Supreme Court dismisses appeal on property dispute, ruling lower court correctly rejected ownership claim due to lack of proof.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's decision rejecting his claim to ownership of a land strip. The appellant argued the lower court erred by failing to investigate alleged servitude rights and by accepting co-ownership claims without evidence. The court held that the lower court correctly ruled based on the appellant's failure to prove his ownership, noting that co-ownership allegations were merely arguments rather than facts requiring independent proof.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 1108A, 1033, 1108, 1118A of the Civil Code; Articles 224, 262(1), 269(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible when the lower court correctly rejects a claim for ownership based on the appellant's failure to prove title, and when co-ownership allegations are treated as mere arguments rather than established facts.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 563 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 563/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αναστασία Περιστεράκη- Εισηγήτρια, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 16η Οκτωβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Ρισβά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Των αναιρεσίβλητων :1.Α. Μ. του Δ., 2Ό. χας Μ. Μ., 3Γ. Μ. του Μ.,4Α. Μ. του Μ., 5Ε. Μ. του Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Ευφροσύνη Τσαμολιά, που ανακάλεσε την από 14-10-2019 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-5-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 71/2017 του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-3-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1108ΑΚ, αν η κυριότητα προσβάλλεται με άλλο τρόπο εκτός από αναίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, ο κύριος δικαιούται να απαιτήσει από εκείνον που προσέβαλε την κυριότητα να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αρνητική αγωγή ασκείται στην περίπτωση μερικής και όχι ολικής προσβολής της κυριότητας, δηλαδή όταν ο κύριος διαταράσσεται στη νομή του που ασκεί επί του πράγματος και όχι όταν προσβάλλεται με άλλο τρόπο, όπως με την αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, οπότε προστατεύεται με τη διεκδικητική αγωγή κατ' αυτού που κατέχει το πράγμα.
Διατάραξη δε της κυριότητας (ή συγκυριότητας) αποτελεί κάθε έμπρακτη εναντίωση στο θετικό ή αποθετικό περιεχόμενο της κυριότητας, δηλαδή όταν ο εναγόμενος ενεργεί στο πράγμα πράξεις, τις οποίες μόνο ο κύριος δικαιούται να ενεργήσει στο δικό του πράγμα, η δε διατάραξη αυτή έχει ως συνέπεια την μη ελεύθερη και ανενόχλητη χρησιμοποίηση, εκμετάλλευση και απόλαυση ορισμένων μόνο εξουσιών εκ της κυριότητας επί του πράγματος.
Όμως, κατά την δεύτερη παράγραφο του ιδίου άρθρου το ως άνω δικαίωμα δεν παρέχεται στον κύριο του πράγματος, όταν εκείνος που προσβάλλει την κυριότητα ενεργεί ασκώντας δικαίωμα, το οποίο του παρέχει την εξουσία να παρεμβαίνει στην ιδιοκτησία του άλλου. Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 1033, 1108 και 1118ΑΚ, 224, 262 παρ. 1 και 269 παρ. 1ΚΠολΔ συνάγεται ότι για την κατάλυση της στηριζομένης στην κυριότητα σε ακίνητο αρνητικής αγωγής, ο εναγόμενος μπορεί να προτείνει με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης της αγωγής, την ένσταση ότι αυτός ενήργησε την προσβολή της κυριότητας του ενάγοντος δυνάμει δικαιώματος του, συνισταμένου σε πραγματική δουλεία σε βάρος του ακινήτου και υπέρ του δικού του ακινήτου (ΑΠ929/2012).
Για το ορισμένο και βάσιμο κατά νόμο της ένστασης πρέπει στην ιστορική βάση αυτής, να αναφέρεται ότι σε βάρος του ακινήτου, που στην αγωγή αναφέρεται ως ανήκον στον ενάγοντα, έχει συσταθεί, με ορισμένο νόμιμο τρόπο, πραγματική δουλεία με ορισμένο περιεχόμενο, αντίστοιχο της στην αγωγή προσβαλλομένης προσβολής, υπέρ ορισμένου ακινήτου, του οποίου έγινε κύριος ο εναγόμενος με ορισμένο νομικό τρόπο.
