Supreme Court dismisses appeal on grounds of procedural defect and rejects liability claim against employer for employee's negligence.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a labor court judgment regarding an employee's injury. The court found the appellant liable for failing to supervise an employee who lacked proper authorization to operate heavy machinery, while the employer was not liable for the employee's negligence. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the costs of the first appellant.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 559, 495 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court may reject an appeal if the appellant fails to prove the employer's liability for an employee's negligence, establishing that the employer is not liable for the employee's fault when the employer has not exercised due supervision.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 608 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 608/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Δ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Τζέλλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 2) Κ. Δ. του Α., κατοίκου …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Πιστικό και ο πρώτος εξ αυτών κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/1/2011 αγωγή του πρώτου ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 60/2013 μη οριστική και 170/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 259/2016 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19/7/2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Στο άρθρο 104 εδάφιο τελευταίο ΚΠολΔ ορίζεται ότι το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Η έλλειψη της πληρεξουσιότητας, εξεταζόμενη και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια τη μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά τη συζήτηση της υποθέσεως (Ολ ΑΠ 13/2008).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 576 παρ. 1-3, συνάγεται ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία οπότε, κατά την παρ. 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 412/2018, ΑΠ 864/2017, ΑΠ 99/2017)..
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα, με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο, αλλά εκπροσωπήθηκε από το Δικηγόρο Ανδρέα Πιστικό, προς τον οποίον, όμως, όπως προκύπτει από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο ανωτέρω διάδικος δεν είχε χορηγήσει πληρεξουσιότητα για να τον εκπροσωπήσει ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, με συνέπεια, κατά τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη νομική σκέψη, να θεωρείται δικονομικά απών.
Πρέπει, επομένως, ως προς τον ανωτέρω αναιρεσίβλητο, που είναι απών, να ερευνηθεί αν αυτός έχει κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για την παρούσα δικάσιμο. Από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, αφού δεν προσκομίζεται από τους παρόντες διαδίκους κάποια έκθεση επιδόσεως, από την οποία να προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο της ως άνω αίτησης αναίρεσης με την κάτω απ' αυτή πράξη του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου με την οποία ορίζεται η ανωτέρω δικάσιμος για τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής ενώπιον του παρόντος Τμήματος, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον ανωτέρω, μη νομίμως παρασταθέντα αναιρεσίβλητο.
Επομένως, υφισταμένης απλής ομοδικίας μεταξύ των αναιρεσιβλήτων, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τον ως άνω μη εμφανισθέντα εξ αυτών, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτόν και να προχωρήσει η έρευνα της υποθέσεως ως προς τους λοιπούς διαδίκους, που παρίστανται νομίμως.
II. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας.
Η παράνομη έναντι του ζημιωθέντος συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση ο υπαίτιος ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει, η υποχρέωσή του δε αυτή σε πράξη μπορεί να επιβάλλεται από δικαιοπραξία, από το νόμο ή από την καλή πίστη. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα, να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι έννοια αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3 και 5 του Ν. 1396/ 1983, ο εργολάβος και υπεργολάβος ολόκληρου ή τμήματος του έργου, ανεξάρτητα αν αυτό εκτελείται ολόκληρο ή κατά τμήματα με υπεργολάβους, είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται, μεταξύ άλλων, να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας, που αφορούν ολόκληρο το έργο ή τμήμα του.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι ο εργολάβος που ανέλαβε την εκτέλεση του έργου και ανέθεσε την εκτέλεση τμήματος αυτού σε υπεργολάβο, είναι συνυπεύθυνος με αυτόν για τη λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας, έστω και αν δεν επεφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα διευθύνσεως και επιβλέψεως του τμήματος που ανέθεσε στον υπεργολάβο, ακόμη και αν συμφώνησαν ότι δεν θα έχει τη διεύθυνση και επίβλεψη του τμήματος αυτού και τούτο γιατί ο εργολάβος ευθύνεται σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του Ν.1396/1983, για τη λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας (ΑΠ 1266/2014).
