Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
59/2022 KI-generiert

Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of defamation suit due to procedural error regarding third-party status.

Geschäftsnummer 59/2022
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Teilweise gutgeheissen (Partially Allowed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the First Instance Court's dismissal of a defamation suit. The appellant argued that the lower court incorrectly excluded the President of the Bar Association and the Peace Judge from the definition of 'third parties' under the Civil Procedure Code. The Court agreed, ruling that these officials are legally 'third parties' entitled to receive copies of the complaint, and thus the lower court's failure to address this procedural defect constituted a violation of the law.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 362 and 363 of the Civil Procedure Code; The President of the Bar Association and the Peace Judge are legally 'third parties' in defamation proceedings and must be served with the complaint, making the lower court's failure to recognize this status a ground for appeal.

Schlagwörter

KI-generiert
defamation lawsuit third party status Civil Procedure Code service of process appeal admissibility procedural violation Greek law aussergerichtlicher Nachlassvertrag

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Articles 362 and 363 of the Civil Procedure Code
Article 559, paragraph 1 of the Civil Procedure Code
Article 580, paragraph 3 of the Civil Procedure Code
Article 495, paragraph 4 of the Civil Procedure Code
Articles 176, 183, and 191, paragraph 2 of the Civil Procedure Code
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 59 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 59/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα - Τζαβέλλα Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Β. Μ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Αθανασούλια και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Θ. - Φ. Λ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Στο σημείο αυτό, εμφανίστηκε η δικηγόρος Αικατερίνη Βούλγαρη, η οποία, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/9/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κυπαρισσίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 80/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 152/2018 του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/3/2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ. 4, 576 παρ. 2, 575 και 226 παρ. 4 εδ. γ' και δ' του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης απουσιάζει ο αναιρεσίβλητος και ο αναιρεσείων που επισπεύδει τη συζήτηση έχει επιδώσει σ' αυτόν αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της αίτησης, με κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο που έχει οριστεί, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος αναιρεσιβλήτου. Αν δε η συζήτηση αναβληθεί από το πινάκιο για μεταγενέστερη δικάσιμο, δεν απαιτείται νέα κλήτευση των διαδίκων, επομένως και του αναιρεσιβλήτου, για τη νέα αυτή δικάσιμο, αφού η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο της μετ' αναβολήν δικασίμου ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, η οποία είχε οριστεί μετά από αναβολή εκ του πινακίου από την αρχική δικάσιμο της 21-9-2020, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση. Όπως δε προκύπτει από την υπ' αριθμ. 10809/24-7-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών - Πειραιώς, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Χ. Χ., την οποία η αναιρεσείουσα επικαλείται και προσκομίζει, η τελευταία επέδωσε στον αναιρεσίβλητο, νόμιμα και εμπρόθεσμα, αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης, με την κάτω από αυτήν πράξη, με την οποία ορίζεται η ανωτέρω, αρχική δικάσιμος της 21-9-2020 προς συζήτησή της, μαζί με κλήση για να παραστεί κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, αφού η αναβολή εκ του πινακίου ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, το δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του κλητευθέντος, ως ανωτέρω, αναιρεσίβλητου.

Με την κρινόμενη από 4-3-2019 αίτηση αναίρεσης (αριθ. έκθ. κατάθ. 13/2019, αριθ. δικ. 727/2019) προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 152/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 18-7-2018 έφεση της αναιρεσείουσας, έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η από 27-2-2018 έφεση του αναιρεσίβλητου κατά της 80/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, και, αφού εξαφανίστηκε η ανωτέρω απόφαση, απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη η από 25-9-2015 αγωγή της αναιρεσείουσας.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1). Κατά τη διάταξη του άρθρου 362 του ισχύσαντος μέχρι την 30η-6-2019 Ποινικού Κώδικα, "Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, τιμωρείται ...", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 363 εδ.

α' του ιδίου Κώδικα, "Αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται ...". Οι αντίστοιχες διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του ισχύοντος από την 1-7-2019 Ποινικού Κώδικα, που κυρώθηκε με το ν. 4619/2019 (ΦΕΚ 95/Α/11-6-2019), διατηρούν την αυτή νομοτυπική υπόσταση με διαφοροποίηση ως προς την ποινική μεταχείριση του υπαιτίου και επίταση της ποινής, όταν η πράξη τελείται δημόσια ή μέσω του διαδικτύου.

