Supreme Court dismisses appeal as baseless because lower court already rejected the seizure objection.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's seizure order, ruling it was procedurally inadmissible. The appellant, a legal entity for the blind, argued for judicial protection regarding the seizure, but the lower court had already explicitly rejected this claim as substantively unfounded. Consequently, the Supreme Court found no grounds for review and ordered the appellant to pay the respondent's legal costs.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 552, 553, 556, 558, 564 para.3 and 566 para.1 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court has already rejected the substantive claim as unfounded, rendering further review unnecessary.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVolltext
Απόφαση 62 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 62/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΕΩΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΥΦΛΩΝ" που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Δούναβη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Λ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/5/2014 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10652/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3808/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12/11/2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 12.11.2019 και με αριθ. κατάθ.1040/13.11.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 3808/01.07.2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ.552, 553,556,558,564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, που διασφαλίζει για όλα τα πρόσωπα το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, καθώς και το άρθρο 6 της κυρωθείσας με το ν.δ. 53/1974 (Α' 256) Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), που επίσης κατοχυρώνει το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας υπό την διατύπωση της "δίκαιης δίκης", δεν αποκλείουν στον κοινό νομοθέτη να θεσπίζει δικονομικές προϋποθέσεις για την πρόοδο της δίκης, αρκεί αυτές να συνάπτονται προς την λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης και, περαιτέρω, να μην υπερβαίνουν τα όρια εκείνα, πέραν των οποίων έχουν ως συνέπεια την άμεση ή έμμεση κατάλυση του προστατευομένου από τις ανωτέρω διατάξεις ατομικού δικαιώματος παροχής δικαστικής προστασίας.
Εξάλλου, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, που απορρέει από την έννοια και τους θεσμούς του κράτους δικαίου και καθιερώνεται ρητώς από το Σύνταγμα (άρθρο 25 παρ. 1), μπορούν να επιβάλλονται από τον κοινό νομοθέτη περιορισμοί στην άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων, μόνον αν αυτοί είναι αναγκαίοι και συνάπτονται προς τον υπό του νόμου επιδιωκόμενο σκοπό (ΑΕΔ 33/1995, ΣτΕ 1681/2018, 761/2014, 601/2012, 3087/2011, 1583/2010, 3470/2007, 2531/2005, 647/2004).
Στα πλαίσια αυτά, επιτρεπτώς επιβάλλεται από τις προαναφερόμενες διατάξεις η υποχρέωση τήρησης ορισμένων δικονομικών προθεσμιών, χωρίς να αναιρείται ή να περιορίζεται το ατομικό δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας του διαδίκου, οπότε στις περιπτώσεις αυτές δεν τίθεται ζήτημα παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 παρ.1 της ως άνω Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.),"παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικασθεί δικαίως, δηλαδή δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου νομίμως λειτουργούντος το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως είτε του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως....".
Με το ανωτέρω άρθρο καθ' ο μέρος θεσπίζεται ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νόμιμα λειτουργούντα δικαστήρια α) δίκαια, β) δημόσια και γ) εντός λογικής προθεσμίας, θεσπίζονται αντίστοιχα ουσιαστικά δικαιώματα των προσώπων στα οποία αφορά η σύμβαση τα οποία δικαιούνται να αξιώσουν να τύχουν της κατά τα ανωτέρω δικαστικής προστασίας.