Όπως δε, περαιτέρω, προκύπτει από τη γραμματική και τελολογική ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων, αυτές εφαρμόζονται προκειμένου να θεμελιωθεί η συνδρομή ή μη (αντικειμενικής) ευθύνης του εργολάβου, στην περίπτωση που, λόγω μη τήρησης των προβλεπομένων, από αυτές, μέτρων ασφαλείας προξενείται, από πταίσμα του προστηθέντος αυτού, υπεργολάβου και του προστηθέντος του τελευταίου (υποπροστηθέντος του εργολάβου), ζημία σε εργαζόμενο ή τρίτο και όχι όταν ζημιωθείς, από πταίσμα του υπεργολάβου και του προστηθέντος αυτού είναι ο ίδιος ο εργολάβος, οπότε, στην περίπτωση αυτή, ευθύνεται (αντικειμενικά) έναντι αυτού, ο υπεργολάβος, λόγω της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του προστηθέντος του, κατ' άρθρα 914, 922 ΑΚ.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπησή της, δέχθηκε ανελέγκτως και τα ακόλουθα: "...Με το από 20.7.2009 ιδιωτικό συμφωνητικό υπεργολαβίας που καταρτίστηκε μεταξύ της εδρεύουσας στο Λουτράκι Κορινθίας κοινοπραξίας με την επωνυμία " Κ/ΞΙΑ Κ.
Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ (ΒΙΕΚ) ΕΤ.ΜΕΡ.ΑΕ", νόμιμα εκπροσωπούμενης, ως αναδόχου και της εταιρείας "Κ. Ν.", ως υπεργολάβου, η οποία εκπροσωπείται από τον ενάγοντα, ανέλαβε ο τελευταίος να εκτελέσει ως εργολάβος την προκατασκευή, συγκόλληση και τοποθέτηση σωληνώσεων επί υπάρχοντος σωληνοδιαδρόμου στις βόρειες μονάδες τον διυλιστηρίου της ανώνυμης εταιρείας - κυρίας του έργου "MOTOR OIL HELLAS ΔΙΥΛΙΣΤΗΡΙΑ ΚΟΡΙΝΘΟΥ ΑΕ" με επιμέρους εργασίες την εκτέλεση εργασιών μοντάζ, συγκόλλησης και καταγραφής των σωληνώσεων για την ανέγερση της νέας μονάδας κλασματικής απόσταξης αργού πετρελαίου, καθώς επίσης και εργασιών μεταφοράς, ανέγερσης, μοντάζ, συγκόλλησης και καταγραφής των σωληνώσεων πάνω στις σιδηροκατασκευές, στα μεταλλικά ή τσιμεντένια στηρίγματα εντός του διυλιστηρίου και τις υδραυλικές δοκιμές των γραμμών των σωληνώσεων που θα ανεγερθούν (όρος 2.1 του συμφωνητικού).
Συμφωνήθηκε περαιτέρω ότι ο ενάγων θα διαθέσει τον αναγκαίο εξοπλισμό για το άνω έργο, όπως γερανούς, παπαγάλους, καλαθοφόρα, κλαρκ, καθώς και το προσωπικό για το χειρισμό αυτών (όρος 2.2 του συμφωνητικού). Ακολούθως τον Αύγουστο του έτους 2009 ο ενάγων ανέθεσε προφορικά στον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος διατηρεί επιχείρηση εκτέλεσης ανυψωτικών εργασιών διαθέτοντας για το σκοπό αυτό ανυψωτικά μηχανήματα ιδιοκτησίας του, την εκτέλεση μέρους του έργου και ειδικότερα την εργασία μεταφοράς και ανύψωσης των αναγκαίων για την εκτέλεση τον έργου σωλήνων, έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής.