Για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης των προβλεπόμενων από τις άνω διατάξεις εγκλημάτων απαιτείται, πλην των άλλων, ισχυρισμός ή διάδοση, από το δράστη για άλλον, ενώπιον "τρίτου", γεγονότος, το οποίο θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη εκείνου, στον οποίο αποδίδεται. Για την πλήρωση δε της αντικειμενικής τους υπόστασης δεν ενδιαφέρει, αν οι "τρίτοι" γνωρίζουν ήδη το διαδιδόμενο γεγονός ή θα μπορούσαν ευχερώς να το πληροφορηθούν από άλλους.

Τούτο, διότι και στην περίπτωση αυτή η πράξη μπορεί να δημιουργεί επιπλέον κίνδυνο για την τιμή, αφού ενισχύει την πίστη ως προς την αλήθεια του γεγονότος. Ενώπιον "τρίτου" τελείται μια πράξη ακόμη και όταν δεν απευθύνεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, αλλά σε αόριστο αριθμό ατόμων, όπως ανακοίνωση δια του τύπου ή με την έκδοση βιβλίου.

Στην έννοια του "τρίτου", κατά τις ανωτέρω διατάξεις, εφόσον δεν θεσπίζεται με αυτές οποιαδήποτε διάκριση, περιλαμβάνεται οποιοδήποτε, πλην του δυσφημούμενου, φυσικό πρόσωπο ή αρχή, επομένως και τα πρόσωπα, τα οποία έλαβαν γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού ή της διάδοσης με οποιονδήποτε τρόπο, έστω και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, όπως οι δικαστές, οι εισαγγελείς, οι υπάλληλοι του δικαστηρίου, οι δικηγόροι, οι δικαστικοί επιμελητές, τα μέλη πειθαρχικών συμβουλίων, επιτροπών, ανεξάρτητων αρχών κ.λ.π., αρκεί το γεγονός να είναι επιλήψιμο γι' αυτόν, στον οποίο αποδίδεται.

Αντίθετη εκδοχή, κατά την οποία δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της απλής ή της συκοφαντικής δυσφήμησης, όταν η ανακοίνωση του δυσφημιστικού γεγονότος γίνεται με το περιεχόμενο δικογράφου, που περιήλθε στο δικαστή, τον εισαγγελέα και το γραμματέα του δικαστηρίου και, εν γένει, σε πρόσωπα θεσμικώς αρμόδια, ήτοι ειδικώς, συνταγματικώς και δικονομικώς εξουσιοδοτημένα, να εξετάζουν τέτοια δικόγραφα και να λαμβάνουν γνώση υποχρεωτικά του περιεχομένου τους, με την αιτιολογία ότι τα πρόσωπα αυτά δεν περιλαμβάνονται στην έννοια του "τρίτου", δεν δικαιολογείται ούτε από τη γραμματική διατύπωση των άρθρων 362-363 ΠΚ, αφού, κατά το γλωσσικό νόημα της λέξεως, "τρίτος" είναι οποιοσδήποτε, που δεν μετέχει στη σχέση που υπάρχει μεταξύ δύο προσώπων, οπότε ο όρος αυτός καλύπτει αδιαστίκτως κάθε φυσικό πρόσωπο, που δεν είναι ο δράστης ή ο παθών του εγκλήματος και, συνεπώς, καταλαμβάνει αναμφισβήτητα και τα ανωτέρω αναφερόμενα δικαστικά πρόσωπα, αλλά ούτε από την τελολογική ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων, σκοπός των οποίων είναι η προστασία του εννόμου αγαθού της τιμής και υπόληψης του προσώπου μέλους μιας οργανωμένης κοινωνίας, από την εξωτερίκευση εκδηλώσεων αμφισβήτησης αυτού, που περιέρχονται στην αντίληψη άλλου προσώπου, το οποίο μπορεί να σχηματίσει αρνητική αντίληψη για την προσωπικότητα εκείνου, που αφορά το δυσφημιστικό γεγονός.