Ακόμα, όπως σε κάθε αγωγή, έτσι και στην προκειμένη (αρνητική) αγωγή, ο εναγόμενος έχει τη δυνατότητα να προβάλλει μόνο άρνηση (απλή ή αιτιολογημένη) της ιστορικής βάσης αυτής. Η διάκριση μεταξύ αιτιολογημένης άρνησης και ένστασης έχει ιδιαίτερη σημασία ως προς το βάρος της απόδειξης, καθόσον στην αιτιολογημένη άρνηση ο ενάγων υπέχει το βάρος της απόδειξης των θεμελιωτικών της ιστορικής βάσης της αγωγής πραγματικών περιστατικών, ενώ στην ένσταση ο εναγόμενος βαρύνεται με την απόδειξη των νέων γεγονότων που θεμελιώνουν την ένστασή του.
Ο ενάγων υπέχει το βάρος ν' αρνηθεί τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν μια ένσταση, όχι και τα γεγονότα που στηρίζουν την αιτιολογία άρνησης της αγωγής του. Εξάλλου στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του όρθρου 1108ΑΚ αρνητική αγωγή μπορεί να σωρευθεί και αναγνωριστική αγωγή κυριότητας (ΑΠ1633/2009).Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 281, 1118, 1119, 1120, 1124, 1125 και 1136 ΑΚ προκύπτει, ότι η πραγματική δουλεία, όπως είναι η δουλεία διόδου, αποσβήνεται, αν η άσκησή της καταστεί απολύτως και διαρκώς αδύνατη από λόγους πραγματικούς ή νομικούς.
Τέτοια αδυναμία υπάρχει και όταν έπαυσε η παροχή ωφέλειας ή χρησιμότητας από το δουλεύον ακίνητο υπέρ του δεσπόζοντος, γιατί το τελευταίο απέκτησε αυτάρκεια, όταν, δηλαδή, η άσκηση της δουλείας καθίσταται περιττή και μάταιη. Έτσι, αν μετά τη σύσταση πραγματικής δουλείας διόδου, το δεσπόζον ακίνητο εξυπηρετείται κατά τον ίδιο τρόπο και κατά το ίδιο μέτρο από άλλη οδό, παύει ο λόγος ύπαρξης της δουλείας, γιατί η τελευταία δεν παρέχει πλέον χρησιμότητα και δεν υπάρχει ανάγκη του δεσπόζοντος, αφού αυτό έχει αποκτήσει αυτάρκεια.
Πρέπει, δηλαδή, η αυτάρκεια του δεσπόζοντος να περιλαμβάνει ολόκληρο το περιεχόμενο του δικαιώματος της δουλείας, γιατί, αν περιλαμβάνει μέρος εκείνου, η δουλεία, κατ" εφαρμογή της αρχής του αδιαιρέτου των δουλειών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1122, 1130, 1131 και 1138 ΑΚ, διατηρείται ακέραιη (ΑΠ 1701/2018, 1839/2014).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Συνακόλουθα, η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 παρ 1 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013).
Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559ΚΠοΛΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικό "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξάλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).
Συνακόλουθα, η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού ,δηλαδή, από τις παραδοχές της απόφασης τ ου δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ319/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου προκύπτει ότι το Εφετείο, μετ'ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι είναι ιδιοκτήτες όμορων ακινήτων που βρίσκονται εντός του οικισμού ... της Τοπικής Κοινότητας ...
της Δημοτικής Ενότητας Θηβών του Δήμου Θηβαίων. Οι ιδιοκτησίες των διαδίκων συνίστανται σε συνεχόμενα οικόπεδα μετά των επ' αυτών παλαιών και νέων κτισμάτων (οικιών και αποθηκών), τα οποία προέρχονται από την άτυπη διανομή ενός μείζονος ακινήτου (αγροτεμάχιο), ιδιοκτησίας του απώτατου δικαιοπαρόχου τους Ι.