Στα πλαίσια της ανωτέρω συμφωνίας στις 9.9.2009 ο πρώτος εναγόμενος ανέθεσε στο δεύτερο εναγόμενο, ο οποίος εργαζόταν στην επιχείρησή του ως χειριστής μηχανημάτων εκτελώντας εντολές και οδηγίες του να ανυψώσει και να μεταφέρει τις σωληνώσεις σε σημείο πού θα του υπεδείκνυε ο ενάγων με το υπ' αριθμ. … ΦΔΧ γερανό με παπαγαλάκι, ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου.
Οι σωλήνες ήταν τοποθετημένοι πάνω σε τρίποδο και η ασφαλής διαδικασία ανέγερσής τους περιλάμβανε τη σταθεροποίηση του γερανού στο έδαφος με τη λειτουργία δια τηλεχειρισμού μηχανικών ποδιών τα οποία εξέρχονταν από το όχημα και εν συνεχεία ακουμπούσαν στο έδαφος εξασφαλίζοντας την απαραίτητη πριν την εκτέλεση της ανυψωτικής εργασίας, ευστάθεια του οχήματος και ακολούθως την ανύψωση του σωλήνα, βάρους περίπου δυο τόνων, ο οποίος δενόταν με ιμάντες και αφού απομακρύνονταν όλοι από την ακτίνα δράσης του γερανού, ανυψωνόταν και μεταφερόταν σε παρακείμενη στοιβάδα με τούς λοιπούς σωλήνες, (σωληνοδιαδρόμους).
Στην προκειμένη περίπτωση ο δεύτερος εναγόμενος ως χειριστής του γερανού και προκειμένου να εκτελέσει την εργασία ανύψωσης των σωλήνων στάθμευσε το ανυψωτικό όχημα πλησίον ενός τρίποδα, στον οποίο ήταν τοποθετημένος ο προς μεταφορά σωλήνας. Κατά τη διαδικασία σταθεροποίησης τον γερανού δεν κατεύθυνε σε ασφαλή απόσταση από τον τρίποδα το εμπρόσθιο αριστερά πόδι του γερανού με αποτέλεσμα από λανθασμένο χειρισμό του τηλεχειριστηρίου του γερανού να χτυπήσει αυτό (μηχανικό πόδι τον γερανού) το τρίποδο στο οποίο στηριζόταν ο βάρους δύο τόνων σωλήνας, να ανατραπεί το τρίποδο και να χτυπήσει ο σωλήνας τον ενάγοντα, ο οποίος παρακολουθούσε από απόσταση τριών μέτρων την ανωτέρω διαδικασία, τραυματίζοντάς τον σοβαρά στη λεκάνη και τα γεννητικά όργανα.
Το ανωτέρω ατύχημα συνέβη κατά την προετοιμασία του χώρου για την ανύψωση των σωλήνων και συγκεκριμένα κατά τη διαδικασία σταθεροποίησης του γερανού πλησίον του τρίποδα, ώστε αποκτώντας αυτός σταθερή βάση να ανυψωθεί με ασφάλεια ο σωλήνας, και ενώ απουσίαζε ο πρώτος εναγόμενος ιδιοκτήτης του γερανού και εργοδότης του δευτέρου εναγομένου-χειριστή του ανυψωτικού μηχανήματος.
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο δεύτερος εναγόμενος ενεργώντας ως χειριστής του ανυψωτικού μηχανήματος δεν κατείχε άδεια χειριστή ανυψωτικού μηχανήματος, αλλά άδεια χειριστή εκσκαπτικού μηχανήματος. Ειδικότερα διέθετε το υπ' αριθμ. πρωτ…./….4.1996 πτυχίο μηχανολογικών ειδικοτήτων (μηχανών αυτοκινήτου) της Τεχνικής Επαγγελματικής Σχολής Σύρου και την υπ' αριθμ.
