-10-1990) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της 20ετίας, στη συνέχεια έταξε αποδείξεις σε βάρος του ενάγοντος ως προς τα αμφισβητούμενα από τους εναγομένους γεγονότα της εικονικότητας του προικοσυμβολαίου και της περιεχόμενης στην επιβοηθητική αγωγή βάσης.

Μετά τη διεξαγωγή των μαρτυρικών αποδείξεων εκδόθηκε η 110/1994 οριστική απόφαση του ίδιου πιο πάνω δικαστηρίου, η οποία, αφού απέρριψε και πάλι τη σωρευόμενη στην κύρια αγωγή βάση της περί ακύρωσης της προίκας με βάση το επίμαχο συμβόλαιο λόγω απειλής για τον ίδιο όπως παραπάνω νομικό λόγο και αφού περαιτέρω έκρινε απορριπτέο το αίτημα των εναγομένων για συμπλήρωση της 7/1991 πράξης του δικαστηρίου ως προς το θέμα της απόδειξης της κτήσης της κυριότητας του ενάγοντος στο επίδικο ακίνητο με τακτική, αλλιώς έκτακτη χρησικτησία, γιατί παρέλκει η έρευνα της βάσης αυτής της -κύριας- αγωγής, συνακόλουθα δε και των ενστάσεων της κτήσης ίδιας κυριότητας των εναγομένων στο επίδικο ακίνητο και της καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος του αντιδίκου τους, απέρριψε, τέλος και τα λοιπά αιτήματα και ενστάσεις των εναγομένων, δέχθηκε εν μέρει τις αγωγές και αναγνώρισε ότι το προικοσυμβόλαιο είναι άκυρο ως εικονικό.

Στην από 2-5-1995 έφεση των εναγομένων κατά της παραπάνω οριστικής απόφασης εκδόθηκε η 58/1996 εν μέρει οριστική και εν μέρει παρεμπίπτουσα απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία δέχθηκε εν μέρει την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση μόνο κατά τη διάταξή της με την οποία έγιναν δεκτές οι αγωγές ως προς την πέμπτη εφεσίβλητη, μη καθολική διάδοχο του αρχικού ενάγοντα, απέρριψε τις αγωγές ως προς αυτήν και, στη συνέχεια, έταξε αποδείξεις σε βάρος μεν των εναγόντων-εφεσιβλήτων για την απόκτηση της κυριότητας του αρχικού ενάγοντος στο επίδικο ακίνητο με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, σε βάρος δε των εναγομένων-εκκαλούντων για τις ενστάσεις τους της με τακτική χρησικτησία κτήση της κυριότητας της πρώτης απ' αυτούς του ίδιου ακινήτου και της καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος του αρχικού ενάγοντος.

Μετά τη διενέργεια των μαρτυρικών αποδείξεων εκδόθηκε η 100/2000 παρεμπίπτουσα απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία, αφού ανέβαλε την οριστική απόφασή της, διέταξε την αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων ενώπιον του δικαστηρίου για την υποβολή σ' αυτούς ερωτήσεων και την παροχή απ' αυτούς διασαφήσεων και πληροφοριών επί των προβαλλόμενων ισχυρισμών τους.

