Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
617/2022 KI-generiert

Supreme Court partially allows appeal on disability status and damages, dismissing second appeal request.

Geschäftsnummer 617/2022
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Teilweise gutgeheissen (Partially Allowed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision, while dismissing the respondent's separate appeal request. The court found the lower court erred in its assessment of the appellant's permanent disability status and the resulting impact on future economic life. Consequently, the judgment was set aside in part, and the case was remitted to the Single Chamber of the Athens Court of Appeal for further examination by a different judge.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Art. 573 para. 1 C.P.D.; Art. 577 para. 3 C.P.D.; The Supreme Court may partially set aside a final judgment when the lower court incorrectly applied common sense principles to determine the permanence of a disability or its economic impact, thereby violating the statutory requirements for compensation under Art. 931 of the Civil Code.

Schlagwörter

KI-generiert
permanent disability assessment economic impact of injury partial annulment of judgment remittal to appellate court common sense principles statutory compensation requirements disability permanence Arbeitssicherheit

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Art. 246 C.P.D.
Art. 573 para. 1 C.P.D.
Art. 577 para. 3 C.P.D.
Art. 579 para. 1 C.P.D.
Art. 580 para. 3 C.P.D.
Art. 931 Civil Code
Art. 6 and 7 of Law 3863/2010

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 617 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 617/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Πελαγία Ακάσογλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Κοκοτίνη), Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, Aρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 25η Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Α)Του αναιρεσείοντος: Ε. Σ. του Χ., κατοίκου ...,που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Απόστολου-Κωνσταντίνου Αποστολίδη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το δ.τ. "....", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Αναγνωστόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Β)Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το δ.τ. "....", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Αναγνωστόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Ε. Σ. του Χ., κατοίκου ...,που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Απόστολου-Κωνσταντίνου Αποστολίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 17-12-2013 και 17-2-2014 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος Α και Β αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 922/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως αντιθέτων εφέσεων, η 339/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά ο Α αναιρεσείων με την από 10-3-2020 αίτησή του και η Β αναιρεσείουσα με την από 27-6-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη. Ο πληρεξούσιος της Β αναιρεσείουσας ζήτησε την αποδοχή της αίτησης του και την απόρριψη της αντίθετης καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 293/2015, ΑΠ 182/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης: α) της από 27-6-2020 (υπ'αριθ. 460/2020) αιτήσεως αναιρέσεως της εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία "...." και ήδη αναιρεσείουσας κατά του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου Ε. Σ. και β) της από 10-3-2020 (υπ'αριθ. καταθ. 255/2020) αντίθετης αιτήσεως αναιρέσεως του ως άνω ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της ως άνω εναγομένης και ήδη αναιρεσιβλήτου, με τις οποίες προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 339/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης.

Με την ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμες, α) την από 10-5-2017 έφεση της εναγομένης και β) την από 12-2-2017 έφεση του ενάγοντος κατά της υπ' αριθ. 922/2016 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκανε εν μέρει δεκτές τις από 17-12-2013 (υπ'αριθ.

καταθ. 38/2014) και από 17-2-2014 (υπ'αριθ. καταθ. 931/2014) αγωγές του ενάγοντος και : α) αναγνώρισε ότι η εναγομένη εταιρία οφείλει στον ενάγοντα το ποσό των 20.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη συνεπεία του αναφερόμενου τραυματισμού του κατά την εκτέλεση της εργασίας του (εργατικό ατύχημα), που προκλήθηκε από αμέλεια του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, β) αφού έκρινε ως άκυρη την από 15-10-2013 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος, λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, καθώς και άκυρη ως καταχρηστική κατ' άρθρο 281 ΑΚ τη δεύτερη από 23-1-2014 επικουρική καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ιδίου, αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα το ποσό των 16.506,03 ευρώ ως μισθούς υπερημερίας, για το αναφερόμενο χρονικό διάστημα, με το νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε μήνα που κάθε επιμέρους αποδοχές καθίσταντο ληξιπρόθεσμες και απαιτητές και δ) απέρριψε την ασκηθείσα από την εναγομένη ανταγωγή.

Οι αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού αντίγραφο της προσβαλλομένης αποφάσεως επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 13-3-2020, όπως διαλαμβάνεται στο δικόγραφο της υπό στοιχείο (α) αναιρέσεως, χωρίς τούτο ν' αμφισβητείται από τον αντίδικο της αναιρεσείουσας (άρθ. 261 εδ. β' του ΚΠολΔ), η δε υπό στοιχείο (α) αίτηση αναιρέσεως κατατέθηκε στη Γραμματεία του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου στις 30-6-2020, μη υπολογιζόμενου του χρονικού διαστήματος της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της Χώρας (από 13-3-2020 έως 31-5-2020) για την καταπολέμηση της μετάδοσης και της εξάπλωσης της πανδημίας του κορωνοϊού (covid-19), ενώ η υπό στοιχ. (β) αίτηση αναιρέσεως κατατέθηκε στη Γραμματεία του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου στις 12-3-2020, ήτοι σε χρόνο προγενέστερο της επίδοσης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτές και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των διαλαμβανομένων σ' αυτές λόγων αναιρέσεως (άρθ. 577 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ). Α. Επί της από 27-6-2020 αιτήσεως αναιρέσεως: Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Ο ως άνω λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη. Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 529/2015, ΑΠ120/2015).

Για να ιδρυθεί πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναιρέσεως, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής, που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένη ή απορρίφθηκε ως αόριστη, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναιρέσεως (ΑΠ 353/2020, ΑΠ 791/2015, ΑΠ 192/2015).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπ` όψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει εξ' αυτού να προκύπτουν τα στοιχεία του παραδεκτού του, που επιβάλλονται από την ανωτέρω διάταξη, ήτοι πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, κατά την συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 353/2020, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 73/2016, ΑΠ 825/2015).

Αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται, ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 259/2017, ΑΠ 168/2015).

Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, ακόμη και σε εκείνο του αριθμού 14 του εν λόγω άρθρου (ΑΠ 353/2020, ΑΠ 259/2017, ΑΠ 14/2017, ΑΠ 142/2013, ΑΠ 538/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον έβδομο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την από 17-12-2013 αγωγή λόγω της αοριστίας της, αναφορικά με την αξίωση του ενάγοντος για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, συνεπεία του αναφερομένου σ' αυτή τραυματισμού του από το ένδικο εργατικό ατύχημα, στηρίζοντας το λόγο στο άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ.

Όμως, ο λόγος αυτός, είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθόσον η αναιρεσείουσα, η οποία είχε ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, καθόσον είχε γίνει εν μέρει δεκτή η σε βάρος της από 17-12-2013 αγωγή και είχε ασκήσει έφεση, δεν αναφέρει σ' αυτόν, ότι ο ισχυρισμός της περί αοριστίας είχε προταθεί παραδεκτά με σχετικό λόγο έφεσης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ούτε ότι συνέτρεχε κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες, άσχετα από το αν λαμβάνεται υπόψη ή όχι και αυτεπάγγελτα, καθόσον αυτός δεν αφορά τη δημόσια τάξη.

Επίσης, ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος και λόγω της αοριστίας του, αφού δεν παρατίθεται στο δικόγραφο της αναιρέσεως το περιεχόμενο της αγωγής, ούτε οι σχετικές με το περιεχόμενο παραδοχές του Εφετείου, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα, δηλαδή εάν η αγωγή περιέχει επαρκή έκθεση των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη της αγωγικής αξίωσης ή όχι, και στην τελευταία περίπτωση, εάν το Εφετείο θεωρώντας εσφαλμένα ότι τα στοιχεία αυτά εκτίθενται με επάρκεια, την έκρινε ορισμένη και δεν την απέρριψε.

Σε κάθε περίπτωση όμως, προκύπτει ότι η αγωγή είναι ορισμένη, αφού στο δικόγραφο, το οποίο παραδεκτά επισκοπείται για την έρευνα του ως άνω λόγου, εκτίθενται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 68 και 216 ΚΠολΔ, 681, 688-691 και 698, 914, 922, 932 ΑΚ, 1 και 16 του ν. 551/1914 που εφαρμόστηκαν για τη θεμελίωσή της και το δικαστήριο δεν αρκέστηκε σε λιγότερα, ούτε σε διαφορετικά στοιχεία από αυτά για την κρίση του.

Ειδικότερα, εκτίθενται στην αγωγή τα πραγματικά περιστατικά, υπό τα οποία προκλήθηκε ο τραυματισμός του αναιρεσίβλητου, συνεπεία του οποίου υπέστη κατάγματα στις πτέρνες και στον Θ12 σπόνδυλο, η συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, απότοκος της οποίας ήταν ο τραυματισμός του, και η οποία ήταν παράνομη, συνιστάμενη στις εκτιθέμενες παραλείψεις του νομίμου εκπροσώπου της και υπαίτια, καθώς και η ηθική βλάβη που υπέστη, που αιτιωδώς συνδέεται με την προκληθείσα από το ανωτέρω συμβάν βλάβη της υγείας του.

Κατά το άρθρο 1 του ν. 551/1915 "περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχήματος εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων", όπως κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 εδ. α` του ΕισΝΑ, ως ατύχημα από βίαιο συμβάν, το οποίο επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής σε εργάτη ή υπάλληλο των εργασιών ή επιχειρήσεων, που αναφέρονται στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου (εργατικό ατύχημα), για το οποίο παρέχεται δικαίωμα αποζημίωσης κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού, θεωρείται κάθε βλάβη του σώματος ή της υγείας (περιλαμβανομένου και του θανάτου), η οποία είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, μη αναγομένου αποκλειστικά σε οργανική ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος, το οποίο και δεν θα συνέβαινε, αν δεν υπήρχε η εργασιακή σχέση και η υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες παροχή της εργασίας (ΟλΑΠ 1287/1986).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 16 του ως άνω ν. 551/1915, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915, κατά την οποία ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα κατά το άρθρο 6 αυτού δικαιούμενα πρόσωπα για τις αξιώσεις τους που αφορούν εργατικό ατύχημα, δικαιούνται να ασκήσουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον προαναφερόμενο νόμο και εφαρμόζονται για αυτή μόνον οι γενικές διατάξεις.

Επομένως, για να δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, ο εργαζόμενος που υπέστη βλάβη της υγείας του σε ατύχημα που επήλθε κατά την παροχή της εργασίας του ή εξ' αφορμής αυτής και μάλιστα ανεξαρτήτως του αν αυτός ήταν ή όχι ασφαλισμένος στο Ι.Κ.Α. αρκεί, να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων (άρθρ. 922 ΑΚ), με την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή της υπαίτιας και παράνομης πράξης ή παράλειψης συνεπεία της οποίας επήλθε αιτιωδώς η ζημία (ΑΠ 88/2018, ΑΠ 81/2013), δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ.1 του Ν. 551/1915 (ΟλΑΠ 18/2008, ΑΠ 599/2020, ΑΠ 425/2018, ΑΠ 517/2017, ΑΠ 330/2017, ΑΠ 133/2016).

Επίσης, από τις διατάξεις του άρθρου 914 του ΑΚ συνάγεται ότι η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από τον νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη (ΑΠ 425/2018, ΑΠ 1000/2018).

Ακόμη, πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν μπορεί να θεμελιωθεί, στην εν λόγω περίπτωση, και στο ότι δεν τηρήθηκαν από αυτούς, οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών, που επιβάλλουν τους όρους υγιεινής και ασφαλείας για τη διαφύλαξη της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζομένων, σύμφωνα με τη γενική διάταξη του άρθρου 662 ΑΚ (ΑΠ 80/2016).

Τέτοια γενικά μέτρα ασφαλείας, που πρέπει να τηρούν όλοι οι εργοδότες καθορίζονται : α) με το άρθρο 32 στοιχ. Α' παρ. 1 του Ν. 1568/1985, κατά το οποίο "ο εργοδότης έχει υποχρέωση να λαμβάνει κάθε μέτρο που απαιτείται, ώστε να εξασφαλίζονται οι εργαζόμενοι και ο τρίτοι που παραβρίσκονται στους τόπους εργασίας από κάθε κίνδυνο που μπορεί να απειλήσει την υγεία ή τη σωματική τους ακεραιότητα", β) το άρθρο 7 παρ. 1, 5 και 6 του Π.Δ. 17/1996, με το οποίο θεσπίστηκαν μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία σε συμμόρφωση με τις οδηγίες 89/391/ΕΟΚ και 91/383/ΕΟΚ, κατά το οποίο "ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας, και να λαμβάνει μέτρα που να εξασφαλίζουν την υγεία και ασφάλεια των τρίτων" (παρ. 1), "στα πλαίσια των ευθυνών του, ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων, ενημέρωσης και κατάρτισης, καθώς και της δημιουργίας της απαραίτητης οργάνωσης και της παροχής των αναγκαίων μέσων" (παρ. 5) και "ο εργοδότης υποχρεούται να φροντίζει ώστε να προσαρμόζονται τα μέτρα της προηγουμένης παραγράφου ανάλογα με τις μεταβολές των περιστάσεων και να επιδιώκει τη βελτίωση των υφισταμένων καταστάσεων, να εφαρμόζει τις υποδείξεις των τεχνικών και υγειονομικών επιθεωρητών εργασίας και γενικά να διευκολύνει το έργο τους μέσα στην επιχείρηση κατά τους ελέγχους, να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας, να γνωστοποιεί στους εργαζόμενους τον επαγγελματικό κίνδυνο από την εργασία τους, να καταρτίζει πρόγραμμα προληπτικής δράσης και βελτίωσης των συνθηκών εργασίας στην επιχείρηση, να εξασφαλίζει τη συντήρηση και την παρακολούθηση της ασφαλούς λειτουργίας μέσων και εγκαταστάσεων, να ενθαρρύνει και διευκολύνει την επιμόρφωση των εργαζομένων και των εκπροσώπων τους, σύμφωνα με το άρθρο 13 του ν. 1568/85 και τα άρθρα 6 και 12 του παρόντος διατάγματος" (παρ. 6), γ) το Π.Δ. 778/1980 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών" από τους κατά νόμους υπεύθυνους, δ) οι διατάξεις του Π.Δ. 1073/1981 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητας πολιτικού μηχανικού".

Κατά το άρθρο 111 του ΠΔ 1073/1981 "Περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητας Πολιτικού Μηχανικού", "δια την διαρκή επίβλεψιν και επιμέλειαν της εφαρμογής του παρόντος ως και του ΠΔ 778/80 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών", εις τας οικοδομικάς και εν γένει εργοταξιακάς εργασίας παρίστανται ανελλιπώς καθ' όλην την διάρκειαν της ημερησίας εργασίας οι νόμω υπόχρεοι εργοδόται ή οι εκπρόσωποι τούτων, ενώ οι εργολάβοι και οι υπεργολάβοι οφείλουν διαρκώς να καθοδηγούν τους εργαζομένους περί των απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας.

Σύμφωνα δε με το άρθρο 9 του π.δ. 778/1980: "1. Τα δάπεδα των ικριωμάτων, δέον να πληρούν τούς κάτωθι όρους: α) Να συνίστανται εκ τριών (3) μαδερίων τουλάχιστον ελάχιστου πάχους πέντε εκατοστών (0,05) τού μέτρου και συνολικού πλάτους τουλάχιστον εξήκοντα εκατοστών (0,60) του μέτρου (Σχ. 2), απαγορευομένης της χρήσεως δύο ή πλειόνων επαλλήλων σειρών σανίδων εις την κατασκευήν δαπέδων ικριωμάτων, β) Τα μαδέρια του δαπέδου να μην είναι πεπαλαιωμένα ουδέ να φέρουν ρωγμάς, ουδέ να ενισχύωνται διά προσηλώσεως ελασμάτων (τσέρκια) ή και ξύλων (κλάπες) προς αντιμετώπισιν των υπαρχουσών τυχόν ρωγμών.

Η προφύλαξις των άκρων των μαδερίων εκ της διανοίξεως των ινών αντιμετωπίζεται διά πλευρικών οπλισμών εκ μεταλλικών ταινιών (Σχ. 5). Το στοκάρισμα και η βαφή των μαδερίων απαγορεύεται, γ) Τα μαδέρια, τα οποία συνιστούν το δάπεδον ενός ικριώματος, τοποθετούνται κατά πλάτος εν επαφή (άνευ κενών) και κατά τρόπον ώστε να καλύπτεται όλο των μεταξύ των στηριγμάτων άνοιγμα (Σχ. 2 τού παραρτήματος) και προσηλούνται μεταξύ των καταλλήλως προς αποφυγήν ολισθήσεως.

Επίσης δέον όπως μη εξέχουν του σημείου εδράσεως περισσότερον των είκοσι εκατοστών (0,20) του μέτρου. (Σχ. 3 τού παραρτήματος), δ) Τα μαδέρια του δαπέδου, ζεύγνυνται εκ των κάτω και καθέτως προς τον τοίχον διά ζευγμάτων (κλάπες) εις τρόπον ώστε η ανομοιόμορφος κάμψις (λυγισμός) τούτων να είναι αδύνατος". Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300 και 914 ΑΚ, συνάγεται ότι, εάν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται σε αυτόν αποζημίωση και συνακόλουθα χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, ενώ, εάν διαπιστωθεί συντρέχον πταίσμα του παθόντος στην πρόκληση της ζημίας ή στην έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί, κατά το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής (ΑΠ 600/2020).

Περαιτέρω, κατά διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Έλλειψη νόμιμης βάσεως, εξάλλου, δεν υπάρχει, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 914/2017, ΑΠ 1206/2008, 361/2008, ΑΠ 610/2007).

Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία ή έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 255/2020, ΑΠ 914/2017, ΑΠ 260/2011, ΑΠ 502/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (αρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο, αναφορικά με το ένδικο εργατικό ατύχημα, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ότι ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη εταιρεία, η οποία είχε μεταξύ άλλων, ως αντικείμενο την κατασκευή και τοποθέτηση των βάσεων των αυτόματων ταμειακών μηχανών Τραπεζών, στις 16-10-2012, με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Ότι ο ενάγων κατά τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσης προσέφερε κανονικά τις εργασίες του με την ειδικότητα του ηλεκτροσυγκολλητή, ο δε μισθός του ανερχόταν στο ποσό των 1.707,52 ευρώ. Ότι, οι εγκαταστάσεις της επιχείρησης της εναγομένης λειτουργούσαν στον .... Ότι από τον Αύγουστο του 2012 ξεκίνησε η μετακίνηση του εξοπλισμού αυτής σε κτίριο της Λεωφόρου Ασπροπύργου αρ. 150, όπου θα γινόταν η μεταφορά αυτής.