Μ., που έλαβε χώρα περί τις αρχές του 20ου αιώνα και συγκεκριμένα, περί το έτος 1900, το οποίο (μείζον ακίνητο) είχε συνολική έκταση 3500τμ περίπου και συνόρευε γύρωθεν ,βόρεια ,δυτικά και ανατολικά με ιδιοκτησίες τρίτων , και νότια με αγροτικό δρόμο νυν κοινοτικό δρόμο ...-.... Το μέιζον αυτό ακίνητο ο ανωτέρω απώτατος δικαιοπάροχος των διαδίκων διένειμε άτυπα στα τρία τέκνα του Γ. ,Β.
και Θ. ,εκ των οποίων ο Γ. είναι απώτερος δικαιοπάροχος των εναγομένων- εκκαλούντων και οι Β. και Θ. είναι απώτεροι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος - εφεσίβλητου, δίνοντας στον καθένα από τους ανωτέρω τρία άνισα, συνεχόμενα εδαφικά τμήματα, οριοθετούμενα αφενός ως προς την πρόσοψή τους, παράλληλα προς τον παραπάνω, νοτίως κείμενο του όλου ακινήτου, δρόμο, αφετέρου, ως προς την όλη έκτασή τους, από δυτικά προς ανατολικά, συνορευόμενα με τις εκεί ιδιοκτησίες τρίτων.
Έκαστος των προαναφερομένων απώτερων δικαιοπαρόχων των διαδίκων έλαβε από τον απώτατο δικαιοπάροχο αυτών τα ακόλουθα εδαφικά τμήματα : α) ο Θ. Μ., τμήμα του ακινήτου που συνόρευε νότια με τον ανωτέρω δρόμο και νυν διανοιγμένη κοινοτική οδό, ανατολικά και δυτικά με ιδιοκτησίες τρίτων και βόρεια με το ακίνητο που διανεμήθηκε στον Β.
Μ., ) Β. Μ., τμήμα ακινήτου που συνόρευε ανατολικά και δυτικά με ιδιοκτησίες τρίτων και νότια και βόρεια με τα ακίνητα που έλαβαν εκ της ως άνω διανομής οι Θ.ς και Γ. Μ., αντίστοιχα και γ) Γ. Μ., τμήμα ακινήτου, κείμενο στο βορειότερο σημείο της μείζονος εδαφικής εκτάσεως, συνορευόμενο ανατολικά και δυτικά με ιδιοκτησίες τρίτων, νότια με το ακίνητο που έλαβε εκ της ως άνω διανομής ο Β.
Μ. και βόρεια με ιδιοκτησία τρίτου. Στο βορειότερο αυτό τμήμα υπήρχε κατά τον ως άνω χρόνο της διανομής και η παλαιά οικία του απώτατου δικαιοπαρόχου των διαδίκων Ι. Μ.. Ακολούθως, ο Β. Μ., το έτος 1944, παραχώρησε το ως άνω εδαφικό τμήμα ιδιοκτησίας του, που έλαβε από τη διανομή, στον αδελφό του Θ. Μ., με συνέπεια ο τελευταίος να καταστεί ιδιοκτήτης δύο συνεχόμενων παράλληλων ακινήτων, τα οποία εξ αρχής αλλά και κατά το πέρας των ετών κατέστησαν ένα ενιαίο ακίνητο, συνορευόμενο βόρεια με το ακίνητο που έλαβε εκ της ανωτέρω διανομής ο Γ.
Μ., δυτικά με ιδιοκτησία τρίτων, νότια με τον προαναφερόμενο δρόμο και νυν κοινοτική οδό και ανατολικά με ιδιοκτησία τρίτων. Στην συνέχεια το μεν ανωτέρω όλο ακίνητο του Θ. Μ. περιήλθε, μετά τον θάνατο του και λόγω εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής, στον υιό του Π., ο οποίος είναι ένας εκ των άμεσων δικαιοπαρόχων του ενάγοντος- εφεσίβλητου, το δε παραπάνω ακίνητο του Γ.