Τέλος, μετά την πραγματοποίηση της αυτοπρόσωπης εμφάνισης των διαδίκων ενώπιον του Εφετείου Ιωαννίνων, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία με τις παραδοχές της, όπως αυτές θα εκτεθούν ειδικότερα παρακάτω, απέρριψε την έφεση ως και κατ' ουσία αβάσιμη. Οι αναιρεσείοντες, με τον τέταρτο λόγο της έφεσης, καθώς και με τις προτάσεις τους στη δευτεροβάθμια δίκη, αντέταξαν κατά της εκκαλούμενης απόφασης και το παράπονο ότι εσφαλμένα η τελευταία απέρριψε σιωπηρά τον ισχυρισμό τους, ο οποίος, άλλωστε, είχε προβληθεί από τους ίδιους και κατά την πρώτη συζήτηση των αγωγών, περί απαραδέκτου των κρινόμενων αγωγών, γιατί οι σωρευόμενες σ' αυτές παράλληλα και όχι επικουρικά, βάσεις περί αναγνώρισης της ακυρότητας του προικοσυμβολαίου ως προϊόντος απειλής από μέρους τους προς τον προικοδότη και ως υποκρύπτοντος εγγύηση και μάλιστα συμφωνημένη μεταξύ των διαδίκων αλληλοαναιρούνται και είναι αντιφατικές μεταξύ τους και, συνακόλουθα, έπρεπε να κηρυχθεί, για τον παραπάνω λόγο, η ακυρότητα του δικογράφου των αγωγών από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Σύμφωνα, όμως, με όσα ήδη αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, η ένωση αντιφασκουσών αγωγών στο ίδιο δικόγραφο, κατά παράβαση της διάταξης της παρ. 1 του άρθρου 218 ΚΠολΔ, δεν επιφέρει ακυρότητα του δικογράφου, αφού, στην περίπτωση αυτή, διατάσσεται από το δικαστήριο ο χωρισμός τους, κατ' επιλογή της διάταξης της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, χωρισμός, όμως, ο οποίος δεν διατάχθηκε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού, εξαιτίας της απόρριψης της βάσης της κύριας αγωγής περί κήρυξης της ακυρότητας της προίκας με βάση το ...

προικοσυμβόλαιο λόγω απειλής, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθρο 280 ΑΚ), γιατί η τελευταία είχε ήδη υποκύψει στη διετή αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 157 ΑΚ, εξέλιπε πλέον ο νομικός λόγος του χωρισμού των παραλλήλως και κυρίως σωρευόμενων στο ίδιο αγωγικό δικόγραφο πιο πάνω αντιφασκουσών βάσεων.

Με τα δεδομένα αυτά, οι αποδιδόμενες πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση από μέρους των αναιρεσειόντων από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 8 περίπτ. β' και 14 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τον παραπάνω λόγο της έφεσής τους, δηλαδή, πράγμα που νόμιμα προτάθηκε και ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως άγον στην απόρριψη των (κυρίας και επιβοηθητικής) αγωγών ως απαράδεκτων λόγω ακυρότητας των δικογράφων τους και γιατί παρά το νόμο δεν κήρυξε τα δικόγραφα των εν λόγω αγωγών απαράδεκτα λόγω της επικαλούμενης απ' αυτούς ακυρότητας του δικογράφου αυτών, είναι αβάσιμες.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος του κύριου δικογράφου της αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, καθώς και οι συναφείς με αυτόν πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, δεύτερος και τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος και τέταρτος, κατά το πρώτο μέρος του, αντίστοιχα, πρόσθετοι λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου σχετικά με την εφαρμογή του ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε.

Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολομ. ΑΠ 861/1984, 24/1992).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή η μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας και εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και αν πρόκειται για αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση, από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει και σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποιο, δηλαδή, στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει (Ολομ.

ΑΠ 27/1988 και 32/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατ' ορθή εκτίμησή της, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Ο αρχικός ενάγων υπήρξε αποκλειστικός κύριος τριών κληροτεμαχίων, μεταξύ των οποίων και το επίδικο, συνολικού εμβαδού 11.686 τετρ. μέτρων.

Κατά το έτος 1968 η εναγομένη Α. Ν., θυγατέρα του αρχικού ενάγοντος, επρόκειτο να έλθει σε γάμο με τον δεύτερο εναγόμενο Κ. Κ.. Ενόψει του γάμου αυτού ο πατέρας της Α. Ν. είχε υποσχεθεί ότι θα την βοηθήσει να αποκτήσει στέγη στην Αθήνα αμέσως μόλις μπορέσει να πωλήσει ένα από τα παραπάνω κληροτεμάχια. Έτσι κατά μήνα Οκτώβριο του έτους 1968 η Α.

Ν. με τον μέχρι τότε μνηστήρα της Κ. Κ. βρήκαν να αγοράσουν ένα αγροτεμάχιο επιφανείας 126 τμ κείμενο στη θέση "..." της κτηματικής περιφερείας του Δήμου Αχαρνών Αττικής, και περιγραφόμενο στην απόφαση, εμφαινόμενο με τον αριθμό 1 στο από 5-8-1964 σχεδιάγραμμα του τοπογράφου Μηχανικού Κ. Μ., το οποίο είναι προσαρτημένο στο με αριθμό ...

συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αχαρνών Βασιλείου Αποστολάκη. Την αγορά του παραπάνω αγροτεμαχίου προσυμφώνησε η πρώτη εναγόμενη με τον Ι. Τ., υπογράφηκε δε σχετικά το υπ' αριθ. ... προσύμφωνο αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου Αχαρνών Βασιλείου Αποστολάκη. Όταν επρόκειτο να υπογραφεί το παραπάνω προσύμφωνο αγοραπωλησίας, ο αρχικός ενάγων Ε.

Ν. μετέβη στην Αθήνα και, επισκέφτηκε το παραπάνω συμβολαιογραφείο στις Αχαρνές Αττικής προκειμένου να καταβάλει το τίμημα αγοραπωλησίας. Πράγματι παρέδωσε στη θυγατέρα του Α. όλες τις οικονομίες που μέχρι τότε είχε συγκεντρώσει, τις οποίες έδωσε ως προκαταβολή, το δε υπόλοιπο μέρος του τιμήματος 30.000 δρχ.

πιστώθηκε και συμφωνήθηκε, βάσει όρου του παραπάνω προσυμφώνου, να καταβληθούν σε 10 μηνιαίες συνεχείς και άτοκες δόσεις από 3.000 δρχ. την κάθε μία, που θα καταβάλλονταν την 10η ημέρα κάθε μηνός, αρχής γινομένης από τον Ιανουάριο του έτους 1969. Δικαιολογητικός λόγος που ορίσθηκε ο μήνας αυτός ως ο πρώτος μήνας των καταβλητέων δόσεων ήταν να δυνηθεί ο αρχικός ενάγων, κατά το διάστημα που θα μεσολαβούσε, να πωλήσει ένα από τα παραπάνω κληροτεμάχια για να εξοφλήσει το παραπάνω υπολειπόμενο τίμημα.

Όμως παρά τις συνεχείς προσπάθειες του ενάγοντος αυτού, μέχρι την ημέρα καταβολής της πρώτης δόσεως (10 Ιανουαρίου 1969) δεν μπόρεσε να πωλήσει κάποιο αγροτεμάχιο, με συνέπεια να καταστεί προβληματική η καταβολή της πρώτης ως άνω δόσεως και να κινδυνεύει να χαθεί το προσυμφωνηθέν οικόπεδο, για το λόγο ότι είχε τεθεί όρος στο παραπάνω προσύμφωνο κατά τον οποίο η καθυστέρηση καταβολής έστω και μιας δόσεως θα είχε ως αποτέλεσμα να εκπίπτει υπέρ του πωλητή κάθε ποσό που είχε μέχρι τότε καταβληθεί και ο πωλητής θα είχε δικαίωμα αποβολής της αγοράστριας από το ακίνητο αυτό.

Ενόψει αυτής της καταστάσεως ο δεύτερος εναγόμενος (Κ. Κ.), που στο μεταξύ είχε τελέσει γάμο με την πρώτη εναγόμενη, άρχισε να δυσανασχετεί και να πιέζει τον ενάγοντα για να του καταβάλει τα υπόλοιπα χρήματα για να μη χάσει το οικόπεδο που ήδη είχε προσυμφωνήσει να αγοράσει. Τότε, ενόψει της καταστάσεως στην οποία βρέθηκαν, ο αρχικός ενάγων πρότεινε σ' αυτόν να χρησιμοποιήσει δικά του χρήματα για την εξόφληση των δόσεων υπό τον όρο ότι ο ενάγων θα του εξασφάλιζε τα χρήματά του με εγγύηση.

Σαν τέτοια δε εγγύηση συμφωνήθηκε να του μεταβιβάσει ο τελευταίος κάποιο από τα παραπάνω κληροτεμάχια και να προσπαθήσουν να το πωλήσουν. Πράγματι ο εναγόμενος αυτός δέχτηκε την πρόταση του αρχικού ενάγοντος και ακολούθως την 31η Ιανουαρίου 1969 μετέβησαν στο Συμβολαιογράφο Αχαρνών Βασ. Αποστολάκη, όπου γι' αυτό το σκοπό υπεγράφη το ...