Ότι με την προαναφερθείσα ιδιότητά του ο ενάγων, τον Οκτώβριο του 2012, εργαζόταν στην κατασκευή των βάσεων των ATM που θα τοποθετούσε η εναγομένη, οι οποίες βάσεις ήταν διαστάσεων 1 μ Χ 1 μ. και ύψους 50 εκ. και βάρους συνολικού περίπου 130 κιλών. Ότι στις 20-10-2012, ημέρα Σάββατο και περί ώρα 13.15, κατόπιν εντολής της εναγομένης εταιρείας, ο ενάγων μετέβη, με άλλους συναδέλφους του, στον ...

για να προβούν στην αποξήλωση μεταλλικών πάνελ, διαστάσεων 8 μέτρα Χ 1 μέτρο το καθένα, τα οποία έπρεπε να αφαιρεθούν. Ότι κατά τη διάρκεια αποξήλωσής τους, ο ενάγων εργαζόταν μαζί με τον συνάδελφο του Σ. Μ. επί του στεγάστρου. Ότι η στέγη, όπου βρισκόταν ο ενάγων ήταν επικλινής, με κυμαινόμενο ύψος από 4 μέτρα περίπου έως 5 μέτρα περίπου και ότι καθώς, ξεβίδωνε ένα -ένα τα πάνελ και ο συνάδελφος του τα έριχνε στο έδαφος, αιφνιδίως, ο ενάγων έπεσε από το δημιουργούμενο στο εσωτερικό της μεταλλικής κατασκευής, κενό, σημείο το οποίο βρισκόταν σε ύψος 4,5 μέτρων περίπου από του εδάφους.

Ότι οι συνθήκες του ατυχήματος προκύπτουν, πλην άλλων και από την έκθεση έρευνας του Γ. Τ., Επιθεωρητή Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης-Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (ΣΕΠΕ) της Περιφερειακής Δ/νσης ΚΕΠΕΚ Δυτικής Αττικής και Πελοποννήσου, ο οποίος διενήργησε αυτοψία στον τόπο του ατυχήματος στις 31-10-2012, έντεκα ημέρες μετά το ατύχημα.

Ότι, σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν, η πτώση του ενάγοντος, η οποία φέρει το χαρακτήρα εργατικού ατυχήματος, οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του εκπροσώπου της εναγομένης, ο οποίος δεν επέδειξε, όσον αφορά στα μέτρα προστασίας των εργαζομένων, την προσοχή, την οποία όφειλε και από τις περιστάσεις μπορούσε να καταβάλει.

Ότι η αμέλειά του συνίσταται στην μη λήψη των απαραίτητων μέτρων ασφαλείας που επιβάλλονταν εκ του νόμου στην προκειμένη περίπτωση, εν όψει του είδους της εργασίας που εκτελούσε ο ενάγων, κατά την επίδικη χρονική στιγμή και συγκεκριμένα, ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης, δεν είχε λάβει τα προβλεπόμενα αναγκαία μέτρα για τη διαφύλαξη της υγείας και της σωματικής ακεραιότητας των εργαζομένων της, όπως έναντι της πτώσης των αυτών από τη στέγη στο εσωτερικό της μεταλλικής κατασκευής κατά τις εργασίες αποξήλωσης αυτής.

Ότι ειδικότερα, ενώ γινόταν χρήση της στέγης ως επιφάνειας εργασίας, η οποία όπως προαναφέρθηκε απείχε από το έδαφος 4 έως 5 μέτρα, ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης, δεν είχε τοποθετήσει κατάλληλα για την εκτέλεση της εργασίας δάπεδα εργασίας, επαρκούς πλάτους και κατάλληλα τοποθετημένα, δεν είχε λάβει κατάλληλα προστατευτικά μέτρα για ενδεχόμενη πτώση των εργαζομένων και συγκεκριμένα δεν έθεσε κιγκλίδωμα ή κάποιο άλλο προστατευτικό μέσο, ώστε να αποφευχθεί η πτώση του ενάγοντος και δεν υποχρέωσε τους εργαζόμενους να φέρουν ζώνες ασφαλείας, με τη χρήση των οποίων, επίσης, θα μπορούσε να αποφευχθεί το ένδικο ατύχημα.

Ότι συνεπεία των ανωτέρω παραλείψεων ήταν η πτώση του ενάγοντος και η πρόκληση της ένδικης σωματικής του βλάβης. Ότι περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων επέδειξε οιουδήποτε είδους αμελή συμπεριφορά, η οποία να βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, ούτε ότι παρέβλεψε οιαδήποτε οδηγία του εκπροσώπου της εναγομένης, ο οποίος άλλωστε, σε κάθε περίπτωση, δεν αποδείχθηκε ότι βρισκόταν στο χώρο του ατυχήματος, όπως δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε τεχνικός ασφαλείας ο οποίος, ως θα όφειλε, θα παρακολουθούσε εάν οι εργαζόμενοι τηρούν τους ορισθέντες από αυτόν κανόνες ασφαλείας.

Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την προταθείσα από την εναγομένη ένσταση περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην επέλευση του ένδικου εργατικού ατυχήματος.

Με την εν λόγω κρίση του το Εφετείο ουδόλως παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 1 και 16 του Ν. 551/1915 και των άρθρων 297, 300, 914 ΑΚ και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σε αυτή σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, ως προς τα κρίσιμα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα, ως προς το κρίσιμο ζήτημα, της υπαιτιότητας του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης εργοδότριας εταιρίας, για τον τραυματισμό του ενάγοντος εργαζομένου, καθώς και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς αυτού και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος, όσο και ως προς το ζήτημα της έλλειψης συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, οι οποίες (αιτιολογίες) στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερομένων εφαρμοσθεισών διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου.

Ειδικότερα, το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς παραδοχές ως προς το ποια θα έπρεπε να είναι τα αναγκαία μέτρα για τη διαφύλαξη της υγείας και της σωματικής ακεραιότητας των εργαζομένων της εναγομένης, έναντι της πτώσης αυτών από τη στέγη στο εσωτερικό της μεταλλικής κατασκευής κατά τις εργασίες αποξήλωσης αυτής, καθώς και ως προς το ότι, αν αυτά είχαν τηρηθεί, το ατύχημα θα είχε αποφευχθεί, ενώ περαιτέρω, όσον αφορά την έλλειψη συνυπαιτιότητας του ενάγοντος, διέλαβε ότι αυτός δεν επέδειξε οιουδήποτε είδους αμελή συμπεριφορά, η οποία να βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, ούτε παρέβλεψε οιαδήποτε οδηγία του εκπροσώπου της εναγομένης, ο οποίος άλλωστε, σε κάθε περίπτωση, δεν βρισκόταν στο χώρο του ατυχήματος, όπου δεν υπήρχε ούτε τεχνικός ασφαλείας ο οποίος, ως θα όφειλε, θα παρακολουθούσε εάν οι εργαζόμενοι τηρούν τους ορισθέντες από αυτόν κανόνες ασφαλείας.

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι δεν ήταν αναγκαίο να περιλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και άλλες αιτιολογίες σχετικά με τη μη συνδρομή συνυπαιτότητας του ενάγοντος στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος. Οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, περί ανεπάρκειας αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως επί του ζητήματος της συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, λόγω της παραλείψεώς της να διαλάβει, σε ποιο σημείο του στεγάστρου βρισκόταν ο ενάγων κατά το χρόνο της πτώσης και πως ακριβώς αφαιρούσε τα μεταλλικά πάνελ, είναι αβάσιμες, δεδομένου ότι, από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως συνάγεται ότι δεν υφίστανται τέτοιες ελλείψεις, αφού προκύπτει ότι ο ως άνω εργαζόμενος, κατά τη διαδικασία αποξήλωσης των μεταλλικών πάνελ, εργαζόταν επί του επικλινούς στεγάστρου, έχοντος κυμαινόμενο ύψος από 4 περίπου έως 5 μέτρα, και ότι καθώς αυτός ξεβίδωνε ένα-ένα τα πάνελ και ο συνάδελφός του τα έριχνε στο έδαφος, αιφνιδίως έπεσε από το δημιουργούμενο κενό στο εσωτερικό της μεταλλικής κατασκευής, σημείο το οποίο βρισκόταν σε ύψος 4,5 μ.

περίπου από το έδαφος. Οι λοιπές αιτιάσεις περί παραλείψεως της προσβαλλομένης αποφάσεως να διαλάβει, με ποιο τρόπο ή για ποιο λόγο δημιουργήθηκε το χάσμα εντός του οποίου έπεσε ο ενάγων και με ποιο τρόπο ο ενάγων βρέθηκε πάνω στο χάσμα, προβάλλονται απαράδεκτα, καθόσον δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλομένης αποφάσεως, αλλά αφορούν την πληρέστερη κατά την άποψη της αναιρεσείουσας ανάλυση του αποδεικτικού υλικού, και υπό την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας (αρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 19 ΚΠολΔ με την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης αποφάσεως, διότι περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, σχετικά με την έλλειψη συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και την εντεύθεν απόρριψη της προβληθείσας εκ μέρους της εναγομένης ένστασης του άρθρου 300 ΑΚ, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν, ενώ δεν επιτρέπεται να ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Αρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 944/2017, ΑΠ 849/2007).

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή ή η ένσταση ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 4/2014, 7/2006). Περαιτέρω, η αρχή της αναλογικότητας, που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, έστω και αν τούτο ρητά δεν αναφέρεται σε αυτήν.

Η εν λόγω αρχή αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος που επίσης καθιερώνει η διάταξη της παρ.3 του ιδίου άρθρου του Συντάγματος, γεγονός που συμβαίνει όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει προφανώς τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος.

Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ. το ασκούμενο δικαίωμα (μέσο) έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκηση του δεν είναι επιτρεπτή. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων, ακόμη και του ιδιωτικού δικαίου.

Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αυτά αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, οπότε και πάλι παραβιάζεται η εν λόγω αρχή. Επιπλέον, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 932 εδ. α' ΑΚ, "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης".

Οι διατάξεις αυτές αποβλέπουν σε μια υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση ενός προσώπου για την ηθική βλάβη (ανεξάρτητα από την αντίστοιχη περιουσιακή), η οποία επήλθε σ` αυτό από την αδικοπρακτική συμπεριφορά ενός άλλου προσώπου έτσι, ώστε ο δικαιούχος να απολαύσει μια επαρκή ανακούφιση του συναισθηματικού βάρους, το οποίο η αδικοπραξία προκάλεσε σ` αυτόν.

Παράλληλα, όμως, οι ίδιες διατάξεις οριοθετούν την αποκατάσταση στο κατά την αντικειμενική κρίση του δικαστηρίου "εύλογο" μέτρο, αποβλέποντας στο να μην "εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία" και να μη συρρικνώνεται, αλλά και να μην "επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος" της χρηματικής ικανοποίησης, με αφορμή το γεγονός ότι πρόκειται για "βλάβη ηθική", ήτοι τοιαύτης φύσεως που, ενώ "δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα", είναι ευεπίφορη σε υποκειμενική στάθμιση (οι εντός εισαγωγικών περικοπές είναι από σκέψη της ΟλΑΠ 9/2015).

Η εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας αναζήτηση του ποσού, το οποίο σε συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να θεωρηθεί "εύλογο" ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης συγκεκριμένου δικαιούχου, γίνεται με τη συνεκτίμηση μιας σειράς από περιστάσεις, οι οποίες, χωρίς να είναι αναγκαίο να προβληθούν μία προς μία από τους διαδίκους, προκύπτουν από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που αυτοί επικαλούνται και προσκομίζουν.

Τέτοιες περιστάσεις είναι, κυρίως και ενδεικτικώς, το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η προσωπική, κοινωνική και περιουσιακή κατάσταση των μερών, η βαρύτητα του πταίσματος του υπαιτίου (στο μέτρο που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης του δικαιούχου), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος (που λειτουργεί διαφορετικά στην περίπτωση της χρηματικής ικανοποίησης, από ότι στην αξίωση αποκατάστασης της περιουσιακής ζημίας, πρβλ.

ΟλΑΠ 1115/1986), οι ειδικότερες συνθήκες τέλεσης της συγκεκριμένης αδικοπραξίας κλπ. Οι περιστάσεις αυτές πρέπει να οδηγήσουν το δικαστήριο στο σχηματισμό της κατά το άρθρο 932 ΑΚ κρίσης ως προς το "εύλογο" της χρηματικής ικανοποιήσεως που πρέπει να επιδικάσει, με χρήση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχει προς αυτό ο νόμος.

Κατά τη χρήση, όμως, της ευχέρειας αυτής, το δικαστήριο δεν νομιμοποιείται να κινηθεί ανεξέλεγκτα, υπακούοντας μόνο στις υποκειμενικές αντιλήψεις του δικάζοντος δικαστή, αλλά οφείλει να εφαρμόσει το μέτρο που αντικειμενικά θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας.

Ως εκ τούτου, η ως προς το "εύλογο" κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, τα οποία, σύμφωνα με τις κατ` ιδίαν περιστάσεις (ως προς τις οποίες και μόνο, οι παραδοχές του παραμένουν αναιρετικώς ανέλεγκτες), διαπιστώνονται σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής και την περί δικαίου συνείδηση του μέσου κοινωνικού ανθρώπου σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως τα όρια αυτά αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων (ΟλΑΠ 9/2015).

Η υπέρβαση των κατά τα ανωτέρω ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικώς για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνος δικαίου ( άρθρ. 559 αρ.1 ή και αρ.19 ΚΠολΔ).

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όσον αφορά την αξίωση του ενάγοντος για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ότι ο ενάγων, μετά το ατύχημα, διακομίσθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο ΚΑΤ, όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί κατάγματα πτερνών άμφω και κατάγματα σώματος Θ12 σπονδύλου, εισήχθη δε, στη ορθοπεδική κλινική του ως άνω νοσοκομείου και παρέμεινε νοσηλευόμενος έως τις 31-10-2012, οπότε εξήλθε με θεραπευτική αγωγή και οδηγίες για αποχή από κάθε εργασία για δύο μήνες.

Ότι ο ενάγων έλαβε στη συνέχεια διαδοχικές αναρρωτικές άδειες, δεδομένου ότι κρίθηκε για τα αντίστοιχα διαστήματα ανίκανος για εργασία. Ότι περαιτέρω, η πρωτοβάθμια επιτροπή του ΙΚΑ, η οποία εξέτασε τον ενάγοντα, διαπίστωσε "δυσχέρεια βάδισης απότοκο κατάγματος Θ 12 σπονδύλου χωρίς νευρολογική σημειολογία των κάτω άκρων και καταγμάτων πτερνών αντιμετωπισθέντος συντηρητικά".

Ότι η ως άνω επιτροπή έκρινε ότι το συνολικό ποσοστό αναπηρίας του, εξ' αιτίας του επίδικου τραυματισμού του, ανέρχεται σε 35%, κατά ιατρική πρόβλεψη, από 7-11-2013 έως 30-11-2015 (βλεπ. την από 27-2-2014 γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας). Ότι για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, ήτοι για μετά τις 30-11-2015 δεν προκύπτει η κατάσταση του ενάγοντος, ήτοι ότι εξακολούθησε να παρουσιάζει αναπηρία πολλώ μάλλον, δεν αποδείχθηκε ότι η αναπηρία του ενάγοντος είναι μόνιμη και θα τον επηρεάσει στην προσωπική και επαγγελματική του ζωή, ώστε να κρίνει, περαιτέρω, το Δικαστήριο με ποιο τρόπο το ένδικο ατύχημα θα επιδράσει δυσμενώς στην οικονομική πλευρά της μελλοντικής ζωής του παθόντος.

Ότι ο ενάγων, κατά το χρόνο του ατυχήματος, ήταν 36 ετών, άγαμος, εξ' αιτίας δε του ενδίκου ατυχήματος κατέστη ανίκανος για εργασία επί δύο και πλέον έτη, ενώ παράλληλα είχε δυσκολία κατά τη βάδιση για το ίδιο χρονικό διάστημα, γεγονότα τα οποία του προκάλεσαν ηθική βλάβη και δικαιούται χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση αυτής.

Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη του τις συνθήκες του ατυχήματος (όπως αυτές περιγράφηκαν ανωτέρω), το βαθμό υπαιτιότητας (αμέλεια) του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, την ηλικία του ενάγοντος, το είδος και την έκταση του τραυματισμού του, τη ψυχική και σωματική ταλαιπωρία του, έκρινε ότι ο ενάγων δικαιούται να λάβει χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη, ύψους 20.000 ευρώ, που κρίθηκε εύλογη.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, κατά τον προσδιορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, ούτε περιέλαβε στη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, για τον προσδιορισμό του ποσού, το οποίο είναι εύλογο στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Και τούτο διότι, το ποσό που επιδικάσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι το ευλόγως επιδικαζόμενο από τα δικαστήρια σε περιπτώσεις εργατικών ατυχημάτων ανάλογης βαρύτητας και συνεπειών με αυτό του παθόντος αναιρεσίβλητου και με την κατά τις παραδοχές υπαιτιότητα των υπαιτίων φυσικών προσώπων και την έλλειψη συνυπαιτιότητας του παθόντος και δεν κρίνεται καταφανώς διογκωμένο.

Γι` αυτό δεν διαπιστώνεται παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, ως προς το ύψος του ποσού που επιδικάσθηκε και ως προς την ισορροπία που η επιδίκασή του πρέπει να εξασφαλίζει ανάμεσα στο όφελος του δικαιούχου και στο βάρος των υπόχρεων. Επομένως, ο έκτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες των διατάξεων του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).

Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 237/2019, ΑΠ 71/2019, ΑΠ 76/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον όγδοο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, καθόσον αφορά τον καθορισμό της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, παρά το νόμο το Δικαστήριο, δεν έλαβε υπόψη του τον κρίσιμο αυτοτελή ισχυρισμό που πρότεινε με την έφεσή της, για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, ότι δηλαδή ο τραυματισμός του αναιρεσιβλήτου έγινε αμέσως αντιληπτός από το νόμιμο εκπρόσωπό της, ο οποίος ήταν παρών και φρόντισε να κληθεί άμεσα το ΕΚΑΒ και ο οποίος στη συνέχεια φρόντιζε να ενημερώνεται για την ανάρρωσή του, ενώ καθόλο το διάστημα των αναρρωτικών του αδειών του κατέβαλε τις δικαιούμενες αποδοχές.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι τα επικαλούμενα περιστατικά δε συνιστούν "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα έννοια του όρου, αφού δεν έχουν αυτοτελή ύπαρξη, ούτε τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, αλλά αντίθετα αποτελούν ισχυρισμούς που υποβάλλονται προς ενδυνάμωση της απόψεως της αναιρεσείουσας περί έλλειψης προσδιοριστικών στοιχείων για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης.

Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η (άτακτη) καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.

Από τις προπαρατεθεσίες διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 167, 168, 648 Α.Κ., 3 ν. 2112/1920, 1, 3 παρ. 1 και 5 του β.δ. της 16-7-1920 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου θεωρείται έγκυρη όταν γίνει εγγράφως και καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση. Επομένως είναι άκυρη η καταγγελία αν δεν είναι έγγραφη και ο εργοδότης δεν καταβάλει στον απολυόμενο μισθωτό την αποζημίωση απόλυσης (που κατά τα προαναφερθέντα άρθρα 3 παρ. 2 ν. 2112/1920 και 5 παρ. 1 ν. 3198/55 υπολογίζεται βάσει των τακτικών αποδοχών του απολυομένου κατά τον τελευταίο μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης) ή αν καταβάλει σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές μειωμένη αποζημίωση.

Η ανωτέρω ακυρότητα της καταγγελίας είναι σχετική υπέρ του εργαζομένου, ο οποίος έχει την ευχέρεια είτε να θεωρήσει άκυρη την καταγγελία και να αξιώσει την καταβολή των αποδοχών του από τον υπερήμερο πλέον εργοδότη, προσφέροντας σ' αυτόν προσηκόντως τις υπηρεσίες του είτε, παραιτούμενος ρητώς ή σιωπηρώς από το δικαίωμά του προσβολής του κύρους της καταγγελίας να θεωρήσει αυτή έγκυρη και να απαιτήσει τη νόμιμη αποζημίωση.

Συνεπώς οι ανωτέρω ελλείψεις κατά την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας δεν καθιστούν αυτήν ανυπόστατη αλλά αποτελούν λόγους ακυρότητας της καταγγελίας, η επίκληση της οποίας (ακυρότητας) πρέπει να γίνει από τον εργαζόμενο με αγωγή. Ειδικότερα στην περίπτωση που ο μισθωτός θεωρήσει άκυρη την καταγγελία της εργασιακής σύμβασης και εμμείνει στη σύμβαση αυτή, η αξίωσή του για μισθούς υπερημερίας λόγω της άρνησης του εργοδότη ν' αποδέχεται τις υπηρεσίες του δεν στηρίζεται στην ακυρότητα της καταγγελίας αλλά στη σύμβαση εργασίας, η οποία αποτελεί και τη βάση της σχετικής αγωγής.

Περαιτέρω η καταγγελία σε περίπτωση που ασκείται από τον εργοδότη αναπτύσσει την άμεση διαπλαστική της ενέργεια από τη στιγμή που λαμβάνει γνώση αυτής ο εργαζόμενος παραλήπτης της (άρθρο 167 Α.Κ.). Η καταγγελία πρέπει να περιέχει σαφή και αναμφίβολη βούληση του καταγγέλλοντος να λύσει μονομερώς τη σύμβαση, έτσι ώστε να μη μένει στον αντισυμβαλλόμενο αμφιβολία ως προς τη λύση ή όχι της σύμβασης.

Για το λόγο αυτό γίνεται δεκτό ότι δεν επιδέχεται κατ' αρχήν αίρεση, αφού η προσθήκη αίρεσης δημιουργεί αβεβαιότητα στον αντισυμβαλλόμενο σχετικά με τη λήξη ή όχι της σύμβασης, η οποία δεν συμβιβάζεται με το χαρακτήρα της καταγγελίας ως διαπλαστικής δικαιοπραξίας. Οι διατάξεις όμως για την αίρεση δεν έχουν εφαρμογή στις αιρέσεις δικαίου, δηλαδή σ' αυτές που συνίστανται στο γεγονός που αποτελεί στοιχείο ή προϋπόθεση για την ενέργεια ή τελείωση της δικαιοπραξίας.

Έτσι είναι έγκυρη η επικουρική καταγγελία, δηλαδή η δεύτερη καταγγελία στην οποία προβαίνει ο καταγγέλλων για την περίπτωση που η προηγούμενη καταγγελία θα κρινόταν άκυρη από το δικαστήριο. Η δεύτερη αυτή καταγγελία περιέχει αίρεση δικαίου, η οποία είναι επιτρεπτή και η οποία, ανάλογα με τη νομική κατάσταση, αν μεν η πρώτη καταγγελία είναι έγκυρη δεν έχει καμιά αξία και έννομη επιρροή, δηλαδή θα είναι άνευ αντικειμένου, αν δε κριθεί άκυρη επιφέρει αυτή το πρώτον τη λύση της σύμβασης, δηλαδή λύεται η σχέση εργασίας από τότε που ασκήθηκε η επικουρική καταγγελία. (ΑΠ 839/2019, ΑΠ 397/2017, ΑΠ 277/2016, ΑΠ 55/2015, ΑΠ 624/2008, ΑΠ 1619/2006).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 74 Α παρ. 2 του Ν. 3863/2010 "Νέο ασφαλιστικό σύστημα και συναφείς διατάξεις, ρυθμίσεις στις εργασιακές σχέσεις" (ΦΕΚ Α 115), η οποία προστέθηκε με την διάταξη του άρθρου 17 § 5 εδ. α του Ν. 3899/2010 "Επείγοντα μέτρα εφαρμογής του προγράμματος στήριξης της ελληνικής οικονομίας" (ΦΕΚ Α 212), -που έχει εφαρμογή εν προκειμένω λόγω του χρόνου κατάρτισης της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης (16-10-2012)- ορίσθηκε ότι η απασχόληση με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου λογίζεται ως απασχόληση δοκιμαστικής περιόδου για τους πρώτους δώδεκα (12) μήνες από την ημέρα ισχύος της και η οποία μπορεί να καταγγελθεί χωρίς προειδοποίηση και χωρίς αποζημίωση απόλυσης, εκτός αν άλλο συμφωνήσουν τα μέρη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποσκοπεί στο να καταστήσει περισσότερο ευέλικτη την αγορά εργασίας με στόχο την αύξηση της κινητικότητας των εργαζομένων και την συνακόλουθη μείωση της ανεργίας σε σχέση με το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δεν αρκείται στο να επεκτείνει σε ένα έτος από τους δύο μήνες, που προέβλεπε το άρθρο 1 του Ν. 2112/1920, το χρονικό διάστημα από την πρόσληψη του μισθωτού, κατά το οποίο είναι δυνατή η από τον εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου χωρίς προειδοποίηση και χωρίς καταβολή αποζημίωσης, εκτός τυχόν αντίθετης συμφωνίας των μερών, αλλά σε αντίθεση με το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς (άρθ. 1 του Ν. 2112/1920) που δεν προέβλεπε κάτι σχετικό, καθιερώνει νομικό πλάσμα χαρακτηρίζοντας για πρώτη φορά νομοθετικά την ως άνω αρχική δωδεκάμηνη περίοδο της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως απασχόληση δοκιμαστικής περιόδου, ήτοι περιόδου κατά την οποία ο εργοδότης έχει την δυνατότητα να διαπιστώνει τις ικανότητες και την καταλληλότητα του εργαζομένου και σε περίπτωση που κρίνει, κατ' αντικειμενική και δίκαιη κρίση, ότι δεν είναι κατάλληλος για την θέση στην οποία προσλήφθηκε, να καταγγείλει την σύμβαση, χωρίς προειδοποίηση και χωρίς την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης (ΑΠ 1719/2012, υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, ΑΠ 259/2019).

Αφετηρία της ως άνω περιόδου αναμονής υπηρεσίας αποτελεί η ημέρα πρόσληψης του εργαζόμενου. Δηλαδή αρχίζει από την ημέρα που έλαβε χώρα η πρόσληψη του εργαζόμενου και λήγει με την παρέλευση ολόκληρης της ημέρας του δωδέκατου μήνα, η οποία αντιστοιχεί σε αριθμό με την ημέρα που άρχισε, δηλαδή της πρόσληψης, σύμφωνα με τα άρθρο 242 και 243 εδαφ.

β'ΑΚ (ΑΠ 1003/2017, ΑΠ 429/2016, ΑΠ 1387/2015). Η κατά τα ανωτέρω ευχέρεια του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου εντός της ανωτέρω προθεσμίας χωρίς την τήρηση των ανωτέρω διατυπώσεων δεν αποκλείει τον έλεγχο της καταγγελίας ως καταχρηστικής, κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ (ΑΠ 258/2019, ΑΠ 438/2015 ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης ως άνω αποφάσεως, σχετικά με την αξίωση του ενάγοντος για την αναγνώριση της ακυρότητας της από 15-10-2013 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: : Ότι ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη εταιρία, η οποία είχε μεταξύ άλλων, ως αντικείμενο την κατασκευή και τοποθέτηση των βάσεων των αυτόματων ταμειακών μηχανών Τραπεζών, στις 16-10-2012, με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι κατά τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσης προσέφερε κανονικά τις εργασίες του με την ειδικότητα του ηλεκτροσυγκολλητή, ο δε μισθός του ανερχόταν στο ποσό των 1.707,52 ευρώ. ....

Ότι με την προαναφερθείσα ιδιότητα του, τον Οκτώβριο του 2012, εργαζόταν στην κατασκευή των βάσεων των ATM που θα τοποθετούσε η εναγομένη, οι οποίες βάσεις ήταν διαστάσεων 1 μ Χ 1 μ. και ύψους 50 εκ. και βάρους συνολικού περίπου 130 κιλών........... Ότι ο ενάγων, μετά τη λήξη των συνεχών αναρρωτικών αδειών που του χορηγήθηκαν λόγω ανικανότητας προς εργασία εξ' αιτίας του προαναφερθέντος εργατικού ατυχήματος, επέστρεψε στην εργασία του, στις 3-8-20013, οπότε και του χορηγήθηκε από την εναγομένη η κανονική του άδεια έως το τέλος Αυγούστου 2013, εν συνεχεία δε, στις 2-9-2013, ο ενάγων επέστρεψε στην εργασία του.

Ότι στις 15-10-2013 η εναγομένη προέβη σε έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, χωρίς όμως να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης. Ότι ακολούθως, η εναγομένη μετά την επίδοση σε αυτήν της από 17-12-2013 αγωγής του ενάγοντος, επέδωσε στον ενάγοντα την από 22-1-2014 εξώδικη δήλωση-προσφορά και επικουρική καταγγελία συμβάσεως εργασίας, προσφέροντας και το αντίστοιχο ποσό της αποζημίωσης απόλυσης, το οποίο ενσωματώθηκε σε τραπεζική επιταγή και συγκεκριμένα το ποσό των 3.984,21 ευρώ με την παράδοση της ισόποσης ...

επιταγής της Τράπεζας Πειραιώς. Επιπλέον δε ότι η εναγομένη γνωστοποίησε με την ανωτέρω εξώδικη δήλωση στον ενάγοντα ότι, σε περίπτωση άρνησής του να παραλάβει την ανωτέρω επιταγή ή στην περίπτωση απουσίας του κατά την επίδοση, το ανωτέρω ποσό των 3.984,21 ευρώ θα παρακατατεθεί υπέρ αυτού στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και το σχετικό γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης θα βρίσκεται εις χείρας του πληρεξουσίου δικηγόρου της, από τον οποίο θα μπορεί να το παραλάβει κατόπιν προηγούμενης τηλεφωνικής συνεννοήσεως, καθ" όλες τις εργάσιμες ημέρες και ώρες.

Ότι τελικά, η επίδοση της άνω έγγραφης καταγγελίας έλαβε χώρα στις 23-1-2014, όταν ο ενάγων παρέλαβε τόσο το έγγραφο της καταγγελίας όσο και την προσφερθείσα επιταγή με το ποσό της αποζημίωσης απόλυσης. Ότι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η τελευταία αυτή καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος έλαβε χώρα, διότι ο ενάγων είχε προβεί σε δικαστικές ενέργειες κατά της εναγομένης, εξ' αιτίας του ένδικου εργατικού ατυχήματος, ήτοι διότι ο ενάγων άσκησε νόμιμο δικαίωμά του, συμπεριφορά μη αρεστή στην εναγομένη.

Ότι οικονομοτεχνικοί λόγοι που αφορούσαν στην επιχείρηση της εναγομένης, οι οποίοι να οδήγησαν στην απόλυση του ενάγοντος, όπως ισχυρίζεται η εναγομένη, δεν αποδείχθηκαν. Ότι, ως εκ τούτου, η ως άνω συμπεριφορά της εναγομένης να προβεί στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντα υπερέβη, προφανώς, τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος της να καταγγείλει την εργασιακή σύμβαση, με συνέπεια η καταγγελία να είναι καταχρηστική, λόγω της αντίθεσης της στο άρθρο 281 ΑΚ και ως εκ τούτου άκυρη.

Ότι, το γεγονός ότι ο ενάγων δεν είχε συμπληρώσει έτος από την πρόσληψη του στην εναγομένη ουδεμία επιρροή ασκεί. Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε ότι η εναγομένη, λόγω της άκυρης απόλυσης, κατέστη υπερήμερη έναντι του ενάγοντος, ως προς την καταβολή των αποδοχών του και ότι η ένσταση που προέβαλε η εναγομένη περί καταχρηστικής ασκήσεως της ένδικης αγωγής, ισχυριζόμενη ότι ο ενάγων παραμένει ηθελημένα άνεργος κατά την περίοδο της υπερημερίας της, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι τα επικαλούμενα από αυτήν περιστατικά δεν αποδείχθηκαν και συγκεκριμένα δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε για τον ενάγοντα η δυνατότητα για ανεύρεση εργασίας, συνεκτιμωμένων, αφ' ενός του γεγονότος ότι μόλις είχε αρχίσει να αναρρώνει από τον τραυματισμό του και αφ' ετέρου, της οικονομικής κρίσης που ήδη είχε πλήξει τη χώρα μας, γεγονός γνωστό στο Δικαστήριο.

Στη συνέχεια, απέρριψε την έφεση της εναγομένης ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και ειδικότερα, με το να δεχθεί ότι η πρώτη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος που έλαβε χώρα στις 15-10-2013, δηλαδή μία μέρα πριν τη λήξη του δωδέκατου μήνα από την ημερομηνία πρόσληψής του (16-10-2012), ήταν άκυρη λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης και στη συνέχεια να προβεί στην εξέταση της νομιμότητας της δεύτερης από 23-1-2014 επικουρικής καταγγελίας, την οποία έκρινε καταχρηστική, παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν πιο πάνω, η πρώτη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος που έλαβε χώρα στις 15-10-2013, ήταν έγκυρη, καθόσον δεν απαιτείτο η καταβολή αποζημίωσης απόλυσης, ενώ η δεύτερη από 23-1-2014 επικουρική καταγγελία, δεν έχει καμιά αξία και έννομη επιρροή, δηλαδή είναι άνευ αντικειμένου.

Επομένως ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτών η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί κατά το ανωτέρω μέρος αυτής, δηλαδή κατά το μέρος που έκρινε ότι η πρώτη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος που έλαβε στις 15-10-2013, είναι άκυρη λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης και ότι η δεύτερη από 23-1-2014 επικουρική καταγγελία, είναι καταχρηστική λόγω αντίθεσής της στο άρθρο 281 ΑΚ, με συνέπεια η εναγομένη να καταστεί υπερήμερη έναντι του ενάγοντος ως προς την καταβολή των αποδοχών της.

Εξάλλου, με δεδομένο ότι η αναιρετική εμβέλεια του ανωτέρω γενόμενου δεκτού πρώτου αναιρετικού λόγου οδηγεί στην αποδοχή της αίτησης αναιρέσεως, καθίσταται πλέον αλυσιτελής, άλλως παρέλκει η εξέταση των δεύτερου, τρίτου και τέταρτου λόγων αναιρέσεως, που επίσης αποβλέπουν στην αποδοχή της αίτησης αναιρέσεως και πλήττουν το ίδιο ως άνω κεφάλαιο.

Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ανωτέρω μέρος αυτής και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αντίστοιχο κεφάλαιό της, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναιρέσεως.

Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 178, 183 ΚΠοΛΔ). Β) Επί της από 10-3-2020 αιτήσεως αναιρέσεως:

Από τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ που ορίζει ότι "η αναπηρία ή παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημιώσεως, αν επιδρά στο μέλλον του", σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 298, 299, 914, 929 και 932 ΑΚ, προκύπτει, ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενείται στον παθόντα, ανεξαρτήτως φύλου, εκτός από την επίδραση την οποία μπορεί να ασκήσει τόσο στο ύψος των χρηματικών ποσών που θα στερείται ο παθών στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αυξήσεως των δαπανών του, όσο και στο ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως που θα επιδικασθεί για την ηθική βλάβη, μπορεί να θεμελιώσει και αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση αν επιδρά στο μέλλον του.

Η διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 931 ΑΚ παρέχει βάση για τέτοια αξίωση αν και εφόσον, κατά την αληθή έννοιά της, η αναπηρία ή η παραμόρφωση επιδρά στο οικονομικό μέλλον του παθόντος, που δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές, οι οποίες προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 ΑΚ που συνθέτουν την ως άνω έννοια της επίδρασης της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης στο μέλλον του παθόντος.

Η κατά τα άνω όμως αυτοτελής αξίωση αφορά στον καθορισμό και μόνο αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και μάλιστα μελλοντική και όχι για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία αποκαθίσταται κατά το άρθρο 932 ΑΚ και η οποία δεν μπορεί να βρει έρεισμα και στη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, στην οποία γίνεται λόγος για "αποζημίωση".

Εξ' άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 α.ν. 1846/1951, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 551/15, κωδικοποιημένου με το β.δ. της 24.7/28.8.1920, συνάγεται ότι, όταν ο εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ) και υποστεί ατύχημα, κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής της εργασίας, ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση αποζημιώσεώς του, τόσο ως προς τη, σύμφωνα με το κοινό δίκαιο, ευθύνη για αποζημίωση, όσο και ως προς την προβλεπόμενη από τον παραπάνω Ν. 551/15 ειδική αποζημίωση και μόνο αν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή αυτών που ο εργοδότης έχει προστήσει, ο τελευταίος έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον εργαζόμενο την από το άρθρο 34 παρ. 2 του α.ν. 1841/51 προβλεπόμενη διαφορά μεταξύ του ποσού της κατά το κοινό δίκαιο αποζημίωσης και του ολικού ποσού των παροχών που χορηγεί το ΙΚΑ.

Ο παθών όμως διατηρεί την αξίωσή του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία κρίνεται πάντοτε κατά το κοινό δίκαιο (άρθρα 914, 922, 932 ΑΚ) κατά του εργοδότη και του προσώπου που προστήθηκε από αυτόν, όταν το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα αυτών. Έτσι, σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος, όταν ο παθών εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, το οποίο έχει αναλάβει την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας, δεν νομιμοποιείται αυτός να αξιώσει από τον εργοδότη και την αυτοτελή αποζημίωση από το άρθρο 931 ΑΚ, λόγω του περιουσιακού χαρακτήρα αυτής (Ολ.