Με τη διάταξη αυτή καθορίζεται ποιά δικαιώματα δίδονται για την απονομή της δικαιοσύνης. Πρόκειται, συνεπώς, για διάταξη ουσιαστικού δικαίου και η παραβίασή της εμπίπτει στο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ. Δεν στοιχειοθετείται όμως παραβίαση της άνω διατάξεως όταν πολιτικό δικαστήριο που πληροί της προϋποθέσεις της παραπάνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεως, ήτοι είναι ανεξάρτητο, αμερόληπτο και λειτουργεί νόμιμα με βάση κανόνες δικαίου και με οργανωμένη διαδικασία, για τα ζητήματα της αρμοδιότητάς του εφαρμόσει εσφαλμένα σε συγκεκριμένη υπόθεση διάταξη ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, αλλά η πλημμέλεια αυτή της αποφάσεως ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1142/2020, ΑΠ825/2020, ΑΠ 142/2013, ΑΠ 1169/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΕΩΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΥΦΛΩΝ" με τον πρώτο λόγο της αίτησης ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παραβίαση των άρθρων 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και 20 παρ. 1 του Συντάγματος. Ειδικότερα, διατείνεται ότι το Εφετείο με το να απορρίψει τον από 20.02.2019 πρόσθετο λόγο της έφεσής του, για τυπικό λόγο, ήτοι λόγω εκπρόθεσμης κοινοποίησης του δικογράφου του στον εφεσίβλητο, ο οποίος προέκυψε αποκλειστικά από παραδρομή του Δικαστηρίου, το οποίο χορήγησε μετ' αναβολή δικάσιμο για συζήτηση της έφεσης και συνεκδίκαση με αυτή του ως άνω πρόσθετου λόγου έφεσης, χωρίς την κάλυψη της 30νθήμερης προθεσμίας του άρθρου 520 παρ.2 ΚΠολΔ, αποστέρησε αυτό από το θεμελιώδες δικαίωμά του πρόσβασης στη δικαιοσύνη, παραβιάζοντας, έτσι, ευθέως τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α.
και 20 παρ. 1 του Συντάγματος. Ο λόγος αυτός της αίτησης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αφού το αναιρεσείον προσδιορίζει στο αναιρετήριο τους λόγους παραβίασης του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ σε εσφαλμένη εφαρμογή διατάξεως δικονομικού δικαίου, δηλαδή σε πλημμέλειες που ελέγχονται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα.
Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 9γ' ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση νοείται αυτοτελές αίτημα που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία, δηλαδή στο αίτημα ή στη βάση αγωγής, ανταγωγής, παρέμβασης ή ενδίκου μέσου, και όχι οποιαδήποτε αίτηση που υποβάλλεται από τους διαδίκους, όπως η αίτηση για αναβολή της δίκης ή για επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο (ΑΠ 314/2011).
Αν το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί επί αιτήματος, χωρίς να διαλάβει οτιδήποτε στο σκεπτικό ή στο διατακτικό του το αίτημα τούτο θεωρείται ότι σιωπηρά απορρίφθηκε. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, εάν το απορριφθέν σιωπηρό αίτημα κατά την πιο πάνω έννοια ήταν δικονομικά απαράδεκτο ή μη νόμιμο ή αλυσιτελές (ΑΠ 850/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι άφησε αδίκαστο το αίτημά του για αναβολή της υπόθεσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 307 ΚΠολΔ. Ο λόγος, όμως, αυτός ως αιτίαση από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.9 περ. γ' ΚΠολΔ, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, αφενός επειδή η αίτηση για αναβολή της δίκης, κατά τα προεκτεθέντα, δεν αποτελεί αυτοτελές αίτημα που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης, αφετέρου επειδή, σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο αγνόησε το ως άνω αίτημα και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης εκδίδοντας την προσβαλλομένη απόφασή του, το δε απορριφθέν σιωπηρά αίτημα, κατά την πιο πάνω έννοια, ήταν μη νόμιμο, αφού αναβολή της δίκης για επανάληψη της συζήτησης, κατά την επικληθείσα διάταξη του άρθρου 307 ΚΠολΔ, δικαιολογείται μόνο, αν για οποιοδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, περίπτωση η οποία δεν συνέτρεξε εν προκειμένω.
Ο ανωτέρω από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, εάν από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης από τον Άρειο Πάγο (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό την αίτηση δικαστικής προστασίας (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 827/2020, ΑΠ 467/2019, ΑΠ 1180/2017, ΑΠ 782/2017, ΑΠ 670/2016,ΑΠ 409/2016, ΑΠ 962/2013, ΑΠ 1506/2008).