συμβόλαιο, το οποίο συνεστήθη με την μορφή συμβολαίου συστάσεως προικός υπέρ της πρώτης εναγομένης (θυγατέρας του Α.) και προς τον δεύτερο τούτων, μάλιστα δε αναγράφηκε ότι το επίδικο που δίδεται ως προίκα παραχωρείται προς τον τελευταίο κατά πλήρη κυριότητα, ένεκα διατετιμημένης προίκας, με βάση το τότε ισχύον άρθρο 1413 του Αστικού Κώδικα.

Ταυτόχρονα με την υπογραφή του παραπάνω συμβολαίου οι συμβαλλόμενοι σ' αυτό αποφάσισαν μόλις επιστρέψει ο αρχικός ενάγων στη περιοχή της Πρέβεζας να προσπαθήσει να πωλήσει οποιοδήποτε κληροτεμάχιό του, με σκοπό να εξοφληθεί το παραπάνω χρέος, σε περίπτωση δε πωλήσεως άλλου κληροτεμαχίου πλην του επιδίκου, μόλις οι εναγόμενοι θα ελάμβαναν το υπόλοιπο τίμημα, θα φρόντιζαν για την αναμεταβίβαση του επιδίκου στον ενάγοντα.

Μάλιστα προς επίρρωση της παραπάνω συμφωνίας, αμέσως μετά τη σύνταξη του παραπάνω συμβολαίου ο δεύτερος των εναγομένων (Κ. Κ.) υπέγραψε το υπ' αριθ. ... ειδικό πληρεξούσιο του ίδιου Συμβολαιογράφου Αχαρνών με το οποίο διόριζε ειδικό πληρεξούσιο και αντίκλητο τον Σ. Γ. Τ., πρόσωπο κοινής εμπιστοσύνης, ο οποίος θα αναλάμβανε να υπογράψει το πωλητήριο συμβόλαιο του περιγραφέντος ακινήτου.

Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι τον Μάρτιο του έτους 1969 τελεσφόρησαν οι προσπάθειες του αρχικού ενάγοντος και κατόρθωσε αυτός να πωλήσει όχι το επίδικο ακίνητο αλλά άλλο και συγκεκριμένα το με αριθμό 58 κληροτεμάχιο της Γ' κατηγορίας. Έτσι την 29-3-1969 με το με αριθμό ... συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Πρέβεζας Πρωτοσυγγέλου πώλησε το τελευταίο αγροτεμάχιο αντί του ποσού των δραχμών 60.000 δρχ., από το οποίο έδωσε στην εναγομένη θυγατέρα του και τον σύζυγό της το οφειλόμενο ποσό των 30.000 δρχ.

Μετά από αυτά και δεδομένου ότι ο αρχικός ενάγων είχε εκπληρώσει την υπόσχεσή του, οι πιο πάνω εναγόμενοι του δήλωσαν ότι ικανοποιήθηκαν πλήρως. Συγχρόνως παρέπεμψαν τον αρχικό ενάγοντα στον ως άνω Σ. Γ. Τ., για να ενεργήσει για την αναμεταβίβαση του επιδίκου ακινήτου. Το τελευταίο όμως δεν έγινε για λόγους οικονομικούς.

Από τα παραπάνω αποδειχθέντα περιστατικά το δικαστήριο τούτο άγεται στην κρίση ότι οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων στο παραπάνω αναφερθέν συμβόλαιο, με το οποίο φερόταν ότι συστήθηκε προίκα υπέρ της εναγομένης, έγιναν όχι σπουδαίως αλλά μόνο κατά το φαινόμενο, αφού στην πραγματικότητα είχαν συμφωνήσει, ότι η σύμβαση που κατάρτισαν, δεν έγινε για να δοθεί το επίδικο ως προίκα στην εναγομένη θυγατέρα του αρχικού ενάγοντος, αλλά έγινε για να εξασφαλιστεί η απαίτηση των 30.000 δρχ.