ΑΠ 18/2008, ΑΠ 1649/2017, ΑΠ 888/2015, ΑΠ 182/2015, ΑΠ 1778/2012, ΑΠ 52/2011). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 578 ΚΠολΔ αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση και αντικαθιστά το εσφαλμένο αιτιολογικό με το ορθό. Στην περίπτωση δηλαδή αυτή το διατακτικό της απόφασης του Αρείου Πάγου περιέχει απορριπτική της αναίρεσης διάταξη και στο σκεπτικό παράθεση του ορθού αιτιολογικού σε αντικατάσταση του εσφαλμένου Ολ.

ΑΠ 30/1998, Ολ. ΑΠ 37/1996, ΑΠ 999/2020, ΑΠ 397/2020, ΑΠ 139/2018, ΑΠ 1697/2017, ΑΠ 931/2001). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 562 παρ. 2 ΚπολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, αναφορικά με την αγωγική αξίωση του άρθρου 931 ΑΚ, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ότι ο ενάγων, μετά το ατύχημα, διακομίσθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο ΚΑΤ, όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί κατάγματα πτερνών άμφω και κατάγματα σώματος Θ12 σπονδύλου, εισήχθη δε, στη ορθοπεδική κλινική του ως άνω νοσοκομείου και παρέμεινε νοσηλευόμενος έως τις 31-10-2012, οπότε εξήλθε με θεραπευτική αγωγή και οδηγίες για αποχή από κάθε εργασία για δύο μήνες.

Ότι ο ενάγων έλαβε στη συνέχεια διαδοχικές αναρρωτικές άδειες, δεδομένου ότι κρίθηκε για τα αντίστοιχα διαστήματα ανίκανος για εργασία. Ότι περαιτέρω, η πρωτοβάθμια επιτροπή του ΙΚΑ, η οποία εξέτασε τον ενάγοντα, διαπίστωσε "δυσχέρεια βάδισης απότοκος κατάγματος Θ12 σπονδύλου χωρίς νευρολογική σημειολογία των κάτω άκρων και καταγμάτων πτερνών αντιμετωπισθέντος συντηρητικά".

Ότι η ως άνω επιτροπή έκρινε ότι το συνολικό ποσοστό αναπηρίας του, εξ' αιτίας του επίδικου τραυματισμού του, ανέρχεται σε 35%, κατά ιατρική πρόβλεψη, από 7-11-2013 έως 30-11-2015 (βλ. την από 27-2-2014 γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας). Ότι για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, ήτοι για μετά τις 30-11-2015 δεν προκύπτει η κατάσταση του ενάγοντος, ήτοι ότι εξακολούθησε να παρουσιάζει αναπηρία πολλώ μάλλον, δεν αποδείχθηκε ότι η αναπηρία του ενάγοντος είναι μόνιμη και θα τον επηρεάσει στην προσωπική και επαγγελματική του ζωή, ώστε να κρίνει, περαιτέρω, το Δικαστήριο με ποιο τρόπο το ένδικο ατύχημα θα επιδράσει δυσμενώς στην οικονομική πλευρά της μελλοντικής ζωής του παθόντος.

Ότι επομένως ο ενάγων δεν δικαιούται αποζημίωση εκ του άρθρου 931 ΑΚ. Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε το λόγο της έφεσης του ενάγοντος, με τον οποίο παραπονείτο για την απόρριψη του σχετικού αιτήματός του από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ως κατ' ουσίαν αβασίμου με την αιτιολογία ότι ο τραυματισμός του ενάγοντος προκλήθηκε κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης της εργασίας του και η αιτούμενη αποζημίωση αποκαθίσταται μόνο μέσω του ασφαλιστικού φορέα του ΙΚΑ, στον οποίο και υπαγόταν.

Από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι το Εφετείο, αναφορικά με την απόρριψη του ανωτέρω λόγου έφεσης, ορθά μεν κατ' αποτέλεσμα έκρινε, πλην όμως το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως κρίνεται εσφαλμένο. Ειδικότερα, το αίτημα του ενάγοντος για την επιδίκαση σ' αυτόν αποζημίωσης του άρθρου 931 ΑΚ, έπρεπε να κριθεί ότι είναι απορριπτέο, καθώς και ο σχετικός λόγος της έφεσης του ενάγοντος, για το λόγο ότι, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο ενάγων, όπως έκρινε και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, υπαγόταν στην ασφάλιση του ΙΚΑ, το οποίο είχε αναλάβει την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας και ως εκ τούτου, δεν νομιμοποιούταν αυτός να αξιώσει από την εναγομένη την αυτοτελή αποζημίωση από το άρθρο 931 ΑΚ, λόγω του περιουσιακού χαρακτήρα αυτής.

Με βάση τα παραπάνω, και αφού η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ορθό (κατά το αποτέλεσμα) διατακτικό, πρέπει με αντικατάσταση της εσφαλμένης αιτιολογίας της, με την ορθή ως άνω αιτιολογία, να απορριφθούν κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ ο προβαλλόμενος από τον αναιρεσείοντα από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος αναίρεσης.

Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω κατά την εξέταση της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως, το Εφετείο, αναφορικά με την επιδίκαση στον ενάγοντα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, αφού έλαβε υπόψη του τις συνθήκες του ατυχήματος (όπως αυτές περιγράφηκαν ανωτέρω), το βαθμό υπαιτιότητας (αμέλεια) του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, την ηλικία του ενάγοντος, το είδος και την έκταση του τραυματισμού του, τη ψυχική και σωματική ταλαιπωρία του, έκρινε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων δικαιούται να λάβει χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη ύψους 20.000 ευρώ που κρίθηκε εύλογη.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, κατά τον προσδιορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, ούτε περιέλαβε στη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, για τον προσδιορισμό του ποσού, το οποίο είναι εύλογο στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Και τούτο διότι, το ποσό που επιδικάσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι το ευλόγως επιδικαζόμενο από τα δικαστήρια σε περιπτώσεις εργατικών ατυχημάτων ανάλογης βαρύτητας και συνεπειών με αυτό του παθόντος αναιρεσίβλητου και με την κατά τις παραδοχές υπαιτιότητα των υπαιτίων φυσικών προσώπων και την έλλειψη συνυπαιτιότητας του παθόντος και δεν κρίνεται καταφανώς διογκωμένο.

Γι` αυτό δεν διαπιστώνεται παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, ως προς το ύψος του ποσού που επιδικάσθηκε και ως προς την ισορροπία που η επιδίκασή του πρέπει να εξασφαλίζει ανάμεσα στο όφελος του δικαιούχου και στο βάρος των υπόχρεων. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β του ΚΠολΔ ορίζεται περαιτέρω ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005).

Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β` του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ` αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 1333/2018, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1512/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1662/2010).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.

Διαφορετικά, ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος ως αόριστος (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1109/2019, ΑΠ 860/2018, ΑΠ 208/2018, ΑΠ 752/2017, ΑΠ 1226/2014, ΑΠ 2146/2014, ΑΠ 574/2010, ΑΠ 737/2008, ΑΠ 1300/2006, ΑΠ 1207/2005). Στην περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 εδάφιο β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για το λόγο ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι "η πιστοποίηση του ΚΕΠΑ υποδηλώνει προσωρινή αναπηρία δύο (2) ετών και συνεπώς ότι επήλθε πλήρης αποκατάσταση της υγείας του μετά τη διετία και πλήρης δυνατότητα να ανταποκριθεί στην προηγούμενη ειδικότητα και εργασία του", παραβίασε, αφενός τις διατάξεις των άρθρων 6 και 7 του ν 3863/2010 (για τη συγκρότηση Ειδικής Επιστημονικής Επιτροπής, η οποία καθορίζει με εκατοστιαία αναλογία.......τα ποσοστά αναπηρίας που συνεπάγεται κάθε πάθηση ή βλάβη σωματική....) και αφετέρου τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφενός μεν λόγω αοριστίας, εφόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποια διδάγματα κοινής πείρας εσφαλμένα δεν εφαρμόσθηκαν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και ποιος είναι ο (οι) αντίστοιχος (οι) κανόνας (κανόνες) ουσιαστικού δικαίου, από τους αναγραφομένους στο αναιρετήριο για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου (των οποίων) δεν έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας για την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας στον κανόνα (κανόνες) αυτό (αυτούς), ούτε επίσης διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, αφετέρου δε διότι οι επικαλούμενες αιτιάσεις κατά τον οικείο αναιρετικό λόγο αναφέρονται ευθέως στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, οι οποίες όμως δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ` είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002).

Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι ένορκες βεβαιώσεις και τα έγγραφα), να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 322/2011, ΑΠ 371/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο αυτού σκέλος από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προσάπτει στη προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της έγγραφο που αυτός επικαλέσθηκε και προσκόμισε τόσο πρωτοδίκως, όσο και κατ` έφεση με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αντίστοιχα και ειδικότερα την Ιατρική Γνωμάτευση Α' Ορθοπεδικού Τμήματος του ΚΑΤ, στην οποία αναγράφεται ότι "λόγω των κακώσεων ο ασθενής θα πρέπει να αποφύγει στο μέλλον την άρση βαρέων αντικειμένων και ότι είναι ενδεχόμενο να αναπτυχθεί μετατραυματική αρθρίτιδα στις υποστραγάλιες αρθρώσεις", από την οποία αποδεικνύονταν οι επιπτώσεις στην υγεία του από τον πιο πάνω τραυματισμό του.

Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος που αφορά την αξίωση του ενάγοντος για επιδίκαση αποζημίωσης κατ' αρθρ. 931 ΑΚ, προβάλλεται αλυσιτελώς, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε ο ενάγων ως ασφαλισμένος στο ΙΚΑ δε νομιμοποιείται να αξιώσει τέτοια αποζημίωση. Κατά το μέρος όμως που αφορά την αξίωση της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα:

Από τη βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι "... από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα της εναγομένης, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδρίασης αυτού, των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν.....

της 3522/2015 ένορκης βεβαίωσης .......αποδείχθηκαν ... ", αφετέρου δε με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά ανωτέρω περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ανωτέρω έγγραφο, το οποίο συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.

Συνεπώς ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του είναι ως αβάσιμος. Ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο "αποδεικτικού", κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, εγγράφου. Τούτο συμβαίνει, όταν, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου ή από παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμου μέρους του, δέχτηκε, ότι περιέχει περιστατικά, με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει.

Πάντως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, θα πρέπει, επιπλέον, το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμόρφωσε, όχι δε και όταν έχει συνεκτιμήσει απλώς το έγγραφο αυτό, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου του παραπάνω εγγράφου της πιστοποίησης αναπηρίας του ΚΕΠΑ, η οποία (πλημμέλεια) συνίσταται στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε ότι από αυτό προκύπτει ανικανότητα του ενάγοντος προς εργασία διετούς διάρκειας, ενώ έπρεπε να δεχθεί ανικανότητα τριετούς διάρκειας, αφού το ατύχημα συνέβη στις 20-10-2012.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του ανωτέρω εγγράφου, αλλά, αφού το ανέγνωσε σωστά, δέχθηκε ότι η ως άνω επιτροπή του ΙΚΑ έκρινε ότι το συνολικό ποσοστό αναπηρίας του ενάγοντος εξ' αιτίας του επίδικου τραυματισμού ανέρχεται σε 35%, κατά ιατρική πρόβλεψη, από 7-11-2013 έως 30-11-2015.

Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η ένδικη αναίρεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 106, 176, 183 ΚΠοΛΔ). Ένα μέλος του Δικαστηρίου, η Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτης Πελαγία Ακάσογλου έχει την παρακάτω σ υ γ κ λ ί ν ο υ σ α γνώμη επί των ενδίκων αιτήσεων αναιρέσεως:

(Ι).- Κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και, ιδιαίτερα, του περιεχομένου εγγράφων, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμοί 19 και 20 ΚΠολΔ.

Έτσι, η ουσία της υποθέσεως, εφ' όσον δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση, ως άνω, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 445/2019). Βάσιμος είναι λόγος αναιρέσεως, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται στο έγγραφο (δικόγραφο) της αναιρέσεως πληρούν το πραγματικό λόγου του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Αποδεικνύεται δε, το βάσιμο του λόγου αναιρέσεως [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ], από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ 345/2015).

Αντίθετα, αβάσιμος [άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ], είναι λόγος αναιρέσεως, αν στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δηλ. όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η απόφαση, που προσβάλλεται, δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά και από την ίδια την απόφαση προκύπτει το αντίθετο. Η ευθεία παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, δηλ.

κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, προβλέπεται, ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ και η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (β) ΚΠολΔ.

Για τη στοιχειοθέτηση του λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται ευθέως, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του? δηλ.

αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υποθέσεως, σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού [άρθρο 578 ΚΠολΔ].

Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών? δηλ. αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.

Ιδρύεται δε, αυτός ο λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (ΑΠ ολ. 3/2020). Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ είναι δυνατό να έχει, ως περιεχόμενο, (1).- την αιτίαση ότι η αγωγή ή η ανταγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ ήταν νόμιμη, σύμφωνα με συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ή / και (2).- την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα η αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία.

Σε αμφότερες τις περιπτώσεις για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αυτός αναιρέσεως και, συνεπώς, να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος [άρθρα 118 αριθμός 4, 566 παρ.1, 577 παρ.3 ΚΠολΔ], πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να εκτίθενται, πλήρως και σαφώς για την υπό στοιχείο (1) περίπτωση, η ιστορική βάση της αγωγής ή ανταγωγής, που απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, δηλ.

τα πραγματικά περιστατικά, που ο αναιρεσείων, ενάγων ή αντενάγων, είχε επικαλεσθεί στην αγωγή ή την ανταγωγή για τη θεμελίωσή της και για την υπό στοιχείο (2) περίπτωση, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ώστε η αγωγή ή η ανταγωγή να γίνει δεκτή, ως βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη στην ουσία.

Επίσης, να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το νομικό σφάλμα, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού δικαίου, δηλ. η πλημμέλεια, που αποδίδεται και η έννομη συνέπεια, που διαγνώσθηκε από την πλημμέλεια (ΑΠ ολ. 28/1998, ΑΠ ολ. 27/1998).

Διδάγματα της κοινής πείρας είναι οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση. Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας στοιχειοθετεί τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (β) ΚΠολΔ, αν τα διδάγματα της κοινής πείρας αφορούν την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς ενώ, δεν στοιχειοθετείται τέτοιος λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβαίνει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ ολ. 2/2008).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (β) ΚΠολΔ και, συνεπώς, να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος [άρθρα 118 αριθμός 4, 566 παρ,1, 577 παρ.3 ΚΠολΔ], πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να καθορίζονται ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτήν των πραγματικών γεγονότων, επίσης, να εκτίθενται πλήρως και σαφώς οι κρίσιμες ουσιαστικές - πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ώστε η αγωγή να γίνει δεκτή ως βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία (ΑΠ ολ. 11/2017, ΑΠ 109/2020).

Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας εσφαλμένως τα διαδικαστικά έγγραφα [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ] είτε έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (εδ. α) είτε δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (εδ.

β). Νοούνται, ως "πράγματα", οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση [άρθρα 338, 362 ΚΠολΔ]? ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους στο δικαστήριο της ουσίας [άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ], συγκροτούν την ιστορική βάση (και, συνεπώς, θεμελιώνουν, ιστορικώς, το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και, κατά νόμο, διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της αποφάσεως, που προσβάλλεται.

Αποτελούν "πράγματα" και οι λόγοι (κύριοι ή τυχόν πρόσθετοι) εφέσεως, οι οποίοι αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και διατυπώνουν παράπονο κατά της κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας, δηλ. οι λόγοι των οποίων η λήψη υπ' όψη και παραδοχή θα είχε, ως συνέπεια, την κατά το άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως. "Πράγματα" υπό την ως άνω έννοια δεν αποτελούν η απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΑΠ ολ. 3/1997, ΑΠ 696/2017, ΑΠ 224/2016, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 1386/2009, ΑΠ 567/2009).

Για το παραδεκτό (ορισμένο) του λόγου αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ [άρθρα 118 αριθμός 4, 566 παρ.1, 577 παρ.3 ΚΠολΔ] πρέπει να γίνεται (και) προσδιορισμός των "πραγμάτων" (ΑΠ 194/1998). Κατά το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Τέτοιος λόγος αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα ή απαράδεκτα από το δικονομικό, μόνο, δίκαιο (ΑΠ ολ. 1/2019, ΑΠ ολ. 12/2000, ΑΠ ολ. 1/1999, ΑΠ 558/2008). Η ένσταση, όπως και η αγωγή, πρέπει να περιέχουν σαφή έκθεση των γεγονότων, που τις θεμελιώνουν κατά το νόμο και ορισμένο αίτημα, διαφορετικά, η αγωγή και η ένσταση απορρίπτονται (και) αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτες, συνεπεία αοριστίας του οικείου δικογράφου? ενώ η παράλειψη αναφοράς των γεγονότων αυτών δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο έγγραφο, στο οποίο τυχόν αναγράφονται (ΑΠ 1383/2008).

Ως προς την επάρκεια ή μη της θεμελιώσεως της αγωγής ή της ενστάσεως [άρθρα 216 παρ.1, 262 παρ. 1 εδ. (α), 111 παρ.2 ΚΠολΔ], γίνεται διάκριση νομικής αοριστίας και ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας. Η νομική αοριστία συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό της κρίσεώς του περί της νομικής επάρκειας αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα.

Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία υπάρχει, αν στο οικείο δικόγραφο της αγωγής ή της ενστάσεως δεν εκτίθενται όλα τα στοιχεία, αναγκαία, κατά νόμο, προς στήριξη του αιτήματος της αγωγής ή της ενστάσεως και ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ. Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση της αγωγής ή της ενστάσεως από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενό της.

Σε αντίθετη περίπτωση, στοιχειοθετείται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 558 αριθμός 8 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι λήφθηκε υπ' όψη ισχυρισμός, που δικαιολογούσε τη νομική ή ποσοτική επάρκεια της αγωγής ή της ενστάσεως, αν και δεν προτάθηκε ή αντιστρόφως δεν λήφθηκε υπ' όψη τέτοιος ισχυρισμός, αν και προτάθηκε (ΑΠ ολ. 112/2008, ΑΠ 922/2019, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 558/2008, ΑΠ 1383/2008).