Μ. περιήλθε, μετά το θάνατο του και λόγω εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής, στα τέκνα του Μ. Μ., άμεσο δικαιοπάροχο των δεύτερης έως πέμπτης των εναγομένων - εκκαλούντων, και Δ. Μ., ο οποίος είναι ένας εκ των άμεσων δικαιοπαρόχων του πρώτου εναγομένου - εκκαλούντος. Το τελευταίο αυτό ακίνητο που περιήλθε στους Μ.
και Δ. Μ., εν τοις πράγμασι διαιρέθηκε σε δύο διακριτά ακίνητα (οικόπεδα), καθόσον έκαστος των ανωτέρω ιδιοκτητών έκτισε την οικία και τους βοηθητικούς και αποθηκευτικούς χώρους του σε διαφορετικά σημεία. Τα ανωτέρω πραγματικό περιστατικά περί της υπάρξεως του κοινού απώτατου δικαιοπαρόχου Ι. Μ., ως και του ενιαίου μείζονος ακινήτου αυτού, της ως άνω άτυπης διανομής μεταξύ των τέκνων αυτού και απώτερων δικαιοπαρόχων των διαδίκων, Θ., Γ.
και Β. Μ., της παραχώρησης του μεριδίου του Β. Μ. στον αδελφό του Θ., ως και της υπεισέλευσης των άμεσων δικαιοπαρόχων των διαδίκων, Π. Μ. του Θ., Μ. και Δ. Μ. του Γ., λόγω κληρονομικής διαδοχής, στα ως άνω ακίνητα, αποδεικνύονται από τους συνομολογούμενους εκατέρωθεν ισχυρισμούς των διαδίκων, με μόνη διαφοροποίηση, όσον αφορά το πρόσωπο που διενήργησε την ανωτέρω άτυπη διανομή, καθώς και το διακριτό ή μη των δύο ακινήτων των κληρονόμων του Γ.
Μ. του Ι. Ειδικότερα, ο ενάγων και ήδη εκκαλών ισχυρίζεται ως προς τα δύο αυτά ζητήματα, αφενός μεν ότι η ως άνω άτυπη διανομή διενεργήθηκε από τα προαναφερόμενα τρία τέκνα του αρχικού απώτατου δικαιοπαρόχου Ι. Μ. (Θ., Β., Γ.) κι όχι από αυτόν τον ίδιο, αφετέρου δε ότι το εδαφικό τμήμα που περιήλθε από τη διανομή αυτή στον Γ.
Μ. και στη συνέχεια στα τέκνα αυτού Δ. και Μ. Μ., αποτελούσε ένα ενιαίο ακίνητο, συνεχίζει δε να αποτελεί ένα ενιαίο ακίνητο και σήμερα μετά την υπεισέλευση των κληρονόμων των τελευταίων και ήδη αντιδίκων του, χωρίς να είναι δυνατόν να διακριθούν ξεχωριστές ιδιοκτησίες αυτών. Εκ των ανωτέρω ισχυρισμών, ο μεν πρώτος ουδεμία έννομη συνέπεια επάγεται ενόψει της μη αμφισβήτησης από τον ενάγοντα - εφεσίβλητο του χρόνου της διανομής, ως και της ταυτότητας των εξ αυτής εδαφικών τμημάτων που περιήλθαν στους απώτερους και άμεσους δικαιοπαρόχους των διαδίκων, ο δε δεύτερος, πέραν του ότι δεν συνδέεται με κάποια έννομη συνέπεια και ακολούθως με κάποιο εκ των αγωγικών αιτημάτων, αποδεικνύεται αβάσιμος κατ' ουσίαν, καθόσον, τόσο από τους μάρτυρες όλων των διαδίκων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αλλά και εκείνων που έδωσαν ένορκες βεβαιώσεις, όσο και από όλα τα τοπογραφικά διαγράμματα που οι διάδικοι προσκομίζουν μετ' επικλήσεως, τα οποία συντάχθηκαν κατ' εντολή και με υπόδειξη των ορίων από αυτούς, αποδεικνύεται ότι έχει από ετών διαμορφωθεί η ως άνω πραγματική κατάσταση του διαχωρισμού του ακινήτου που έλαβε ο Γ.