που όφειλε εκείνος σ'αυτούς. Η κρίση αυτή ενισχύεται από τα εξής περιστατικά: Ότι το επίδικο ακίνητο ουδέποτε περιήλθε στην νομή και κατοχή των εναγομένων, αλλά τούτο παρέμεινε πάντοτε στα χέρια του αρχικού ενάγοντος, ο οποίος το νεμόταν με διάνοια κυρίου μέχρι το θάνατό του, που επήλθε το έτος 1992, για δικό του αποκλειστικά λογαριασμό, και όχι ως αντιπρόσωπος αυτών, όπως αυτοί αβάσιμα ισχυρίζονται.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού προηγουμένως έκρινε ότι η σύμβαση μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου είναι άκυρη κατά τα άρθρα 174, 180 ΑΚ και για τον πρόσθετο λόγο ότι η εξασφάλιση της απαίτησης των εναγομένων που επιδιώχθηκε με αυτή δεν συνιστά νόμιμη για τη μεταβίβαση αιτία, απέρριψε, όπως έχει ήδη ειπωθεί, ως κατ' ουσία αβάσιμη την έφεση των αναιρεσειόντων.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, σε σχέση με το ουσιώδες ζήτημα της εικονικότητας της προίκας που συστάθηκε με το ... προικοσυμβόλαιο, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γι' αυτό και οι αντίθετοι έκτος και έβδομος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, καθώς και οι συναφείς προς αυτούς δεύτερος, κατά το τέταρτο μέρος του, τρίτος, κατά το έβδομο μέρος του και τέταρτος, κατά το τέταρτο και πέμπτο, αντίστοιχα, μέρη του, πρόσθετοι λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Ο έβδομος, επίσης, λόγος της αναίρεσης, ως προς την αιτίασή του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τα λοιπά μέρη του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, υπό την επίκληση της εν λόγω διάταξης, πλήττεται η ανέλεγκτη περί πραγματικών γεγονότων εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Με τον όγδοο λόγο της αίτησης αναίρεσης ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες ότι με τις από 10-4-2002 προτάσεις τους της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αμφισβήτησαν τη γνησιότητα μιας επιστολής, που φέρεται ότι έχει γραφεί και υπογραφεί από τον αδελφό του δευτέρου από αυτούς Ε. Κ. με παραλήπτρια την πρώτη από αυτούς και ότι την εν λόγω επιστολή που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αντίδικοί τους στο Εφετείο με τις από 10-11-1999 προτάσεις τους της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η 100/2000 παρεμπίπτουσα απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου, έλαβε υπόψη του το τελευταίο χωρίς να τάξει τις δέουσες αποδείξεις περί του ότι η φερόμενη ως υπάρχουσα σ' αυτή υπογραφή δεν είναι γνήσια, περαιτέρω δε, ότι, έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 περιπτ. β' και 11 περίπτ. α' ΚΠολΔ, αφού παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγμα που προτάθηκε και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, παράλληλα, έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει. Τις ίδιες αιτιάσεις περιέχουν και οι πρώτος, κτά το δεύτερος μέρος του, υπό στοιχεία

ΙΙΙ και ο δεύτερος, κατά το δεύτερος μέρος, υπό στοιχείο

ΙΙΙ, αντίστοιχα. Από την παραδεκτή επισκόπηση των από 10-4-2002 προτάσεων των αναιρεσειόντων στο Εφετείο της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι γίνεται σ'αυτές γενική αναφορά στις προτάσεις τους της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η 100/2000 παρεμπίπτουσα απόφαση του πιο πάνω Δικαστηρίου, στη δε προσθήκη των ίδιων προσθέτων γίνεται και πάλι γενική αναφορά στις πιο πάνω προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης. Ενόψει του ότι με τις ενλόγω από 10-4-2002 προτάσεις ή έστω και με την σ'αυτές προσθήκη ότι προτάθηκε νόμιμα, δηλαδή σύμφωνα με το άρθρο 240 ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, που τους περιέχει και οι οποίες προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο, ο προαναφερόμενος ισχυρισμός του αναιρετηρίου, που φέρεται ότι δεν λήφθηκε υπ'όψη από το Εφετείο και ο οποίος ισχυρισμός στηρίζει και την αιτίαση περί της από το Εφετείο λήψης υπόψη ανεπίτρεπτου κατά νόμο αποδεικτικού μέσου, δεν προτάθηκε νόμιμα και, άρα, ο κρινόμενος λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, καθώς και οι συναφείς προς αυτόν πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, υπό στοιχείο

ΙΙΙ και δεύτερος κατά το δεύτερο μέρος του, υπό στοιχείο

ΙΙΙ, αντίστοιχα, πρόσθετοι λόγοι είναι απορριπτέοι ως στηριζόμενοι σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης. Ποια πρόσωπα είναι φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής.