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού (δικανικού) συλλογισμού της, δηλ. στο αιτιολογικό της, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται, δεν καλύπτουν όλα τα αναγκαία στοιχεία, κατά το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής ή ελλιπής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ιδρύεται, έτσι, αυτός ο λόγος, μόνο, όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) τέτοιος λόγος, πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να αναφέρονται [άρθρα 118 αριθμός 4, 566 παρ.1, 577 παρ.3 ΚΠολΔ] ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, σχετικά με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως καθώς και οι (ουσιαστικές) παραδοχές της αποφάσεως με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, δηλ.

ποια στοιχεία αναγκαία για την επάρκεια των αιτιολογιών λείπουν, σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια μέρη τους προκύπτει. Η ελαττωματικότητα των αιτιολογιών, η σχετική με την εκτίμηση των αποδείξεων [άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ] δεν δημιουργεί τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αν το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς? δηλ.

μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου της ουσίας, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό το αποδεικτικό πόρισμα και, έτσι, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως ώστε στο πλαίσιο του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα (ΑΠ ολ. 1/1999, ΑΠ ολ. 30/1997, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 445/2019, ΑΠ 114/2017, ΑΠ 1054/2010).

Εν όψει του ότι ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ αναφέρεται, ως άνω, στην ελάσσονα (όχι μείζονα) πρόταση του δικανικού συλλογισμού, προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας. Δεν ιδρύεται, συνεπώς, όταν η έλλειψη ή η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογικών αναφέρεται στη σκέψη της αποφάσεως, με την οποία η αγωγή ή η ανταγωγή ή η ένσταση κρίθηκαν απορριπτέες ως απαράδεκτες εξ αιτίας αοριστίας του οικείου δικογράφου ή ως μη νόμιμες (ΑΠ ολ. 3/1997, ΑΠ 135/2014).

Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 13 ΚΠολΔ ιδρύεται επί εσφαλμένης εφαρμογής από το δικαστήριο της ουσίας των ορισμών του νόμου, ως προς το βάρος αποδείξεως. Ειδικότερα, με το άρθρο 338 παρ.1 ΚΠολΔ, επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος αποδείξεως των πραγματικών γεγονότων, που ο εφαρμοστέος κανόνας ουσιαστικού δικαίου προϋποθέτει, γενικά και αφηρημένα, για να ισχύσει η έννομη συνέπεια, της οποίας η δικαστική διάγνωση διώκεται.

Το βάρος αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο της ουσίας πρέπει να επιβάλλει, με την απόφασή του, την ευθύνη να προσκομίσει το αποδεικτικό υλικό προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής πεποιθήσεως των πραγματικών γεγονότων, θεμελιωτικών της αξιώσεώς του.

Στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 663 - 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87 / 23.7.2015) δεν τίθεται θέμα παραβιάσεως του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως και ιδρύσεως του λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 13 ΚΠολΔ διότι κατά την ειδική αυτή διαδικασία το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να ορίζει, ποιος από τους διαδίκους φέρει το βάρος αποδείξεως, εκτιμά ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι, κατά νόμο, προσκομίζουν, με επίκληση και κρίνει, αν αποδείχθηκαν ή όχι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, όπως προτείνονται [άρθρο 671 ΚΠολΔ].

Αντίθετα, αντικειμενικό βάρος αποδείξεως είναι ο κίνδυνος, που ο διάδικος διατρέχει στην περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, υπό την έννοια του εσφαλμένου προσδιορισμού του διαδίκου, που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας, στοιχειοθετεί τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 13 ΚΠολΔ (ΑΠ 233/2011).

Περαιτέρω, το δικαστήριο της ουσίας για να διαγνώσει την αλήθεια, όσων πραγματικών ισχυρισμών ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπ' όψη όλα τα υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν [άρθρα 106, 335, 338, 339, 340, 346, 240 ΚΠολΔ]. Κατά το άρθρο 559 αριθμός 11 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας (α).- έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει ή (β).- παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη αποδείξεις, που δεν προσκομίσθηκαν ή (γ).- παρά το νόμο, δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Ειδικότερα, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν προς άμεση απόδειξη ή προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων? είναι δε, ορισμένος και, συνεπώς, παραδεκτός [άρθρα 118 αριθμός 4, 566 παρ.1, 577 παρ.3 ΚΠολΔ], εφ' όσον εξειδικεύονται τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη, προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσκομίσεώς τους, αναφέρεται ότι έγινε νόμιμη επίκλησή τους στο δικαστήριο της ουσίας και καθορίζεται το πραγματικό γεγονός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με το αποδεικτικό μέσο ακόμη, αναφέρεται ότι το αποδεικτέο γεγονός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης [άρθρο 335 ΚΠολΔ], αφού μόνο ένα τέτοιο γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως, επιδρώντας στο διατακτικό (ΑΠ ολ. 42/2002, ΑΠ 800/2015, ΑΠ 1383/2008).

Αβάσιμος είναι ο λόγος του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ, εάν από την απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας αποδεικνύεται ότι έχουν ληφθεί υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νομίμως προσκομίσθηκαν με επίκληση από τους διαδίκους. Αρκεί η γενική αναφορά στην απόφαση του είδους των αποδεικτικών μέσων.

Ειδική μνεία ή ξεχωριστή αξιολόγησή τους ή / και διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη δεν είναι αναγκαία, εάν από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως δεν αφήνεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκε υπ' όψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο? δηλ. για τον αναιρετικό έλεγχο αρκεί να προκύπτει, με βεβαιότητα ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, όσα υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Δεν αποκλείεται, όμως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, που, κατά την ελεύθερη κρίση του, έχουν μεγαλύτερη σημασία (ΑΠ ολ. 2/2008, ΑΠ 445/2019). Εξ άλλου, κατ' άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Παραμόρφωση συντρέχει, όταν υπάρξει διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, δηλ. λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου. Η παραμόρφωση μπορεί να γίνει θετικά, με τη μεταβολή του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά με την παράλειψη κρίσιμων φράσεων ή περικοπών του κειμένου, δηλ. που μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό συμπέρασμα.

Αυτός ο αναιρετικός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε και όχι, όταν το συνεκτίμησε απλώς μαζί με τις άλλες αποδείξεις (τα άλλα αποδεικτικά μέσα), χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.

Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος, πρέπει να προσδιορίζεται, επαρκώς, στο έγγραφο της αναιρέσεως [άρθρα 118 αριθμός 4, 566 παρ.1, 577 παρ.3 ΚΠολΔ], ποιο ακριβώς περιεχόμενο του εγγράφου δέχθηκε το δικαστήριο και να παρατίθεται, κατά λέξη, το ακριβές περιεχόμενό του και το περιεχόμενο, που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ ολ. 2/2008, ΑΠ 962/2012, ΑΠ 112/2008, ΑΠ 1573/2006).

Τέλος, το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ ορίζει ότι: "Είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται (α).- για παράβαση, που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, (β).- για σφάλμα, που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, (γ).- για ισχυρισμό, που αφορά τη δημόσια τάξη".

Έτσι, αν ο λόγος αναιρέσεως στηρίζεται σε ισχυρισμό, που πρέπει για το παραδεκτό του λόγου να έχει προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, τότε, για να είναι ορισμένος και, συνεπώς, παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, όσον αφορά τον συγκεκριμένο ισχυρισμό, πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως [άρθρα 118 αριθμός 4, 566 παρ.1, 577 παρ.3 ΚΠολΔ] να αναφέρεται ότι νομίμως προτάθηκε ο ισχυρισμός στο δικαστήριο της ουσίας [άρθρα 240, 520 ΚΠολΔ].

Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναιρέσεως (ΑΠ ολ. 43/1990, ΑΠ 93/2020, ΑΠ 142/2013, ΑΠ 2062/2007, ΑΠ 194/1998). Για να θεμελιωθεί ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, ο περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής ή της ενστάσεως ισχυρισμός του εναγομένου πρέπει να προτείνεται νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας και, αν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, να επαναφέρεται νομίμως στο εφετείο [άρθρα 240, 520 ΚΠολΔ].

Για το παραδεκτό του λόγου αυτού αναιρέσεως, πρέπει να αναγράφεται στο δικόγραφο της αναιρέσεως ότι έγινε νομίμως η σχετική πρόταση (ΑΠ 1346/2010, ΑΠ 669/2007).

(ΙΙ).- Η εφαρμογή του ν. 551 / 31.12.1914 (ΦΕΚ Α. 11 / 8.1.2015), ο οποίος κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24.7. / 25.8.1920 (ΦΕΚ Α. 191 / 25.8.1920) και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 εδ. (α) ΕισΝΑΚ, προϋποθέτει "εργατικό ατύχημα", δηλ. ατύχημα από βίαιο συμβάν, που επέρχεται σε εργαζόμενο, εργάτη ή υπάλληλο, με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου [άρθρα 1, 2, 3 ν. 551/1914].

Εργατικό ατύχημα θεωρείται και η σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του εργαζομένου, που είχε ως συνέπεια (μερική ή ολική) ανικανότητα για εργασία, εάν επήλθε από αιφνίδιο και απρόβλεπτο γεγονός, ήτοι. από βίαια και αιφνίδια επενέργεια εξωτερικού αιτίου. Εξ άλλου, ο εργοδότης έχει έναντι του εργαζομένου του την υποχρέωση πρόνοιας.

Ειδικότερα, ο εργοδότης οφείλει να ρυθμίζει και τα σχετικά με την παροχή της εργασίας ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του εργαζομένου [άρθρο 662 ΑΚ]. Επί σωματικής κακώσεως ή βλάβης της υγείας από εργατικό ατύχημα, η αξίωση του παθόντος εργαζομένου για χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης κρίνεται, πάντοτε, κατά το κοινό δίκαιο, με τη συνδρομή των όρων της αδικοπραξίας, δηλ.

απαιτείται και παράνομη συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), υπαιτιότητα και αιτιώδης σύνδεσμος συμπεριφοράς και τελικού ζημιογόνου αποτελέσματος [άρθρα 1, 2 ν. 551/1914, 288, 662, 648, 914, 71, 932, 299, 330, 922 ΑΚ]. Αρκεί οποιασδήποτε μορφής αμέλεια του υπαίτιου εργοδότη ή των προσώπων, που αυτός έχει προστήσει στην υπηρεσία του και δεν απαιτείται το ειδικό πταίσμα της μη τηρήσεως επιβαλλομένων όρων ασφαλείας [άρθρα 1, 2, 6, 16 παρ.1 ν. 551/1914].

Ο ειδικότερος προσδιορισμός των μέτρων, που οφείλει να λάβει ο υπαίτιος, με αντικειμενικά κριτήρια ώστε να ισχύουν αορίστως σε περισσότερες όμοιες περιπτώσεις, αποτελεί εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας της παράνομης συμπεριφοράς, ως όρου της αδικοπραξίας, στην οποία θα πρέπει να μπορούν να υπαχθούν τα πραγματικά περιστατικά της ατομικής περιπτώσεως προς θεμελίωση του πιο πάνω στοιχείου της αδικοπρακτικής ευθύνης.

Εάν δεν καθορίσθηκαν με θετικές διατάξεις συγκεκριμένα μέτρα ασφαλείας για την προστασία των εργαζομένων σε συγκεκριμένο εργοδότη, ο προσδιορισμός των μέτρων, που ο υπαίτιος οφείλει να λάβει, με αντικειμενικά κριτήρια, γίνεται κατ' εφαρμογή της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας του εργοδότη, ως άνω, που απορρέει από τις γενικές διατάξεις των άρθρων 662 ΑΚ, 32 στοιχείο 'Α' ν. 1568/1985 (ΦΕΚ Α. 177), 7 παράγραφοι 1, 5 και 6 π.δ. 17/1996 (ΦΕΚ Α. 11), 111 π.δ. 1073/1981 (ΦΕΚ Α. 260), 9 π.δ. 778/1980 (ΦΕΚ Α. 193) καθώς και κατ' εφαρμογή της αρχής της καλής πίστεως υπό την αντικειμενική της έννοια, δηλ.

της συναλλακτικής ευθύτητας, που κάθε συνετός και εχέφρων συναλλασσόμενος οφείλει, κατά τα άρθρα 200, 281 και 288 ΑΚ, να επιδεικνύει (ΑΠ 1415/2018). Περιεχόμενο της αγωγής, η οποία αφορά χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης του ενάγοντος εργαζομένου και παθόντος από εργατικό ατύχημα έναντι του εναγομένου εργοδότη [άρθρα 106, 111 παρ.2, 216 παρ.1, 118 αριθμός 4 ΚΠολΔ], είναι η σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του εργαζομένου κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, η οποία (σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας) δεν θα συνέβαινε χωρίς την εργασία και τις περιστάσεις εκτελέσεώς της καθώς και πταίσμα του εργοδότη, ήτοι κατά τα παραπάνω οποιασδήποτε μορφής αμέλεια του εργοδότη ή των προστηθέντων στην υπηρεσία του.

Έτσι, το ότι η σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του εργαζομένου δεν θα συνέβαινε χωρίς την εργασία και τις δεδομένες περιστάσεις εκτελέσεώς της, δηλ. η (πρόσφορη) αιτιώδης συνάφεια - αιτιώδης σύνδεσμος των περιστάσεων της εργασίας και του τελικού ζημιογόνου αποτελέσματος, το οποίο διαφορετικά εκτός της εργασίας και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν θα είχε επέλθει, συγκροτεί την ιστορική και νομική αιτία του αγωγικού δικαιώματος (ΑΠ ολ. 1287/1986).

Ειδικότεροι προσδιορισμοί, όπως είναι και η έκταση της βλάβης, που ο ενάγων εργαζόμενος παθών υπέστη, η βαρύτητα του πταίσματος του εναγομένου εργοδότη ή των προστηθέντων στην υπηρεσία του και οι συμπαρομαρτούσες συνθήκες, δηλ. η περιουσιακή κατάσταση και η κοινωνική θέση των διαδίκων μερών, ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως του υπαιτίου ή η ηλικία του παθόντος δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία ώστε η παράθεσή τους να είναι απαραίτητη για το ορισμένο του δικογράφου της αγωγής και το δικαστήριο της ουσίας αποφαίνεται γι' αυτά κατ' ελεύθερη κρίση, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 981/2015).

Το είδος της προσβολής, η έκταση της βλάβης, οι συνθήκες τελέσεως του εργατικού ατυχήματος, η βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, η κοινωνική θέση και η οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών καθώς και το (τυχόν) συντρέχον πταίσμα του παθόντος εργαζομένου στην επέλευση του εργατικού ατυχήματος, εφ' όσον προταθεί παραδεκτώς κατ' ένσταση από τον εναγόμενο υπόχρεο [άρθρα 300 ΑΚ, 262 παρ.1 ΚΠολΔ] λαμβάνονται υπ' όψη από το δικαστήριο της ουσίας για τον καθορισμό του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως για ηθική βλάβη [άρθρο 932 ΑΚ].

Συγκεκριμένα, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία εργατικού ατυχήματος, ο παθών εργαζόμενος υπέστη ηθική βλάβη, στη συνέχεια, καθορίζει το ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας υπ' όψη ιδίως τα ως άνω κριτήρια (είδος προσβολής, έκταση βλάβης, συνθήκες τελέσεως του εργατικού ατυχήματος, βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, κοινωνική θέση και οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών, τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος εργαζομένου στην επέλευση του ατυχήματος).

Συνεπώς, εφ' όσον ο προσδιορισμός του χρηματικού ποσού για εύλογη χρηματική ικανοποίηση επαφίεται στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται, ύστερα από εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου χρηματικού ποσού δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και η σχετική κρίση δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, οπότε δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη κατά τούτο εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ.

Πλην όμως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το "εύλογο" του ποσού, το οποίο επιδικάζεται, πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ως γενικής αρχής και δη, αυξημένης τυπικής ισχύος, που εκφράζει τη γενικότερη ελευθερία του ατόμου και έχει την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντισταθμίσεως προσφοράς και οφέλους [άρθρα 2 παρ.1, 25 παρ.1 εδ.

τελευταίο Συντάγματος] ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας [άρθρο 932 ΑΚ]? δηλ. η κρίση του πρέπει (i).- να τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό ώστε να μην υπερβαίνει τα όρια, που διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνειδήσεως σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με τη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων και (ii).- να μην υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί και μέσο ελέγχου της κρίσεώς του, χωρίς να υπάγεται στην εκτεθείσα έννοια της αναλογικότητας.

Έτσι, η παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας της αρχής της αναλογικότητας [άρθρα 2 παρ.1, 25 παρ.1 εδ. τελευταίο Συντάγματος], αλλά και η υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας [άρθρο 932 ΑΚ], ελέγχονται ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμοί 1 ή 19 ΚΠολΔ (ΑΠ ολ. πλ. 9/2015).

Περαιτέρω, ο εργαζόμενος παθών από εργατικό ατύχημα, εφ' όσον υπάγεται στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α. [άρθρα τρίτο, δέκατο έκτο ν. 1305/1982 (ΦΕΚ Α. 146 / 9.12.1982)], δικαιούται να ζητήσει πλήρη αποζημίωση, κατά το κοινό δίκαιο [άρθρα 648, 297, 298, 71, 662, 288, 914, 922, 330, 928 ΑΚ] ή εφ' όσον το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο (άμεσο ή ενδεχόμενο) του εργοδότη ή των προστηθέντων στην υπηρεσία του, την ειδική αποζημίωση [άρθρα 60 παρ.3, 34 παρ.2 α.ν. 1846/1951 (ΦΕΚ Α. 179 / 21.6.1951)]? ήτοι τη διαφορά του κατά το κοινό δίκαιο ποσού αποζημιώσεως και του ολικού ποσού των παροχών, τις οποίες χορηγεί το ΙΚΑ, έχον αναλάβει την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας του παθόντος εργαζομένου (ΑΠ 1415/2018).

Τέλος, από το άρθρο 931 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι "Η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπ' όψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του", σε συνδυασμό προς τα άρθρα 298, 914, 299, 929, 932 ΑΚ, προκύπτει πως η αναπηρία ή η παραμόρφωση του παθόντος, ανεξαρτήτως φύλου, εκτός από την επίδραση, που μπορεί να ασκήσει στο ύψος των χρηματικών ποσών, τα οποία θα στερείται ο παθών στο μέλλον εξ αιτίας της αυξήσεως των δαπανών του καθώς και το ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως για ηθική βλάβη, μπορεί να θεμελιώσει και αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση, αν επιδρά στο μέλλον του? δηλ., αν και εφ' όσον η αναπηρία ή η παραμόρφωση επιδρά στο οικονομικό μέλλον του παθόντος, που δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές των άρθρων 929 και 932 ΑΚ.