Με τον τρίτο δε και τελευταίο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στο Εφετείο την εκ του ως άνω αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι απέρριψε σιγή το αίτημά του, που είχε προβάλει με τον πρώτο λόγο της έφεσής του, επαναφέροντας ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου το σχετικό πρώτο λόγο της ανακοπής του, περί κήρυξης ακυρότητας του προσβαλλόμενου με την ανακοπή του κατασχετηρίου, επικαλούμενο αοριστία του, και πρόκληση εκ της ακυρότητος αυτού δικονομικής του βλάβης.
Με το περιεχόμενο αυτό, όμως, και ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και απέρριψε ρητά ως ουσιαστικά αβάσιμο το εν λόγω αίτημα δικαστικής προστασίας του αναιρεσείοντος (βλ. 4° έως και 6° φύλλο της προσβαλλόμενης απόφασης), διαλαμβάνοντας επί λέξει τα εξής: "...
Από την επισκόπηση του από 25.04.2014 κατασχετηρίου αναγκαστικής κατάσχεσης εις χείρας τρίτης και δη της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA BANK Α.Ε.", προκύπτει ότι σε αυτό αναφέρεται ο εκτελεστός τίτλος, δυνάμει του οποίου επισπεύδεται η εκτέλεση, ήτοι η υπ' αριθμ. 18/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα Ειδικής Διαδικασίας Αμοιβών)και περιέχεται ακριβής περιγραφή της απαίτησης, αφού η εν λόγω κατάσχεση επιβλήθηκε για το προσωρινά εκτελεστό τμήμα του συνολικώς επιδικασθέντος κεφαλαίου και συγκεκριμένα για το ποσό των 30.000 ευρώ καθώς και α)για ποσό 200 ευρώ για τη σύνταξη επιταγής και β)για ποσό 50 ευρώ για την παραγγελία προς επίδοση και την επίδοση της επιταγής, ήτοι συνολικά για το ποσό των 30.250 ευρώ, νομιμότοκα από την επίδοση της επιταγή(στις 31.01.2014) και δη ποσό 539,53 ευρώ για τόκους υπερημερίας και συνολικά για το ποσό των 30.789,53 ευρώ...
η με αυτό επιβληθείσα κατάσχεση αφορά το κηρυχθέν προσωρινά εκτελεστό τμήμα ολόκληρης της ανωτέρω επιδικασθείσας απαίτησης των 45.032,84 ευρώ και επί του ποσού αυτού(30.000 ευρώ) ζητούνται οι οφειλόμενοι τόκοι υπερημερίας από την επίδοση της από 30.01.2014 επιταγής προς πληρωμή του εν λόγω ποσού. Επομένως δεν ασκεί οποιαδήποτε έννομη επιρροή στο παρόν κατασχετήριο το γεγονός της επιδίκασης με τον ανωτέρω εκτελεστό τίτλο δύο ποσών από διαφορετική αιτία, με διαφορετικό χρόνο έναρξης τοκοδοσίας και δεν αποδεικνύεται ότι έχει επέλθει σ' αυτό (ανακόπτον) οποιαδήποτε δικονομική βλάβη, που δεν μπορεί να θεραπευτεί διαφορετικά, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας του ως άνω κατασχετηρίου.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ο πρώτος λόγος ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος...". Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Το ηττηθέν αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΕΩΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΥΦΛΩΝ" πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη τoυ αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 106, 191 παρ.2, 183, 176 ΚΠολΔ).
Δεν ορίζεται, όμως, η δικαστική δαπάνη μειωμένη, διότι στην υπόθεση αυτή το αναιρεσείον εκπροσωπήθηκε από ιδιώτη δικηγόρο και όχι από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους [ΑΠ 18/2020 και άρθρα 30 παράγραφοι 1 και 2 Ν. 4038/2012 (ΦΕΚ Α' 14/2.2.2012), 19 παρ.1 περ. (β) Ν. 2556/1997 (ΦΕΚ Α' 270/24.12.1997), σε συνδυασμό προς το άρθρο 61 παρ.3 Ν. 4194/2013 (ΦΕΚ Α' 208/ 27.9.2013)].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12.11.2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3808/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