…/...12.2008 άδεια μηχανημάτων τάξης Δ, που αφορά το χειρισμό εκσκαπτικών μηχανημάτων. Όπως αναφέρεται στην από 2.3.2012 έκθεση μελέτης του Ν. Κ., Ηλεκτρολόγου Μηχανικού - Τεχνικού Ασφαλείας Επιχειρήσεων, που επικαλείται και προσκομίζει ο πρώτος εναγόμενος "για την ανύψωση τον φορτίου πρέπει να επιλέγεται γερανός κατάλληλης ανυψωτικής ικανότητας και ο χειρισμός του να γίνεται από αδειούχο χειριστή κάτοχο αδείας της ομάδας Γ των μηχανημάτων έργου και ανάλογης της τάξης στην οποία ανήκει ο γερανός ή βοηθό χειριστή υπό την επίβλεψη και καθοδήγηση του πρώτου (ΠΔ 31/1990)".
Επομένως για την απόκτηση της ανωτέρω αδείας (Γ τάξης) ο δεύτερος εναγόμενος, ως απόφοιτος τεχνικής επαγγελματικής σχολής, θα έπρεπε να είχε πραγματοποιήσει 600 ημερομίσθια γενική προϋπηρεσία, η οποία προσαυξάνεται κατά 150 ημερομίσθια για την άδεια Γ' τάξης, τα οποία μειώνονται στο 1/3 για τους απόφοιτους τεχνικής επαγγελματικής σχολής (άρθρο 7 παρ. 1 α, 1 β, 3 ΠΔ 31/1990).
Το προσκομιζόμενο από τον πρώτο εναγόμενο, εργοδότη του, έγγραφο εκδόσεως του ιδίου (πρώτου εναγομένου) στις 14.9.2009, στο οποίο βεβαιώνει ότι ο δεύτερος εναγόμενος είχε πραγματοποιήσει 211 ημερομίσθια στην επιχείρησή του, επιχειρώντας να προσδώσει σε αυτόν την ιδιότητα του de facto χειριστή του επίδικου οχήματος, (ως έχων τα προσόντα για την απόκτηση αδείας μηχανοδηγού χειριστή Δ τάξεως) δεν λαμβάνεται υπόψη καθόσον αφενός εκδόθηκε από τον πρώτο εναγόμενο μετά την επέλευση τον ατυχήματος, αφετέρου δεν πληρούται εκ του νόμου ο αριθμός των ημερομισθίων που είχε πραγματοποιήσει ο δεύτερος εναγόμενος για την κτήση αδείας Γ' τάξης, που απαιτείται κατά τα προαναφερόμενα, γεγονός που επισημαίνεται και στην έκθεση έρευνας που διεξήχθη στις 18.9.2009 από την Κ.
Β., Τεχνική Επιθεωρήτρια τον Υπουργείου Απασχόλησης και Κοιν. Προστασίας (ΣΕΠΕ), αναφέροντας ότι ο χειριστής του οχήματος, δεύτερος εναγόμενος, "δεν διέθετε την κατάλληλη άδεια χειριστή μηχανοδηγού για το εν λόγω μηχάνημα". Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος ο ενάγων βρισκόταν σε απόσταση περίπου 3 μέτρων από το ανυψωτικό μηχάνημα επιβλέποντας ως εργολάβος του έργου τις προπαρασκευαστικές εργασίες ώστε να επιτευχθεί με ασφάλεια η διαδικασία μετακίνησης των σωλήνων, ήτοι βρισκόταν μεν εντός του πεδίου δράσης του γερανού, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, πλην όμως σε χρόνο αφενός κατά τον οποίο δεν είχε ξεκινήσει η διαδικασία ανύψωσης των σωλήνων, που απαιτεί για λόγους ασφαλείας την απομάκρυνση όλων από το πεδίο δράσης του επίδικου ανυψωτικού μηχανήματός, δηλαδή σε τόξο ακτίνας 12 μέτρων, αφετέρου κατά τη διαδικασία σταθεροποίησης του γερανού στο έδαφος, δεν μπορούσε να προβλέψει την αμελή συμπεριφορά του δευτέρου εναγομένου και τον επισυμβάντα συνεπεία συμβάντα συνεπεία αυτής σοβαρό τραυματισμό του, ενώ δεν γνώριζε ότι ο δεύτερος εναγόμενος δεν κατείχε την απαιτούμενη εκ του νόμου άδεια χειριστού του γερανού, γεγονός που μόνο ο πρώτος εναγόμενος - εργοδότης του γνώριζε, ο οποίος όμως τον κρίσιμο χρόνο δεν ασκούσε την απαιτούμενη επίβλεψη και καθοδήγηση του υπαλλήλου του, καθότι απουσίαζε.