Η αυτοτελής αυτή αξίωση αφορά στον καθορισμό και μόνον αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και δη, μελλοντική και όχι για χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης, η οποία αποκαθίσταται, κατά το άρθρο 932 ΑΚ και δεν μπορεί να βρει έρεισμα και στο άρθρο 931 ΑΚ, όπου γίνεται λόγος για "αποζημίωση". Έτσι, σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος, όταν ο παθών εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, το οποίο ως άνω έχει αναλάβει την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας, δεν νομιμοποιείται (παθητικά) αυτός να αξιώσει από τον εργοδότη και την αυτοτελή αποζημίωση από το άρθρο 931 ΑΚ, λόγω του περιουσιακού της χαρακτήρα (ΑΠ ολ.

πλ. 18/2008).

(ΙΙΙ).- Η καταγγελία, ρητή ή σιωπηρή, με την οποία λύεται η σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου εργαζομένου - υπαλλήλου, είναι μονομερής, απευθυντέα και, κατά κανόνα, αναιτιώδης δικαιοπραξία. Έτσι, δεν απαιτείται να αιτιολογείται από τον καταγγέλοντα εργοδότη και το κύρος της δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας? έχει δε, άμεση διαπλαστική ενέργεια, δηλ.

μόλις περιέλθει η σχετική δήλωση βουλήσεως στον αντισυμβαλλόμενο υπάλληλο, αδιακρίτως του τρόπου ανακοινώσεώς της σε αυτόν (προφορικώς, εγγράφως ή δι' αγγέλου), λύεται για το μέλλον η έννομη σχέση είτε αμέσως (απρόθεσμη καταγγελία) είτε με την πάροδο ορισμένης προθεσμίας [άρθρα 361, 648, 649, 669, 671 ΑΚ]. Επί ακυρότητας της καταγγελίας, η διαπλαστική της ενέργεια δεν επέρχεται, η σύμβαση εργασίας εξακολουθεί να υφίσταται και η δικαστική απόφαση, που αναγνωρίζει την ακυρότητα της καταγγελίας, απλώς επιβεβαιώνει την έκτοτε ανυπαρξία του ως άνω αποτελέσματός της [άρθρα 180, 174 ΑΚ, 68, 70 ΚΠολΔ].

Η καταγγελία από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική [άρθρο 281 ΑΚ], όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος. Αυτό συμβαίνει (και) όταν η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως συνεπεία προηγηθείσης νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του υπαλλήλου ή όταν γίνεται για οικονομοτεχνικούς λόγους -ήτοι, για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη, που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού- εφ' όσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν, πράγματι, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά (υπηρεσιακά ή κοινωνικά) κριτήρια (ΑΠ 822/2011).

Η μη καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως από τον εργοδότη, που κατήγγειλε την διαρκείας πέραν των δώδεκα μηνών σύμβαση υπαλλήλου του, με σχέση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, συνεπάγεται, επίσης, την ακυρότητα της καταγγελίας. Η αποζημίωση καταβάλλεται, άσχετα από τον λόγο, που προκάλεσε την καταγγελία -εκτός από τις περιπτώσεις, που αναγράφονται περιοριστικώς στο νόμο και δεν ενδιαφέρουν την ένδικη υπόθεση [άρθρα 1, 3, 5 ν. 2112/1920 (ΦΕΚ Α. 57), 2, 5, 7 ν. 3198/1955 (ΦΕΚ Α. 98)].

Εάν η σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου διήρκησε μέχρι δώδεκα (12) μήνες, μπορεί εγκύρως να καταγγελθεί από τον εργοδότη χωρίς αποζημίωση, εκτός αν τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν συμφωνήσει διαφορετικά [άρθρο 17 παρ.5 εδ. (α) ν. 3899/2010 (ΦΕΚ Α. 212 / 17.12.2010)]. Ειδικότερα, το άρθρο 17 παρ.5 εδ. (α) ν. 3899/2010 -το οποίο (άρθρο) ισχύει από 17.12.2010 [άρθρο 19 ν. 3899/2010] και έχει προσθέσει "εδάφιο, ως εδάφιο Α', στην παράγραφο 2 του άρθρου 74 ν. 3863/2010 (ΦΕΚ Α. 115 / 15.7.2010)"- ορίζει ότι: "Α.

Η απασχόληση με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου λογίζεται ως απασχόληση δοκιμαστικής περιόδου για τους πρώτους δώδεκα (12) μήνες από την ημέρα ισχύος της και η οποία μπορεί να καταγγελθεί χωρίς προειδοποίηση και χωρίς αποζημίωση απόλυσης, εκτός κι αν άλλο συμφωνήσουν τα μέρη". Ακόμη, τα άρθρα 1 στοιχείο (α) και 3 παρ.1 εδ. (α) ν. 2112/1920, ορίζουν: "1.

Η καταγγελία σύμβασης εργασίας ιδιωτικού υπαλλήλου με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, διαρκείας πέραν των δώδεκα (12) μηνών, δεν δύναται να πραγματοποιηθεί χωρίς προηγούμενη έγγραφη προειδοποίηση του εργοδότη και η οποία θα ισχύει από την επομένη της γνωστοποίησής της προς τον εργαζόμενο, με τους εξής όρους: (α).- Για υπαλλήλους, που έχουν υπηρετήσει από δώδεκα (12) συμπληρωμένους μήνες έως δύο (2) έτη, απαιτείται προειδοποίηση ενός (1) μηνός πριν την απόλυση" [άρθρο 1 στοιχείο (α)]. "1.

Εργοδότης, που παραμελεί την υποχρέωση προειδοποίησης για καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού υπαλλήλου οφείλει να καταβάλει στον απολυόμενο υπάλληλο αποζημίωση απόλυσης, ως κατωτέρω, εκτός αν οφείλεται μεγαλύτερη αποζημίωση, βάσει σύμβασης ή εθίμου, ως εξής: Χρόνος υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη:

ένα έτος συμπληρωμένο έως τέσσερα έτη, ποσό αποζημίωσης: δύο μηνών. Ο υπολογισμός της ως άνω αποζημίωσης γίνεται με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης" [άρθρο 3 παρ.1 εδ. (α)]. Η ακυρότητα της καταγγελίας τάσσεται υπέρ του εργαζομένου - υπαλλήλου και είναι, συνεπώς, σχετική.

Έτσι, αν ο υπάλληλος, θεωρώντας άκυρη την καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως, εμμείνει στη σύμβαση, η αξίωσή του για μισθούς υπερημερίας εξ αιτίας της αρνήσεως του εργοδότη να αποδέχεται την εργασία του [άρθρο 656 ΑΚ], δεν στηρίζεται στην ακυρότητα της καταγγελίας, αλλά στη σύμβαση εργασίας, η οποία αποτελεί και τη βάση της οικείας αγωγής (ΑΠ 277/2016).

Ο υπάλληλος, τότε, πρέπει να αναφέρει στο δικόγραφο της αγωγής [άρθρα 216 παρ.1, 111 παρ.2 ΚΠολΔ] την κατάρτιση της συμβάσεως εργασίας, τον μισθό και την άρνηση του εργοδότη να αποδέχεται την εργασία του, που προσηκόντως προσφέρεται, ενώ δεν απαιτείται (και) αναφορά στην καταγγελία και την ακυρότητά της. Αν ο εργοδότης, κατά τη συζήτηση της αγωγής αυτής, επικαλεσθεί, κατ' ένσταση [άρθρο 262 παρ.1 ΚΠολΔ], την καταγγελία της συμβάσεως, ο ισχυρισμός του υπαλλήλου για την ακυρότητα (για οποιονδήποτε λόγο) της καταγγελίας αποτελεί αντένσταση [άρθρο 262 παρ.1 ΚΠολΔ]? μπορεί, ακόμη, ο υπάλληλος να επικαλεσθεί την ακυρότητα της καταγγελίας και τους λόγους (ή το λόγο) που την θεμελιώνουν ήδη με το δικόγραφο της αγωγής, "καθ' υποφορά", δηλ.

εκ προοιμίου να προβάλει την αντένσταση για ακυρότητα της καταγγελίας κατά της τυχόν ενστάσεως του εργοδότη για καταγγελία της συμβάσεως εργασίας. Μόνο αν ο υπάλληλος περιλάβει στο δικόγραφο της αγωγής και αυτοτελές αίτημα αναγνωρίσεως της ακυρότητας της καταγγελίας [άρθρο 70 ΚΠολ], οφείλει να εκθέσει σε αυτό (δικόγραφο), πλήρως και σαφώς και τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την ακυρότητα της καταγγελίας.

Τούτο διότι τέτοια πραγματικά περιστατικά αποτελούν στοιχεία της βάσεως της αγωγής και στηρίζουν το αίτημα της για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας (ΑΠ 749/2020, ΑΠ 55/2015). Τέλος, η καταγγελία από τον εργοδότη πρέπει να περιέχει σαφή και αναμφίβολη βούλησή του (εργοδότη) να λύσει μονομερώς τη σύμβαση εργασίας ώστε να μη μένει στον εργαζόμενο αμφιβολία ως προς τη λύση της και γι' αυτό, η καταγγελία δεν επιδέχεται κατ' αρχήν αίρεση.

Οι διατάξεις όμως για την αίρεση [άρθρα 201, 202 ΑΚ] δεν έχουν εφαρμογή στις αιρέσεις δικαίου, δηλ. στις αιρέσεις, που συνίστανται στο γεγονός, το οποίο αποτελεί στοιχείο ή προϋπόθεση για την ενέργεια ή την τελείωση της δικαιοπραξίας. Έτσι, έγκυρη είναι η επικουρική καταγγελία, δηλ. η δεύτερη καταγγελία για την περίπτωση που η προηγούμενη (πρώτη - κύρια) καταγγελία θα κριθεί από το δικαστήριο άκυρη.

Η δεύτερη καταγγελία περιέχει αίρεση δικαίου, που ως άνω είναι επιτρεπτή και, αν η προηγούμενη καταγγελία είναι έγκυρη, η δεύτερη καταγγελία δεν έχει έννομη επιρροή, ενώ, αν η προηγούμενη καταγγελία είναι άκυρη, επιφέρει αυτή (δεύτερη), το πρώτον, τη λύση της συμβάσεως εργασίας (ΑΠ 277/2016, ΑΠ 55/2015).

Η ένδικη υπόθεση στους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας εκδικάσθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 663 - 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87 / 23.7.2015), ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 1.1.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν. 4335/2015].

(Α).- Επί της από 27.6.2020 αιτήσεως αναιρέσεως της (αναιρεσείουσας - εκκαλούσας και εφεσίβλητης - εναγομένης) ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία "..." (διακριτικός τίτλος "....").

Στην προκειμένη περίπτωση, οι λόγοι αναιρέσεως (οκτώ συνολικά) περιέχουν τις παρακάτω αιτιάσεις: Ο π ρ ώ τ ο ς λόγος, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, περιέχει την αιτίαση ότι το εφετείο στην 339/2019 απόφαση ευθέως παραβίασε το άρθρο 74 παρ.2 εδ. (Α) ν. 3863/2010 και ειδικότερα: (i).- Ευθέως παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 74 παρ.2 εδ. (Α) ν. 3863/2010, με ψευδή ερμηνεία? έτσι, απέρριψε την ανταγωγή, η ιστορική βάση της οποίας εκτίθεται στο έγγραφο της αναιρέσεως, ως μη νόμιμη, ενώ ήταν νόμιμη σύμφωνα με την παραβιασθείσα διάταξη, επίσης, απέρριψε ως μη νόμιμη, ενώ ήταν νόμιμη σύμφωνα με την παραβιασθείσα διάταξη, την ένσταση, που είχε νομίμως προταθεί, πρωτοδίκως και κατ' έφεση, επί της από 17.12.2013 αγωγής, όσον η αγωγή αυτή στηρίζεται στην επίμαχη εργασιακή σύμβαση και αφορά το κεφάλαιο για μισθούς υπερημερίας εξ αιτίας της αρνήσεως του εργοδότη να αποδέχεται την εργασία του εργαζομένου. (ii).- Ευθέως παραβίασε την ίδια ουσιαστικού δικαίου διάταξη [άρθρο 74 παρ.2 εδ. (Α) ν. 3863/2010], με τη μη εφαρμογή της, ενώ, κατά τις πραγματικές παραδοχές της 339/2019 αποφάσεως, που πλήρως και σαφώς εκτίθενται στο έγγραφο αναιρέσεως, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της? έτσι, έγιναν δεκτές στην ουσία, όσον αφορά το κεφάλαιο για μισθούς υπερημερίας, η από 17.12.2013 αγωγή, που στηρίζεται στην επίμαχη σύμβαση εργασίας και αναφέρεται στην "πρώτη - κύρια" καταγγελία, την 15.10.2013, αυτής (συμβάσεως εργασίας) καθώς και η από 17.2.2014 αγωγή, που, επίσης, στηρίζεται στην επίμαχη σύμβαση εργασίας και αναφέρεται στην "δεύτερη - επικουρική" καταγγελία, την 23.1.2014, αυτής (συμβάσεως εργασίας).

Ο δ ε ύ τ ε ρ ο ς λόγος, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, περιέχει την αιτίαση ότι το εφετείο στην 339/2019 απόφαση εκ πλαγίου παραβίασε το άρθρο 74 παρ.2 εδ. (Α) ν. 3863/2010? έτσι, απέρριψε, ως μη νόμιμη, την ένσταση, όπως είχε νομίμως προταθεί πρωτοδίκως και κατ' έφεση, προς αντίκρουση της από 17.12.2013 αγωγής, όσον στηρίζεται στην επίμαχη σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και αφορά μισθούς υπερημερίας εξ αιτίας της αρνήσεως του εργοδότη να αποδέχεται την εργασία του εργαζομένου.

Ο τ ρ ί τ ο ς λόγος, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 13 ΚΠολΔ, περιέχει την αιτίαση ότι το εφετείο εσφαλμένως κατένειμε το αντικειμενικό βάρος αποδείξεως επί της από 17.2.2014 αγωγής, ως προς το κεφάλαιο των μισθών υπερημερίας? αναφέρεται δε, η από 17.2.2014 αγωγή, στην "δεύτερη - επικουρική" καταγγελία της επίμαχης συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας, κριθείσα (η καταγγελία) από το εφετείο, με την 339/2019 απόφαση, άκυρη, ως καταχρηστική, κατ' άρθρο 281 ΑΚ.

Ο τ έ τ α ρ τ ο ς λόγος, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, περιέχει την αιτίαση ότι η 339/2019 απόφαση του εφετείου εκ πλαγίου παραβίασε το άρθρο 281 ΑΚ, εφ' όσον, κατά τις πραγματικές παραδοχές της, που εκτίθεται πλήρως και σαφώς στο έγγραφο αναιρέσεως, διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες καθ' όσον αφορά το για μισθούς υπερημερίας κεφάλαιο της από 17.2.2014 αγωγής, η οποία αναφέρεται στην "δεύτερη - επικουρική" καταγγελία.

Ο π έ μ π τ ο ς λόγος, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, περιέχει την αιτίαση ότι η 339/2019 απόφαση του εφετείου εκ πλαγίου παραβίασε το άρθρο 300 ΑΚ, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 914, 932 ΑΚ και 1 ν. 551/1914, αφού, κατά τις πραγματικές παραδοχές της, που πλήρως και σαφώς εκτίθενται στο έγγραφο της αναιρέσεως, διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία επικαλείται ότι: Την ένσταση από το άρθρο 300 ΑΚ είχε προτείνει, ως εργοδότρια και εναγομένη στην από 17.12.2013 αγωγή για το κεφάλαιό της (αγωγής), που αφορά χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης του ενάγοντος - ήδη αναιρεσίβλητου, εργαζομένου και παθόντος από εργατικό ατύχημα, στο οποίο τραυματίσθηκε.

Η 922/2016 πρωτόδικη απόφαση απέρριψε την ένσταση στην ουσία και, κατά τούτο, επικυρώθηκε από το εφετείο. Στην 339/2019 απόφαση του εφετείου διαλαμβάνονται ανεπαρκείς αιτιολογίες και, ειδικότερα, "δεν διευκρινίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του εφετείου γιατί δεν συντρέχει συνυπαιτιότητα - συντρέχον πταίσμα του αναιρεσίβλητου στον τραυματισμό του".

Ο έ κ τ ο ς λόγος, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμοί 1 και 19 ΚΠολΔ, περιέχει τις μερικότερες αιτιάσεις ότι: (i).- Το εφετείο στην 339/2019 απόφαση και κατά τις πραγματικές παραδοχές της, που πλήρως και σαφώς εκτίθενται στο έγγραφο αναιρέσεως, ευθέως παραβίασε το άρθρο 932 ΑΚ, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 914 ΑΚ και 1 ν. 551/1914 ειδικότερα, παραβίασε το άρθρο 932 ΑΚ, εφ' όσον για τον σχηματισμό της κρίσεώς του, ως προς τη νομική επάρκεια της από 17.12.2013 αγωγής κατά το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποιήσεως, ποσού 80.000 ευρώ, για ηθική βλάβη του ενάγοντος - ήδη αναιρεσίβλητου, παθόντος (τραυματισθέντος) από εργατικό ατύχημα, αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα, προς τούτο, ο νόμος απαιτεί. (ii).- Το εφετείο στην 339/2019 απόφαση και κατά τις πραγματικές παραδοχές της, που εκτίθενται πλήρως και σαφώς, εκ πλαγίου παραβίασε το άρθρο 932 ΑΚ, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 914 ΑΚ και 1 ν. 551/1914, αφού κατά το κεφάλαιο της από 17.12.2013 αγωγής, το οποίο (κεφάλαιο) αφορά χρηματική ικανοποίηση, ποσού 80.000 ευρώ, για ηθική βλάβη του ενάγοντος - ήδη αναιρεσίβλητου, παθόντος από εργατικό ατύχημα, διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Ο έ β δ ο μ ο ς λόγος, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ περιέχει την αιτίαση ότι το εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, δηλ. ότι αν και στο δικόγραφο της από 17.12.2013 αγωγής δεν εκτίθενται όλα τα στοιχεία, αναγκαία κατά νόμο προς στήριξη του αιτήματός της για χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης από εργατικό ατύχημα, το εφετείο την έκρινε παραδεκτή (ορισμένη) και, στη συνέχεια, την δέχθηκε στην ουσία.

Η αναιρεσείουσα επικαλείται πως τον ισχυρισμό για αοριστία του δικογράφου της από 17.12.2013 σε βάρος της αγωγής είχε προτείνει νομίμως πρωτοδίκως και επανέφερε νομίμως στο εφετείο με λόγο της από 10.5.2017 εφέσεώς της και με τις έγγραφες προτάσεις της επί της από 12.2.2017 αντίθετης εφέσεως του ήδη αναιρεσίβλητου.