Συνεπώς η από μέρους του εναγομένου αμφισβήτηση των πραγματικών περιστατικών που επικαλείται ο ενάγων προς θεμελίωση του ισχυρισμού του συνιστά καταρχήν όχι ένσταση έλλειψης νομιμοποίησης, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής και ως εκ τούτου δεν αποτελεί "πράγμα" που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. Ο τρίτος, επομένως, πρόσθετος λόγος, κατά το έκτο μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ περίπτ. β' πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή, απέρριψε σιωπηρά την ένσταση έλλειψης της παθητικής νομιμοποίησης του αρχικού ενάγοντος ως προς το δεύτερο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα, που νόμιμα προτάθηκε και ενώπιόν του - Εφετείου -, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποτελεί, μεταξύ άλλων και η παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών και μάλιστα των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, σύμφωνα με το πρώτο από τα οποία, κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, ενώ κατά το δεύτερο, οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.

Παραβίαση των ερμηνευτικών αυτών κανόνων υπάρχει και όταν το δικαστήριο αν και δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία παρουσιάζει κενό ή αμφίβολο σημείο περί την έννοιά της δεν προσέφυγε για την ερμηνεία της στους εν λόγω κανόνες. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20.

Οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν εφαρμόζονται, όταν, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, δεν υφίσταται κενό ή αμφίβολο σημείο στο περιεχόμενο της σύμβασης. Αν όμως από την απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε προ κενού ή αμφιβόλου σημείου, το οποίο και συμπλήρωσε ή ήρε, προβαίνοντας έτσι σε έμμεση ερμηνεία της σύμβασης παρά τη βεβαίωσή του ως προς τη πληρότητα και σαφήνεια των δηλούμενων βουλήσεων, τότε η απόφασή του καθίσταται αναιρετέα λόγω παραβίασης των προαναφερόμενων ερμηνευτικών κανόνων.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που προπαρατέθηκαν, δεν διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία ως προς το περιεχόμενο της προφορικής συμφωνίας μεταξύ του αρχικού ενάγοντος και του δεύτερου εναγομένου που προηγήθηκε της σύνταξης του ... προικοσυμβολαίου, γι' αυτό και δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Συνεπώς, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε καμιά πλημμέλεια από τις αποδιδόμενες στο άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ και οι τρίος, κατά το έβδομο μέρος του και τέταρτος, κατά το τέταρτο μέρος του, αντίστοιχα πρόσθετοι λόγοι, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδάφ.

β' ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης αν αυτά δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων των αναιρεσειόντων και, ειδικότερα, κατά την ανάπτυξη των τρίτου και τετάρτου απ' αυτούς -λόγους-, (έβδομο μέρος του τρίτου και τέταρτο μέρος του τετάρτου) αναφέρεται, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση παρέβη τα διδάγματα της κοινής πείρας, "όσον αφορά την ερμηνεία κανόνων δικαίου και την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς".

Ενόψει αυτών οι ως ανωτέρω πρόσθετοι λόγοι κατά τα ως άνω μέρη τους, είναι απορριπτέοι ως αόριστοι, αφού δεν αναφέρονται σ' αυτούς ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παρέβη εκείνο το δικαστήριο. Τέλος, όλοι οι λοιποί πρόσθετοι λόγοι, κατά τα μέρη τους με τα οποία πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για την απόρριψη από την τελευταία σιωπηρά όλων των προτεινόμενων από τους εναγομένους ενστάσεων προς απόκρουση της σωρευόμενης στην κύρια αγωγή βάσης περί αναγνώρισης της κυριότητας του αρχικού ενάγοντος στο επίδικο ακίνητο, πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως αλυσιτελείς, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της πιο πάνω απόφασης, ερεύνησε παρεμπιπτόντως το ζήτημα της κυριότητας του αρχικού ενάγοντος στο επίδικο ακίνητο, αλλά δεν αποφάνθηκε περί αυτής με οριστική του διάταξη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-12-2003 αίτηση για αναίρεση της 3/2003 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Απριλίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