Μόνο το γεγονός ότι τα δικαστικά πρόσωπα, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, έχουν αυστηρά προκαθορισμένους ρόλους, δεν εκφράζουν την προσωπική τους άποψη, δεν δικαιούνται να προβαίνουν σε σχολιασμό όσων εκτίθενται στο πλαίσιο της οικείας διαδικασίας και εκφέρουν την κρίση τους εντός του πλαισίου των καθηκόντων τους, αποκλειστικά, προς διευθέτηση της εννόμου σχέσεως που αφορά τα διάδικα μέρη, χωρίς να την ανακοινώνουν σε άλλους, δεν δικαιολογεί τη συσταλτική ερμηνεία του όρου "τρίτος", αφού και ο δικαστικός λειτουργός δεν παύει ως άνθρωπος να γίνεται κοινωνός μιας δυσμενούς παράστασης για το πρόσωπο που αφορούν οι ισχυρισμοί, χωρίς μάλιστα να έχει πάντοτε τη δυνατότητα να ερευνήσει την ουσιαστική βασιμότητα αυτών είτε για λόγους τυπικούς (όπως π.χ.

σε περίπτωση παραγραφής, εκπρόθεσμης υποβολής της έγκλησης κλπ), είτε διότι περιορίζεται δικονομικά από το αντικείμενο της έρευνάς του, όπως συμβαίνει, όταν στο απευθυνόμενο σε αυτόν δικόγραφο περιλαμβάνονται, πέραν του ερευνώμενου αντικειμένου, και άσχετοι προς αυτό, δυσφημιστικοί για τον αντίδικο, ισχυρισμοί, οπότε ο θεσμικός ρόλος των δικαστικών προσώπων δεν αποτρέπει ουσιαστικά τον κίνδυνο διασυρμού του φορέα του προστατευόμενου εννόμου αγαθού.

Δεν αποκλείεται δε ο δράστης, ο δόλος του οποίου δεν χρειάζεται να οριοθετεί και να προσδιορίζει επακριβώς τους τρίτους, ενώπιον των οποίων επιδιώκει να συκοφαντήσει ή να δυσφημήσει κάποιον, να αποβλέπει στην πραγματικότητα στο διασυρμό του συγκεκριμένου ατόμου με δυσφημιστικά γεγονότα, μέσω του θεσμικού ρόλου των δικαστικών λειτουργών και με πρόσχημα την επίκληση του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος προσφυγής στη δικαιοσύνη (Ολ ΑΠ 3/2021).

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Κανόνες ουσιαστικού δικαίου κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης αποτελούν και οι διατάξεις των άρθρων 361, 362, 363 και 367 ΠΚ (ΑΠ 848/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...

στο πλαίσιο της αντιδικίας του με την Π. Κ., ο εναγόμενος απέστειλε προς τον Δικηγορικό Σύλλογο .... την από 2-3-2015 επιστολή του, με θέμα "καταγγελία σε βάρος της δικηγόρου ... Β. Μ., για παράβαση κατ' εξακολούθηση του άρθρου 36 παρ. 3 του Κώδικα Δεοντολογίας Δικηγορικού Λειτουργήματος, παραπονούμενος ότι η προαναφερόμενη δικηγόρος δεν μεταβίβασε στην Π.

Κ. την πρότασή του για εξωδικαστικό συμβιβασμό της αντιδικίας τους, που είχε διαβιβάσει σ' αυτήν (ενάγουσα) το Δεκέμβριο του 2014 ο δικηγόρος του Τ. Λ.. Ακολούθως, ο εναγόμενος απέστειλε στις 22-4-2015 παρόμοιου περιεχομένου επιστολή του προς την Ειρηνοδίκη Πλαταμώδους, με θέμα "αίτημα συμβιβαστικής επέμβασης σύμφωνα με το άρθρο 209 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας".

Με τις ανωτέρω αναφορές του, οι οποίες περιέχονται στο κείμενο των δύο επιστολών, ο εναγόμενος παρουσίασε την ενάγουσα ως μια δικηγόρο, η οποία αφενός μεν δεν ενημέρωσε την εντολέα της για την πρόταση εξώδικου συμβιβασμού, που υπέβαλε σ' αυτήν μέσω του πληρεξουσίου δικηγόρου του, αφετέρου δε ότι υπέπεσε σε πειθαρχικό παράπτωμα, διότι δεν υπέδειξε στην πελάτισσά της τα οφέλη ενός εξωδικαστικού συμβιβασμού σε σχέση με τα μειονεκτήματα ενός δικαστικού αγώνα, ώστε η τελευταία να πεισθεί και να εξεύρουν, με αμοιβαίες υποχωρήσεις, μία κοινά αποδεκτή λύση, για την οριοθέτηση των όμορων ακινήτων τους, με κοινώς αποδεκτά όρια, αλλά αντιθέτως επέλεξε την προοπτική της προσφυγής στα δικαστήρια, παρά το κόστος και την ταλαιπωρία για τους διαδίκους, μολονότι υπήρχε η προοπτική ενός επωφελούς για τα συμφέροντα της πελάτισσάς της εξωδικαστικού συμβιβασμού.