Αμέσως μετά το ατύχημα ο ενάγων μεταφέρθηκε στα ιατρεία της ΜΟΤΟΡ ΟΙΛ, όπου εκεί αφού διαπιστώθηκε η σοβαρότητα του τραυματισμού του εν συνεχεία προκειμένου να αποφευχθεί επιδείνωση της υγείας του από ενδεχόμενη καθυστέρηση λόγω έλλειψης διαθέσιμου ασθενοφόρου μεταφέρθηκε άμεσα με ιδιωτικό αυτοκίνητο στο Νοσοκομείο Κορίνθου.
Ο ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου ότι η μετακίνησή του από τον τόπο του ατυχήματος με ιδιωτικό αυτοκίνητο και όχι με ασθενοφόρο ενδεχομένως να επιβάρυνε την υγεία του καθιστώντας αυτόν συνυπαίτιο στην έκταση τον τραυματισμού του, δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική αφενός διότι η καθυστέρηση μεταφοράς ασθενών στο νοσοκομείο επιδρά αρνητικά στην εξέλιξη της υγείας τους, αφετέρου δεν προέκυψε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο ότι συμβάντα συνεπεία βαρύνθηκε η κατάστασή του με την άμεση μεταφορά του στο Νοσοκομείο.
Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων περιστατικών για την πρόκληση του ατυχήματος και τον ανωτέρω τραυματισμό του ενάγοντα αποκλειστικά υπαίτιος είναι ο δεύτερος εναγόμενος - χειριστής του ανυψωτικού μηχανήματος, ο οποίος δεν κατέβαλε την επιμέλεια που απαιτούνταν, ώστε να αποφευχθεί το ως άνω ατύχημα, ενώ αποδεικνύεται ότι μεταξύ του δεύτερου και του πρώτου εναγομένου υφίσταται σχέση προστηθέντος - προστήσταντος, που δικαιολογεί την ευθύνη του πρώτου εναγομένου για τις άδικες πράξεις του δεύτερου (άρθρο 922 ΑΚ )...".
Με τις σκέψεις του αυτές, το Εφετείο, αφού έκρινε απορριπτέα, όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο την ένσταση του ήδη αναιρεσείοντος, εναγομένου, από το άρθρο 300 ΑΚ, ήτοι, περί συνυπαιτιότητας του ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, ενάγοντος, στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και στην έκταση του τραυματισμού του τελευταίου, εξαφάνισε τις πρωτόδικες (μη οριστική και, εν μέρει, οριστική) αποφάσεις, κατά τα κεφάλαια περί επιδίκασης σ' αυτόν αποζημίωσης από τα άρθρα 931 και 932 ΑΚ και, κρίνοντας ότι έπρεπε να του επιδικασθούν μεγαλύτερα, των επιδικασθέντων πρωτοδίκως, χρηματικά ποσά, δέχθηκε, εν μέρει την ένδικη αγωγή και υποχρέωσε τους εναγομένους, καθένα εις ολόκληρον, να καταβάλουν στον ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο, ενάγοντα, το συνολικό ποσό των 150.537,34 ευρώ, ως αποζημίωση για θετικές ζημίες του, καθώς και αποζημίωση κατ' άρθρα 931 και 932 ΑΚ.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν (297, 298, 330, 914 και 922 ΑΚ), οι οποίες ήταν εφαρμοστέες και εφάρμοσε στην προκειμένη περίπτωση, αφού η αναιρεσιβαλλομένη περιέχει πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής αυτών, καθόσον το αποδεικτικό πόρισμα είναι επαρκές και πλήρες και δεν περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ζητήματα και συγκεκριμένα: 1) Της ύπαρξης σχέσης προστήσεως μεταξύ των πρώτου και δεύτερου αναιρεσιβλήτων, εναγομένων (εργοδότης - εργαζόμενος).