Ο ό γ δ ο ο ς λόγος, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 8 εδ. (β) ΚΠολΔ περιέχει την αιτίαση ότι το εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη νομίμως προταθέντες ισχυρισμούς για τη νομική επάρκεια της από 17.12.2013 αγωγής κατά το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποιήσεως για ηθική βλάβη του ενάγοντος (ήδη αναιρεσίβλητου) και παθόντος από εργατικό ατύχημα.

Σύμφωνα με τα εκτεθέντα στις νομικές σκέψεις επί των λόγων αυτών της από 27.6.2020 αιτήσεως αναιρέσεως (για το παραδεκτό και το βάσιμο αυτών) λεκτέα τα εξής:

Ο δ ε ύ τ ε ρ ο ς λόγος από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος διότι δεν αναφέρεται σε ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλ. σε κρίση επί της ουσίας της υποθέσεως. Ο π έ μ π τ ο ς λόγος από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ είναι, επίσης, απαράδεκτος διότι η ως άνω ελαττωματικότητα των αιτιολογιών, η σχετική με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν δημιουργεί τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ δηλ., μόνο, το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση, πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, από τα διαδικαστικά έγγραφα της προκειμένης δίκης και, συγκεκριμένα: (1ον).- τις αγωγές από 17.12.2013 και από 17.2.2014 του ενάγοντος (εδώ αναιρεσίβλητου) Ε. Σ. κατά της εναγομένης (εδώ αναιρεσείουσας) ...., (2ον).- τις από 12.2.2017 και από 10.5.2017 εφέσεις, (3ον).- τις έγγραφες προτάσεις της (εδώ) αναιρεσείουσας στο πρωτοδικείο και στο εφετείο επί των από 17.12.2013 και 17.2.2014 αγωγών του (εδώ) αναιρεσίβλητου καθώς και επί της από 10.5.2017 εφέσεως της (εδώ) αναιρεσείουσας και επί της από 12.2.2017 εφέσεως του (εδώ) αναιρεσίβλητου, (4ον).- τα πρακτικά συζητήσεως της υποθέσεως στο πρωτοδικείο και στο εφετείο, ταυτάριθμα με την 922/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και με την 339/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, (5ον).- τις αποφάσεις 922/2016 του πρωτοδικείου και 339/2019 του εφετείου, τα οποία ο Άρειος Πάγος παραδεκτώς επισκοπεί, χάριν της εξετάσεως των λοιπών λόγων αναιρέσεως [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ] προκύπτουν τα ακόλουθα:

-Η από 17.12.2013 αγωγή καθώς και η από 17.2.2014 αγωγή στηρίζονται στην επίμαχη σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Σε αμφότερες περιέχεται κεφάλαιο, το οποίο αφορά μισθούς υπερημερίας εξ αιτίας της αρνήσεως της εναγομένης εργοδότριας να αποδέχεται την εργασία του ενάγοντος εργαζομένου.

Στην από 17.12.2013 αγωγή περιέχεται, ακόμη, κεφάλαιο, που αφορά την αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ και την κατ' άρθρο 932 ΑΚ, χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη του ενάγοντος, εργαζομένου και παθόντος (τραυματισθέντος) από εργατικό ατύχημα. Στην από 17.2.2014 αγωγή περιέχεται, ακόμη, κεφάλαιο, το οποίο αφορά χρηματική ικανοποίηση, ποσού 5.000 ευρώ, για ηθική βλάβη του ενάγοντος από προσβολή της προσωπικότητάς του.

Στο δικόγραφο της από 17.12.2013 αγωγής εκτίθενται η σωματική κάκωση του ενάγοντος εργαζομένου κατά την εκτέλεση της εργασίας του, η οποία (σωματική κάκωση) δεν θα συνέβαινε χωρίς την εργασία και τις δεδομένες περιστάσεις εκτελέσεώς της καθώς και το πταίσμα (αμέλεια) της εναγομένης εργοδότριας. Στα οικεία δικόγραφα δεν περιλαμβάνεται αυτοτελές αίτημα αναγνωρίσεως της ακυρότητας της καταγγελίας, την 15.10.2013 και την 23.1.2014, της επίμαχης συμβάσεως εργασίας.

Στο δικόγραφο της από 17.12.2013 αγωγής αναφέρεται, επί πλέον ότι (επί λέξει): "Η αντίδικος είναι υπερήμερη ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών μου και την καταβολή των αποδοχών μου κατ' άρθρο 656 ΑΚ, λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας, την 15.10.2013, της συμβάσεως εργασίας μου, την οποία προτείνουμε με καθ' υποφοράν αντένσταση στην πιθανολογούμενη ένσταση της αντιδίκου περί καταγγελίας της σύμβασής μου".

Επίσης, στο δικόγραφο της από 17.2.2014 αγωγής αναφέρεται, επί πλέον ότι (επί λέξει): "Η αντίδικος είναι υπερήμερη ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών μου και την καταβολή των αποδοχών μου, κατ' άρθρο 656 ΑΚ, λόγω της ακυρότητας της 'επικουρικής' καταγγελίας, την 23.1.2014, της συμβάσεως εργασίας μου, την οποία προτείνουμε με καθ' υποφοράν αντένσταση στην πιθανολογούμενη ένσταση της αντιδίκου περί καταγγελίας της σύμβασής μου".

-Η ανταγωγή, νομίμως ασκηθείσα, στηρίζεται στο άρθρο 74 παρ.2 εδ. (Α) ν. 3863/2010. Επίσης, η ένσταση, επί της από 17.12.2013 αγωγής, για καταγγελία, την 15.10.2013, της επίμαχης συμβάσεως εργασίας, η οποία νομίμως προτάθηκε πρωτοδίκως και κατ' έφεση, στηρίζεται στο άρθρο 74 παρ.2 εδ. (Α) ν. 3863/2010.

-Η πιο πάνω ανταγωγή κρίθηκε, πρωτοδίκως και κατ' έφεση, μη νόμιμη και, ειδικότερα: Η 922/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έκρινε ότι: Η αντενάγουσα (εναγομένη) .... στην ανταγωγή κατά του αντεναγομένου (ενάγοντος) Ε. Σ. "ισχυρίζεται ότι την 23.1.2014, κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 3.984,21 ευρώ, ως αποζημίωση συνοδεύουσα την επικουρική από 23.1.2014 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, το οποίο ποσό ο τελευταίος δεν δικαιούταν, δεδομένου ότι δεν είχε συμπληρωθεί ένα έτος από την πρόσληψή του στην εταιρία .... και το οποίο ο ενάγων είναι υποχρεωμένος να το αποδώσει, ως αχρεωστήτως καταβληθέν σε αυτόν ...

Για τους λόγους αυτούς, ζητεί να υποχρεωθεί ο αντεναγόμενος - ενάγων να της καταβάλει το αχρεωστήτως καταβληθέν ποσό των 3.984,21 ευρώ ... Με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, η ανταγωγή είναι νόμω αβάσιμη, ... καθ' όσον η απασχόληση του ενάγοντος εργαζομένου είχε υπερβεί τους δύο μήνες και, επομένως, σε αυτή την περίπτωση δικαιούται αποζημίωση απόλυσης και ως εκ τούτου το καταβληθέν ποσό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αχρεωστήτως καταβληθέν, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού και επομένως η ανταγωγή πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη".

Στη συνέχεια, η 339/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών έκρινε ότι: "Με τον τέταρτο λόγο της έφεσής της (β' σκέλος), η εναγομένη ισχυρίζεται ότι κακώς απορρίφθηκε η ασκηθείσα με τις προτάσεις ανταγωγή της, ως μη νόμιμη. Η εναγομένη ισχυρίσθηκε με την ανταγωγή της ότι κατέβαλε στον ενάγοντα ως αποζημίωση το ποσό, που αναφέρει στην ανταγωγή της, ενώ αυτός δεν το δικαιούνταν, εφ' όσον δεν είχε συμπληρώσει τον απαιτούμενο χρόνο εργασίας ώστε να δικαιούται αποζημίωση.

Υπό τα εκτιθέμενα στην ανταγωγή, ο ενάγων, κατά το χρόνο της καταγγελίας, δικαιούνταν αποζημίωση απόλυσης, εφ' όσον είχε συμπληρώσει δύο μήνες εργασίας, όπως απαιτεί ο νόμος και ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την ανταγωγή, ως μη νόμιμη". Επίσης, η ως άνω ένσταση επί της από 17.12.2013 αγωγής, για καταγγελία, την 15.10.2013, της επίμαχης συμβάσεως εργασίας κρίθηκε μη νόμιμη.

Συγκεκριμένα, η 339/2019 απόφαση του εφετείου έκρινε ότι: "Το γεγονός ότι ο ενάγων, την 15.10.2013, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε την επίμαχη σύμβαση εργασίας χωρίς να καταβάλει αποζημίωση απολύσεως, δεν είχε συμπληρώσει έτος από την πρόσληψή του στην εναγομένη, την 16.10.2012, ουδεμία επιρροή ασκεί".

-Η από 17.2.2014 αγωγή, κατά το κεφάλαιο, το οποίο αφορά χρηματική ικανοποίηση, ποσού 5000 ευρώ, για ηθική βλάβη του ενάγοντος από προσβολή της προσωπικότητάς του, απορρίφθηκε, με την 922/2016 πρωτόδικη απόφαση, ως μη νόμιμη. Το κεφάλαιο αυτό, με την από 12.2.2017 έφεση του ενάγοντος, δεν είναι εκκληθέν.

-Το εφετείο με την 339/2019 απόφαση, αφού στο σκεπτικό διέλαβε μείζονα σκέψη για τα άρθρα 1 ν. 551/1914, 1 και 3 ν. 2112/1920, 32 (στοιχείο 'Α') ν. 1568/1985, 111 π.δ. 1073/1981, 9 π.δ. 778/1980, 914, 932, 330, 662, 281, 922, 330, 669 παρ.2, 281 ΑΚ, στη συνέχεια, δέχθηκε στην ελάσσονα πρόταση, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα παρακάτω κρίσιμα: "Ο ενάγων (Ε.

Σ.) προσλήφθηκε από την εναγομένη εταιρία (....), η οποία είχε μεταξύ άλλων, ως αντικείμενο την κατασκευή και τοποθέτηση των βάσεων των αυτόματων ταμειακών μηχανών Τραπεζών, στις 16.10.2012, με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ο ενάγων κατά τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσης προσέφερε κανονικά τις εργασίες του με την ειδικότητα του ηλεκτροσυγκολλητή και ο (μηνιαίος) μισθός του ανερχόταν στο ποσό των 1707,52 ευρώ.

Οι εγκαταστάσεις της επιχείρησης της εναγομένης λειτουργούσαν στον ... ... Με την προαναφερθείσα ιδιότητα, ο ενάγων, ... στις 20.10.2012, ημέρα Σάββατο και περί ώρα 13.15, κατόπιν εντολής της εναγομένης, μετέβη με άλλους συναδέλφους του στον ... για να προβούν στην αποξήλωση μεταλλικών πάνελ ... Κατά τη διάρκεια της αποξήλωσής τους, ο ενάγων εργαζόταν μαζί τον συνάδελφό του ...

επί στέγαστρου. Η στέγη, όπου βρισκόταν ο ενάγων, ήταν επικλινής, με κυμαινόμενο ύψος από 4 μέτρα περίπου έως 5 μέτρα περίπου. Καθώς ξεβίδωνε ένα - ένα τα πάνελ και ο συνάδελφός του τα έριχνε στο έδαφος, αιφνιδίως, ο ενάγων έπεσε από το δημιουργούμενο στο εσωτερικό της μεταλλικής κατασκευής, κενό, σημείο, το οποίο βρισκόταν σε ύψος 4,5 μέτρων περίπου από του εδάφους ...

η πτώση του ενάγοντος, η οποία φέρει τον χαρακτήρα εργατικού ατυχήματος, οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του εκπροσώπου της εναγομένης, ο οποίος δεν επέδειξε, όσον αφορά στα μέτρα προστασίας των εργαζομένων, την προσοχή, την οποία όφειλε και από τις περιστάσεις μπορούσε να καταβάλει. Η αμέλειά του συνίσταται στην μη λήψη των απαραίτητων μέτρων ασφαλείας, που επιβάλλονταν εκ του νόμου στην προκειμένη περίπτωση, εν όψει του είδους της εργασίας, που εκτελούσε ο ενάγων κατά την επίδικη χρονική στιγμή.

Συγκεκριμένα, ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης δεν είχε λάβει τα προβλεπόμενα αναγκαία μέτρα για τη διαφύλαξη της υγείας και της σωματικής ακεραιότητας των εργαζομένων της, όπως έναντι της πτώσης ... από τη στέγη στο εσωτερικό της μεταλλικής κατασκευής κατά τις εργασίες της αποξήλωσης αυτής. Ειδικότερα, ενώ γινόταν χρήση της στέγης, ως επιφάνειας εργασίας, η οποία ...

απείχε από το έδαφος 4 έως 5 μέτρα, ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης, δεν είχε τοποθετήσει κατάλληλα για την εκτέλεση της εργασίας δάπεδα εργασίας, επαρκούς πλάτους και κατάλληλα τοποθετημένα, δεν είχε λάβει κατάλληλα προστατευτικά μέτρα για ενδεχόμενη πτώση των εργαζομένων και, συγκεκριμένα, δεν έθεσε κιγκλίδωμα ή κάποιο άλλο προστατευτικό μέσο, ώστε να αποφευχθεί η πτώση του ενάγοντος και δεν υποχρέωσε τους εργαζόμενους να φέρουν ζώνες ασφαλείας, με τη χρήση των οποίων, επίσης, θα μπορούσε να αποφευχθεί το ένδικο ατύχημα.

Συνέπεια των ανωτέρω παραλείψεων ήταν η πτώση του ενάγοντος και η πρόκληση της ένδικης σωματικής του βλάβης. Περαιτέρω όμως δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων επέδειξε οιουδήποτε είδους αμελή συμπεριφορά, η οποία να βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος ... Επομένως, η ένσταση συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη ...

Ο ενάγων, κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήταν 36 ετών, άγαμος, εξ αιτίας δε, του ενδίκου ατυχήματος κατέστη ανίκανος για εργασία επί δύο και πλέον έτη, ενώ παράλληλα είχε δυσκολία κατά τη βάδιση για το ίδιο χρονικό διάστημα, γεγονότα, τα οποία του προκάλεσαν ηθική βλάβη και δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση αυτής.

Για το λόγο αυτό, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, πρέπει να του επιδικασθεί, όπως και πρωτοδίκως, το ποσό των 20.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο και δίκαιο, λαμβανομένων υπ' όψη των συνθηκών τέλεσης του ατυχήματος, του βαθμού αμέλειας του εκπροσώπου της εναγομένης, της σοβαρότητας του τραυματισμού του ενάγοντος και του χρόνου αποκατάστασης της υγείας του ...

Στις 15.10.2013, η εναγομένη προέβη σε έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας χωρίς όμως να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απολύσεως. Ακολούθως, η εναγομένη, μετά την επίδοση σε αυτήν της από 17.12.2013 αγωγής του ενάγοντος, επέδωσε στον ενάγοντα την από 22.1.2014 εξώδικη δήλωση - προσφορά και επικουρική καταγγελία συμβάσεως εργασίας, προσφέροντας και το αντίστοιχο ποσό της αποζημίωσης απόλυσης ...

και, συγκεκριμένα, το ποσό των 3.984,21 ευρώ ... η επίδοση της άνω έγγραφης καταγγελίας έλαβε χώρα στις 23/1/2014, όταν ο ενάγων παρέλαβε τόσο το έγγραφο της καταγγελίας, όσο ... και το ποσό της αποζημίωσης απόλυσης. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η τελευταία αυτή καταγγελία της συμβάσεως του ενάγοντος έλαβε χώρα διότι ο ενάγων είχε προβεί σε δικαστικές ενέργειες κατά της εναγομένης εξ αιτίας του ένδικου εργατικού ατυχήματος, ήτοι διότι ο ενάγων άσκησε νόμιμο δικαίωμά του, συμπεριφορά μη αρεστή στην εναγομένη.

Οικονομοτεχνικοί λόγοι, που αφορούσαν στην επιχείρηση της εναγομένης, οι οποίοι να οδηγήσουν στην απόλυση του ενάγοντος ... δεν αποδείχθηκαν. Ως εκ τούτου, η ως άνω συμπεριφορά της εναγομένης να προβεί στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντα υπερέβη προφανώς τα όρια, που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματός της να καταγγείλει την εργασιακή σύμβαση, με συνέπεια να είναι καταχρηστική, λόγω αντίθεσής της στο άρθρο 281 ΑΚ και ως εκ τούτου άκυρη ...

Πρέπει να επισημανθεί ότι το γεγονός ότι ο ενάγων δεν είχε συμπληρώσει έτος από την πρόσληψή του στην εναγομένη ουδεμία επιρροή ασκεί. Επομένως, η εναγομένη, λόγω της άκυρης απόλυσης, κατέστη υπερήμερη έναντι του ενάγοντος ως προς την καταβολή των αποδοχών του".

Κρίνοντας, έτσι, το εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, όπως η αναιρεσείουσα επικαλείται ούτε ευθέως, αφού ορθώς υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ανελέγκτως, ως αποδεδειγμένα, στο πραγματικό του εφαρμοστέου άρθρου 932 ΑΚ ούτε εκ πλαγίου, αφού διέλαβε πλήρεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο έτσι, ως προς τη νομική επάρκεια της από 17.12.2013 αγωγής προς θεμελίωση του δικαιώματος κατά το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποιήσεως για ηθική βλάβη του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου, παθόντος από εργατικό ατύχημα, δεν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα το άρθρο 932 ΑΚ απαιτεί.

Συγκεκριμένα, το εφετείο δέχθηκε, με πλήρεις αιτιολογίες, σωματική κάκωση του εναγομένου, κατά την εκτέλεση της εργασίας του, η οποία (σωματική κάκωση) δεν θα συνέβαινε χωρίς την εργασία και τις περιστάσεις εκτελέσεώς της καθώς και πταίσμα (αμέλεια) του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης - εργοδότριας δηλ.