Ωστόσο, αποδεικνύεται ότι οι ελεγχόμενοι ως καταφρονητικοί της τιμής και της υπόληψης της ενάγουσας ισχυρισμοί του εναγομένου έγιναν αντιληπτοί από περιορισμένο κύκλο προσώπων που ανήκουν στον επαγγελματικό της χώρο και συγκεκριμένα από τον Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου ..., Α. Σ. και δεν περιήλθε σε γνώση των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, καθόσον η από 2-3-2015 επιστολή - καταγγελία του ενάγοντος, η οποία απευθυνόταν προς το Δικηγορικό Σύλλογο ..., συνοδευόταν από έγγραφο σημείωμα, στο οποίο αναφερόταν "το συνημμένο έγγραφο να επιδοθεί στον Πρόεδρο, αλλά να μην πρωτοκολληθεί", όπως και έγινε, ώστε η αναφορά του να περιέλθει μόνο σε γνώση του Προέδρου του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, καθώς και της Ειρηνοδίκου Πλαταμώδους και του δικαστικού υπαλλήλου του Ειρηνοδικείου, ο οποίος ήταν επιφορτισμένος με το υπηρεσιακό καθήκον της παραλαβής του.

Όμως, ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου, ο οποίος είναι, κατά νόμον αρμόδιος να λαμβάνει αναφορές πολιτών, με τις οποίες καταγγέλλονται επιλήψιμες πράξεις δικηγόρων και να παραγγέλνει τη διενέργεια προκαταρκτικής πειθαρχικής εξέτασης (στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν κινήθηκε καμία απολύτως διαδικασία πειθαρχικής δίωξης της ενάγουσας), η Δικαστικός Λειτουργός, η οποία επρόκειτο ως, καθ' ύλην και κατά τόπο, αρμόδια να κρίνει επί της διαφοράς και εάν ζητηθεί να επιχειρήσει συμβιβαστική επέμβαση, κατ' άρθρο 209 ΚΠολΔ, καθώς και ο δικαστικός υπάλληλος του ανωτέρω Ειρηνοδικείου δεν είναι "τρίτοι" θεσμικά και δικονομικά ως προς το επίδικο βιοτικό συμβάν, δηλαδή την αντιδικία του εναγομένου με την πελάτισσα της ενάγουσας, Π.

Κ., και το χειρισμό της υπόθεσης αυτής από την ενάγουσα, δικηγόρο, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, με συνέπεια να μη νοείται δυσφήμιση (συκοφαντική ή απλή) του εναγομένου δια των διαληφθέντων στις επιστολές του προς τον Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου ... και την Ειρηνοδίκη Πλαταμώδους, ανεξαρτήτως της βασιμότητας ή αναλήθειάς τους.

Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και πρέπει, δεκτής γενομένης της από 27-2-2018 έφεσης, απορριπτομένης δε της από 18-7-2018 έφεσης, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση. Μετά ταύτα το παρόν Δικαστήριο κρατεί την υπόθεση και εκδικάζοντας αυτή, απορρίπτει την από 25-9-2015 αγωγή".

Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΚΠολΔ, δεχόμενο ότι ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου ..., η Ειρηνοδίκης Πλαταμώδους και ο δικαστικός γραμματέας του Ειρηνοδικείου δεν είναι "τρίτοι" κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, αντί να δεχθεί ότι στην έννοια του "τρίτου" περιλαμβάνεται οποιοδήποτε, πλην του δυσφημούμενου, φυσικό πρόσωπο ή αρχή και, συνεπώς, και τα ανωτέρω πρόσωπα θεσμικώς αρμόδια, ήτοι ειδικώς, συνταγματικώς και δικονομικώς εξουσιοδοτημένα, να εξετάζουν τέτοια δικόγραφα και να λαμβάνουν γνώση υποχρεωτικά του περιεχομένου τους κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον καταθέτη (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας κατά το σχετικό αίτημα της τελευταίας, που υπέβαλε με τις προτάσεις της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 152/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