Μ. του Ι. σε δύο διακριτά ακίνητα, ασχέτως του εάν αυτό είναι ή όχι άρτια ή/και οικοδομήσιμα. Συγκεκριμένα, 1) εκ του προσκομιζομένου μετ' επικλήσεως από τον ενάγοντα - εφεσίβλητο, από μήνα Μάιο 2014, τοπογραφικού διαγράμματος του τοπογράφου μηχανικού Ν. Α., προκύπτει η ως άνω πραγματική κατάσταση καθόσον, το μεν ακίνητο του ενάγοντα - εφεσίβλητου αποτυπώνεται υπό τα στοιχεία ... - ...
και εμφαίνεται συνορευόμενο δυτικά με ιδιοκτησία Λ. Μ., βόρεια με ιδιοκτησία των άμεσων δικαιοπαρόχων των αντιδίκων του και νυν αυτών των τελευταίων, εμφαινόμενη με τα στοιχεία ..., όπου ναι μεν αυτή εμφανίζεται ως ενιαία πλην όμως αποτυπώνονται εντός αυτής τα υπάρχοντα παλαιά κτίσματα και δη μία παλαιά ισόγεια οικία κείμενη δυτικά του όλου ακινήτου, δύο ισόγειες κατοικίες, εκ των οποίων η μία αναγράφεται ως ιδιοκτησία του πρώτου εναγόμενου - εκκαλούντα και η δεύτερη ως ιδιοκτησία του τρίτου εναγόμενου - εκκαλούντα, κείμενες η μία δίπλα στην άλλη στην βορειοανατολική πλευρά του ακινήτου και μία παλαιό ισόγεια αποθήκη κείμενη στη νοτιοανατολική πλευρά του ακινήτου, ανατολικό με ιδιοκτησία Ν.
Κ. και νότια με διανοιγμένο κοινοτικό δρόμο, 2) εκ των προσκομιζομένων μετ' επικλήσεως από τους εναγόμενους - εκκαλούντες, από μήνες Μάιο του 2016 και Ιανουάριο του 2017, τοπογραφικών διαγραμμάτων του πολιτικού μηχανικού Π. Σ., προκύπτει ομοίως η παραπάνω πραγματική κατάσταση, με τη μόνη διαφοροποίηση ότι, καθ' υπόδειξη των εντολέων του συντάκτη ιδιοκτητών αποτυπώνονται:
Α) οι διακριτές ιδιοκτησίες αυτών και συγκεκριμένα, α) η μεν ιδιοκτησία των δεύτερης έως πέμπτης των εναγομένων - εκκαλούντων, με τα στοιχεία ... και διαχωριζόμενη περαιτέρω σε δύο μικρότερες ιδιοκτησίες υπό στοιχεία δ1 και δ2, ζήτημα για το οποίο γίνεται λόγος αναλυτικά κατωτέρω, συνορευόμενη δυτικά με ιδιοκτησία Γ.
Μ. (τρίτου), ανατολικό με ιδιοκτησία Ν. Κ., βόρεια με την ιδιοκτησία του πρώτου εναγόμενου - εκκαλούντος και νότια με την προπεριγραφόμενη ιδιοκτησία του ενάγοντος - εφεσίβλητου β) η δε ιδιοκτησία του πρώτου εναγόμενου - εκκαλούντος, με τα στοιχεία ..., προσδιοριζόμενη ειδικότερα υπό στοιχείο ε και συνορευόμενη δυτικά εν μέρει με ιδιοκτησία Γ.
Μ. (τρίτου) και εν μέρει με ιδιοκτησία Δ. Π., ανατολικά με ιδιοκτησία Ν. Κ., βόρεια με άλλη ιδιοκτησία του ίδιου εναγόμενου - εκκαλούντος και νότια με την προπεριγραφόμενη ιδιοκτησία των δεύτερης έως πέμπτης των εναγόμενων - εκκαλούντων και Β) έτερη ιδιοκτησία του πρώτου εναγομένου - εκκαλούντος, με τα στοιχεία ..., κείμενη στη βόρεια πλευρά του μείζονος, προ της ως άνω άτυπης διανομής, ακινήτου, την οποία απέκτησε μετά τη διανομή και συγκεκριμένα, το έτος ...