δέχθηκε τον πρόσφορη αιτιώδη σύνδεσμο των δεδομένων περιστάσεων της εργασίας και του τελικού ζημιογόνου αποτελέσματος (σωματικής κακώσεως - τραυματισμού), το οποίο διαφορετικά εκτός εργασίας και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν θα είχε επέλθει. Η αναιρεσείουσα στον έ κ τ ο λόγο καθώς και στον ό γ δ ο ο λόγο αναφέρει τους παρακάτω ισχυρισμούς, που είχε νομίμως προτείνει, πρωτοδίκως και κατ' έφεση για τη νομική επάρκεια της από 17.12.2013 αγωγής, κατά το κεφάλαιο για χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης ποσού 80.000 ευρώ και το εφετείο, όπως εκθέτει στον ό γ δ ο ο λόγο, δεν έλαβε υπ' όψη, ήτοι ότι: "(α).- Ο τραυματισμός του αναιρεσίβλητου, συνεπεία της πτώσης του, έγινε αμέσως αντιληπτός από το νόμιμο εκπρόσωπό της (αναιρεσείουσας), ο οποίος ήταν εκεί διαρκώς παρών, ο ίδιος φρόντισε να κληθεί άμεσα το ΕΚΑΒ ...

και μετά τη διακομιδή του αναιρεσίβλητου στο νοσοκομείο ΚΑΤ, ο νόμιμος εκπρόσωπός της παρέμεινε πάνω από έξι ώρες στο νοσοκομείο μαζί του, μέχρι να τον διαβεβαιώσουν οι ιατροί ότι δεν διέτρεχε σοβαρό κίνδυνο ζωής. (β).- Καθ' όλο τον υπόλοιπο καιρό, ο νόμιμος εκπρόσωπός της επισκεπτόταν τον αναιρεσίβλητο τακτικά και πάντα φρόντιζε να μαθαίνει νέα για την ανάρρωσή του. (γ).- Καθ' όλο το χρονικό διάστημα των αναρρωτικών αδειών του, ο αναιρεσίβλητος ελάμβανε κανονικά τις δικαιούμενες αποδοχές, που βάρυναν την εταιρία (αναιρεσείουσα), ως εργοδότη του".

Πλην όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αποτελούν περιεχόμενο και δεν δικαιολογούν τη νομική επάρκεια της από 17.12.2013 αγωγής, κατά το πιο πάνω κεφάλαιό της (χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης). Επομένως, ο έ κ τ ο ς λόγος, ως προς αμφότερες τις μερικότερες αιτιάσεις του από το άρθρο 559 αριθμοί 1 και 19 ΚΠολΔ καθώς και ο ό γ δ ο ο ς λόγος από το άρθρο 559 αριθμός 8 εδ. (β) ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι.

Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα στον έ β δ ο μ ο λόγο αναφέρει τους παρακάτω ισχυρισμούς, που είχε νομίμως προτείνει, πρωτοδίκως και κατ' έφεση, για την ποσοτική επάρκεια της από 17.12.2013 αγωγής, κατά το κεφάλαιο για χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης, ήτοι ότι: "(α).- Ποια ήταν τα συγκεκριμένα μέτρα ασφαλείας, που θα έπρεπε να ληφθούν και δεν ελήφθησαν για την συγκεκριμένη εργασία, που απησχολείτο ο αναιρεσίβλητος. (β).- Αν η λήψη των μέτρων αυτών, θα απέτρεπε σε κάθε περίπτωση την επέλευση του ατυχήματος. (γ).- Ποιος ακριβώς είχε την υποχρέωση λήψεως των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας".

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι αναγκαίοι κατά νόμο προς στήριξη του αιτήματος της από 17.12.2013 αγωγής για χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης. Τούτο διότι όπως εκτέθηκε στην (ΙΙ) νομική σκέψη, δεδομένου ότι δεν έχουν καθορισθεί με θετικές διατάξεις συγκεκριμένα μέτρα ασφαλείας για την προστασία των εργαζομένων στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας -ούτε σε κάθε περίπτωση υπάρχει σχετική παραδοχή στην 339/2019 απόφαση του εφετείου- ο προσδιορισμός των μέτρων, που όφειλε να λάβει αυτή (αναιρεσείουσα), ως εργοδότης, με αντικειμενικά κριτήρια, γίνεται κατ' εφαρμογή της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας του εργοδότη, που απορρέει από γενικές διατάξεις [άρθρα 662, 200, 281, 288 ΑΚ, 32 στοιχείο 'Α' ν. 1568/1985, 7 παράγραφοι 1, 5 και 6 π.δ.17/1996, 111 π.δ. 1073/1981, 9 π.δ. 778/1980.

Έτσι, το εφετείο ορθώς έκρινε κατά τούτο την από 17.12.2013 αγωγή παραδεκτή (ορισμένο το δικόγραφό της) και δεν κήρυξε ακυρότητα. Επομένως, ο έ β δ ο μ ο ς λόγος από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Το εφετείο όμως παραβίασε τις ουσιαστικού διατάξεις των άρθρων 74 παρ.2 εδ. (Α) ν. 3863/2010 καθώς και 1 στοιχείο (α) και 3 παρ.1 εδ. (α) ν. 2112/1920, που η αναιρεσείουσα επικαλείται.

Ειδικότερα, το εφετείο δέχθηκε ότι η καταγγελία, την 15.10.2013, της επίμαχης συμβάσεως εργασίας ήταν άκυρη, συνεπεία μη καταβολής στον ενάγοντα εργαζόμενο (υπάλληλο) της νόμιμης αποζημιώσεως, ενώ από την 16.10.2012 (ημερομηνία προσλήψεως) μέχρι την 16.10.2012 (ημερομηνία καταγγελίας) δεν παρήλθε έτος [άρθρα 242, 243 εδ. (β) ΑΚ] και έκρινε ότι "το γεγονός ότι ο ενάγων δεν είχε συμπληρώσει έτος από την πρόσληψή του στην εναγομένη ουδεμία επιρροή ασκεί".

Έτσι, (i).- απέρριψε την ανταγωγή ως μη νόμιμη, ακόμη, (ii).- απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση επί της από 17.12.2013 αγωγής, κατά το κεφάλαιο για μισθούς υπερημερίας και, περαιτέρω, δέχθηκε στην ουσία, καθ' όσον αφορά το κεφάλαιο για μισθούς υπερημερίας, (iii).- την από 17.12.2013 αγωγή, που στηρίζεται στην επίμαχη σύμβαση εργασίας και αναφέρεται στην "πρώτη - κύρια" καταγγελία, την 15.10.2013, της συμβάσεως εργασίας καθώς και (iv).- την από 17.2.2014 αγωγή, που ομοίως στηρίζεται στην επίμαχη σύμβαση εργασίας και αναφέρεται στην "δεύτερη - επικουρική" καταγγελία, την 23.1.2014, της συμβάσεως εργασίας.

Εν τούτοις, αν η καταγγελία, την 15.10.2013, της επίμαχης συμβάσεως εργασίας κριθεί έγκυρη, η επικουρική καταγγελία, την 23.1.2014, δεν έχει έννομη επιρροή. Επομένως, το εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ και ο π ρ ώ τ ο ς λόγος είναι βάσιμος ενώ εξ αιτίας της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου αυτού, δεν εξετάζονται οι λοιποί τ ρ ί τ ος και τ έ τ α ρ τ ο ς λόγοι, που αφορούν στο ίδιο κεφάλαιο. (Β).- Επί της από 10.3.2020 αιτήσεως αναιρέσεως του (αναιρεσείοντος - εκκαλούντος και εφεσίβλητου - ενάγοντος) Ε.

Σ..

Στην προκειμένη περίπτωση, οι λόγοι αναιρέσεως (τέσσερις συνολικά) περιέχουν τις παρακάτω αιτιάσεις: Ο π ρ ώ τ ο ς λόγος, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμοί 1 εδ. (α) και 19 ΚΠολΔ περιέχει την αιτίαση ότι το εφετείο στην 339/2019 απόφαση και κατά τις πραγματικές παραδοχές της, που πλήρως και σαφώς εκτίθενται στο έγγραφο αναιρέσεως, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου (με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες) το άρθρο 932 ΑΚ και, συγκεκριμένα, όσον αφορά το κεφάλαιο της από 17.12.2013 αγωγής, το οποίο (κεφάλαιο) αφορά χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης, το εφετείο ευθέως και εκ πλαγίου παραβίασε, ως προς τον προσδιορισμό του ποσού για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, την αρχή της αναλογικότητας, κατά το άρθρο 25 παρ.1 εδ.

τελευταίο του Συντάγματος. Έτσι, η από 17.12.2013 αγωγή, κατά το συγκεκριμένο κεφάλαιο, έγινε μερικώς δεκτή στην ουσία για ποσό 20.000 ευρώ, αντί του αιτηθέντος ποσού των 80.000 ευρώ. Ο δ ε ύ τ ε ρ ο ς λόγος περιέχει δύο μερικότερες αιτιάσεις: (i).- Με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ, περιέχει την αιτίαση ότι το εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικό μέσο και δη, έγγραφο, το οποίο αναφέρεται, προκύπτει η ταυτότητά του και προσδιορίζεται το περιεχόμενό του, αν και ο αναιρεσείων το είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως στο πρωτοδικείο και στο εφετείο, προκειμένου να αποδείξει την μελλοντική, μετά την 30.11.2015, κατάσταση της υγείας του - μόνιμη αναπηρία. (ii).- Με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ, περιέχει την αιτίαση ότι το εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο συγκεκριμένου εγγράφου.

Ειδικότερα, ο αναιρεσείων επικαλείται: "Η 339/2019 προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού μέσου, δηλαδή της Πιστοποίησης Αναπηρίας του ΚΕΠΑ διότι η Πιστοποίηση προσδιόριζε ποσοστό αναπηρίας 35% και έθετε χρονικό πλαίσιο 7.11.2013 έως 30.11.2015. Η προσβαλλόμενη δεχθείσα ότι δι' αυτού προκύπτει ανικανότητα προς εργασία διετούς διάρκειας και πλέον, είναι καταφανές ότι δέχθηκε πραγματικά δεδομένα καταδήλως διάφορα των αναγραφομένων στο ως άνω έγγραφο.

Συγκεκριμένα, το ατύχημα έγινε την 20.10.2012, ενώ η προσωρινή απόφαση του ΚΕΠΑ έδινε πρόβλεψη μέχρι την 30.11.2015.

Συνεπώς, δεν πρόκειται περί διετίας, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη, αλλά περί τριετίας τουλάχιστον". Ο τ ρ ί τ ο ς λόγος, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ.(β) ΚΠολΔ, περιέχει την αιτίαση ότι το εφετείο παραβίασε διδάγματα της κοινής πείρας, "ως προς τα άρθρα 6 και 7 ν. 3863/2010". Ο τ έ τ α ρ τ ο ς λόγος, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμοί 1 εδ. (α) και 19 ΚΠολΔ, περιέχει την αιτίαση ότι το εφετείο στην 339/2019 απόφαση και κατά τις παραδοχές της, που εκτίθενται στο έγγραφο αναιρέσεως, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς αιτιολογίες) το άρθρο 931 ΑΚ και απέρριψε στην ουσία την από 17.12.2013 αγωγή, κατά το κεφάλαιο, το οποίο αφορά χρηματική απαίτηση, ποσού 20.000 ευρώ, από το άρθρο 931 ΑΚ.

Ειδικότερα, ο αναιρεσείων αναφέρει ότι το εφετείο για το χρόνο μετά την 30.11.2015, "δέχθηκε, ως προς τις προϋποθέσεις του άρθρου 931 ΑΚ ότι μόνη προϋπόθεση είναι η διαρκής ανικανότητα προς κάθε εργασία. Έτσι, προσέδωσε ιδιαίτερα στενή ερμηνεία στην διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, άλλως δέχθηκε προϋποθέσεις ελάσσονες των προβλεπομένων από την ως άνω διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, ενώ οι προϋποθέσεις είναι πολύ ευρύτερες" επίσης, το εφετείο "δεν προσδιορίζει, αν επήλθε συνεπεία του ατυχήματος κάποια παραμόρφωση και δη, δυσκολία στην βάδιση, ικανότητα ενασχόλησης με την ίδια ειδικότητα του ηλεκτροσυγκολλητή, που περιλαμβάνει την άρση βαρέων αντικειμένων, αν τα παραπάνω έχουν κάποια επίδραση στην κοινωνική και οικονομική ζωή αυτού (αναιρεσείοντος)".

Σύμφωνα με τα εκτεθέντα στις νομικές σκέψεις επί των λόγων αυτών της από 10.3.2020 αιτήσεως αναιρέσεως (για το παραδεκτό και το βάσιμο αυτών) λεκτέα τα εξής:

Ο π ρ ώ τ ο ς λόγος από το άρθρο 559 αριθμοί 1 εδ. (α) και 19 ΚΠολΔ είναι παραδεκτός (ορισμένος). Περαιτέρω, το εφετείο κρίνοντας, όπως αναφέρεται, ως άνω κατά την έρευνα των λόγων της από 27.6.2020 αιτήσεως αναιρέσεως, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 932 ΑΚ και 25 παρ.1 εδ. τελευταίο Συντάγματος, που ο αναιρεσείων επικαλείται ούτε ευθέως, αφού ορθώς υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ανελέγκτως, ως αποδεδειγμένα, στο πραγματικό των εφαρμοστέων άρθρων 932 ΑΚ και 25 παρ.1 εδ.

τελευταίο Συντάγματος ούτε εκ πλαγίου, αφού διέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, το εφετείο, αφού δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων, συνεπεία του εργατικού ατυχήματος, υπέστη ηθική βλάβη, καθόρισε το ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως στο ποσό των 20.000 ευρώ, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας, λαμβάνοντας υπ' όψη ιδίως τις συνθήκες τελέσεως του ατυχήματος και την αποκλειστική υπαιτιότητα στην επέλευση του ατυχήματος της αναιρεσίβλητης, το είδος της προσβολής και την έκταση της βλάβης, ήτοι την ανικανότητα του αναιρεσείοντος για εργασία επί δύο και πλέον έτη και την δυσκολία του κατά τη βάδιση για το ίδιο χρονικό διάστημα, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση του αναιρεσείοντος, ηλικίας 36 ετών, εργαζομένου - υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης αντί μηνιαίου μισθού 1707,52 ευρώ καθώς και την οικονομική κατάσταση της αναιρεσίβλητης, η οποία λειτουργεί, στον ..., επιχείρηση, με αντικείμενο την κατασκευή και την τοποθέτηση των βάσεων των αυτόματων ταμειακών μηχανών Τραπεζών.

Με την κρίση αυτή, το εφετείο δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας. Επομένως, ο π ρ ώ τ ο ς λόγος είναι αβάσιμος. Όσα περαιτέρω ο αναιρεσείων αναφέρει στον αυτό (πρώτο) λόγο για τις κατ' ιδίαν περιστάσεις, δηλ. ότι "η δική του οικονομική κατάσταση είναι δεινή, ενώ η αντίδικος είναι μία ακμαία εταιρία, με σταθερό αντικείμενο εργασίας, που ουδόλως επλήγη από την οικονομική κρίση και μάλιστα ανώνυμη εταιρία με μεγάλους τζίρους, που ξεπερνούν το ενάμιση εκατομμύριο ευρώ", πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του εφετείου [άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ].

Ο δ ε ύ τ ε ρ ο ς λόγος, κατά την υπό στοιχείο (i) μερικότερη αιτίαση, είναι αόριστος και, συνεπώς, απαράδεκτος διότι δεν αναφέρεται ότι το αποδεικτέο πραγματικό γεγονός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ήτοι επιδρά στο διατακτικό. Ο ίδιος λόγος, κατά την υπό στοιχείο (ii) μερικότερη αιτίαση, ως έχει, είναι αβάσιμος διότι δεν υπάρχει λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του συγκεκριμένου εγγράφου.

Ο τ ρ ί τ ο ς λόγος είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος διότι δεν καθορίζονται, ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας το εφετείο εσφαλμένως χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας των άρθρων 6 και 7 ν. 3863/2010 ή την υπαγωγή σε αυτά των πραγματικών γεγονότων.

Όσον αφορά τον τ έ τ α ρ τ ο λόγο, από την παραδεκτή επισκόπηση της 339/2019 αποφάσεως [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ] προκύπτει ότι το εφετείο δέχθηκε σχετικώς τα εξής: "Για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, ήτοι για μετά τις 30.11.2015 δεν προκύπτει η κατάσταση του ενάγοντος, ήτοι ότι εξακολούθησε να παρουσιάζει αναπηρία, πολλώ μάλλον, δεν αποδείχθηκε ότι η αναπηρία του ενάγοντος (αναιρεσείοντος) είναι μόνιμη και θα τον επηρεάσει στην προσωπική και επαγγελματική του ζωή ώστε να κρίνει, περαιτέρω, το Δικαστήριο με ποιο τρόπο το ένδικο ατύχημα θα επιδράσει δυσμενώς στην οικονομική πλευρά της μελλοντικής ζωής του παθόντος.

Επομένως, ο ενάγων δεν δικαιούται αποζημίωση εκ του άρθρου 931 ΑΚ". Εν όψει αυτών, ο τ έ τ α ρ τ ο ς λόγος προεχόντως είναι αβάσιμος [άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ] διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το εφετείο στην 339/2019 απόφαση δέχθηκε τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, ενώ από την ίδια απόφαση, κατά τις ως άνω παραδοχές της, προκύπτει το αντίθετο.

Άλλος λόγος της από 10.3.2020 αιτήσεως για αναίρεση της 339/2019 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών δεν υπάρχει συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί αυτή η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της. Μετά ταύτα, με την παραδοχή, ως βάσιμου, του παραδεκτού (ορισμένου) π ρ ώ τ ο υ λόγου της από 27.6.2020 αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί μερικώς, ήτοι κατά τα παραπάνω υπό στοιχεία (i), (ii), (iii) και (iv) κεφάλαια, η 339/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Επίσης, σ υ ν α ν α ι ρ ε ί τ α ι η 339/2019 απόφαση, κατά το κεφάλαιο των δ ι κ α σ τ ι κ ώ ν ε ξ ό δ ω ν, αφού το κεφάλαιο αυτό (δικαστικών εξόδων) έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα [άρθρα 579 παρ.1 ΚΠολΔ]. Να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο (Μονομελές Εφετείο Αθηνών), που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή [άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει: α) την από 27-6-2020 (υπ'αριθ. 460/2020) αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και β) την αντίθετη από 10-3-2020 (υπ'αριθ. καταθ. 255/2020) αίτηση του Ε. Σ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 339/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει την δεύτερη ως άνω από 10-3-2020 αίτηση αναιρέσεως.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800 ευρώ.

Αναιρεί εν μέρει και κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό την υπ'αριθμ. 339/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την παραδοχή ως βασίμου του πρώτου λόγου της από 27.6.2020 αιτήσεως αναιρέσεως.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος που αναιρέθηκε για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο δικαστής, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800 ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 1 Ιουλίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Απριλίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