Και, 2) ότι ο ένδικος τραυματισμός του ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, ενάγοντος και η, εντεύθεν, ανωτέρω ζημία αυτού, προκλήθηκε, αιτιωδώς, από την αμελή συμπεριφορά του δευτέρου ήδη αναιρεσιβλήτου, προστηθέντος του ήδη αναιρεσείοντος, συνισταμένη σε εκτέλεση, εκ μέρους αυτού, μη ενδεδειγμένων, στην προκειμένη περίπτωση και εσφαλμένων χειρισμών του αναφερομένου σ' αυτή ανυψωτικού μηχανήματος, οφειλομένων και στο γεγονός ότι αυτός στερείτο της απαιτούμενης, προς τούτο, άδειας χειριστή και ότι ενώ γνώριζε τούτο ο πρώτος (αναιρεσείων), δεν ασκούσε, κατά τον κρίσιμο χρόνο, την απαιτούμενη επίβλεψη και καθοδήγηση του ανωτέρω υπαλλήλου του, καθόσον απουσίαζε από τον επίμαχο χώρο.
Ούτε αντιφάσκουν οι παραπάνω παραδοχές του Εφετείου προς εκείνη, κατά την οποία ο ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, ενάγων ήταν ο εργολάβος του όλου έργου και την εκτέλεση τμήματος αυτού είχε αναθέσει στον ήδη αναιρεσείοντα, ως υπεργολάβο, συνεπεία αμελούς συμπεριφοράς προστηθέντος (υπαλλήλου) του οποίου προκλήθηκε η ένδικη ζημία του πρώτου.
Και τούτο διότι, ερευνητέο ζήτημα στην προκειμένη περίπτωση είναι η συνδρομή της αδικοπρακτικής ευθύνης των ως άνω εναγομένων (προστήσαντος - προστηθέντος) για τον τραυματισμό, από αμελή συπεριφορά τους, του πρώτου ήδη αναιρεσίβλητου, ενάγοντος και όχι η (αντικειμενική) ευθύνη ή μη του τελευταίου, ως εργολάβου, τελούντος σε σχέση πρόστησης και υποπρόστησης, αντίστοιχα, με αυτούς (εναγομένους, ήδη αναιρεσείοντα και δεύτερο αναιρεσίβλητο), για τη ζημία που προκλήθηκε, συνεπεία αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των τελευταίων σε τρίτο ή εργαζόμενο, κατά την εκτέλεση του ενδίκου έργου, που αυτός, εργολαβικά, είχε αναλάβει.
Επομένως, ο μοναδικός αναιρετικός λόγος, από τον αριθμό 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
IV. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε ο αναιρεσείων, για την άσκησή της, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστεί αυτός, ως ηττηθείς διάδικος, στα δικαστικά έξοδα (μόνο) του νικήσαντος πρώτου ήδη αναιρεσίβλητου (για τον δεύτερο, κατά τα προεκτεθέντα, είναι απαράδεκτη η συζήτηση), κατά παραδοχή της βασιμότητας του σχετικού αιτήματος, που νόμιμα υπέβαλε αυτός, με τις προτάσεις του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 19-07-2016 αίτησης για αναίρεση της 259/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο.
Διατάσσει το χωρισμό της υποθέσεως, ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο.
Απορρίπτει την από 19-07-2016 αίτηση για αναίρεση της 259/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, κατά το μέρος της που αφορά τον πρώτο αναιρεσίβλητο.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσίβλητου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιανουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαΐου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