ο παραπάνω άμεσος δικαιοπάροχος του πρώτου εναγόμενου- εκκαλούντος Δ. Μ., με αγορά από τους αρχικούς ιδιοκτήτες, δυνάμει του υπ' αριθ. .../9-10-... συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Θηβών Δ. Σ., το οποίο έχει μεταγράφει νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Θηβών στον τόμο … και υπ' αύξοντα αριθμό ..., προσδιοριζόμενη ειδικότερα υπό στοιχείο ζ και συνορευόμενη δυτικά εν μέρει με τις ιδιοκτησίες των Γ.
Μ. (τρίτου) και Δ. Π., νότια με την αμέσως παραπάνω ιδιοκτησία του ίδιου εναγόμενου - εκκαλούντος, ανατολικά με ιδιοκτησία Ν. Κ. και βόρεια με κοινοτικό δρόμο. Περί των ανωτέρω σαφής και πειστική είναι ιδίως η κατάθεση των μαρτύρων των εναγομένων -εκκαλούντων Ν. Μ. και Δ. Τ., που έδωσαν τις υπ'αριθ .../10-3-2015 και .../2-5-2017 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Συμβολαιογράφου Θηβών Α.
Π.- Κ. και οι οποίοι έχουν ιδία γνώση, καθόσον είναι από ετών όμοροι με τους διαδίκους ιδιοκτήτες ακινήτων, επιπλέον δε ο πρώτος εξ αυτών είναι εγγονός του ενός εκ των απωτέρων δικαιοπαρόχων του ενάγοντος -εκκαλούντος και δη του Β. Μ.. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι διάδικοι κατέστησαν κύριοι των ανωτέρω ακινήτων συνδυαστικό τόσο με παραγωγό τρόπο και συγκεκριμένα, εν μέρει λόγω εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής από τους προαναφερόμενους άμεσους δικαιοπαρόχους τους και εν μέρει λόγω δωρεάς εν ζωή από τους λοιπούς συγκληρονόμους των τελευταίων, όσον και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον νέμονται αυτά με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, συνεχώς και αδιαλείπτως, από τους χρόνους του θανάτου των άμεσων δικαιοπαρόχων τους και της προς αυτούς δωρεάς των ποσοστών εξ αδιαιρέτου κυριότητας των συγκληρονόμων τους, ασκώντας επ' αυτών όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση των ακινήτων πράξεις νομής.
Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι οι διάδικοι έχουν κτίσει επί των ακινήτων αυτών τις οικίες τους, έχουν ανακαινίσει τα υπάρχοντα παλαιά κτίσματα (οικίες και αποθήκες), χρησιμοποιώντας τα ως κύριες κατοικίες και αποθηκευτικούς χώρους των γεωργικών μηχανημάτων τους και των αγροτικών προϊόντων τους, όπως τα ανωτέρω εκατέρωθεν συνομολογούνται από αυτούς, οι οποίοι, άλλωστε, δεν αμφισβητούν την κυριότητα των άμεσων και απώτερων δικαιοπαρόχων τους, παρεκτός της επίμαχης αντιδικίας τους για τμήμα εδαφικής εκτάσεως για την οποία γίνεται λόγος κατωτέρω.
Ειδικότερα, όσον αφορά στους τίτλους κτήσης κυριότητας που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, αποδείχθηκε ότι αυτοί έχουν αποκτήσει την κυριότητα επί των προπεριγραφόμενων ακινήτων τους, ως ακολούθως : Α) ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος, α) κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, από κληρονομιά του αποβιώσαντος στις 27/12/1976 χωρίς να αφήσει διαθήκη πατέρα του Π.
Μ., την οποία αποδέχθηκε δυνάμει της υπ' αριθ. .../22-3-1985 δήλωσης ενώπιον της Συμβολαιογράφου Θηβών Κ. συζ. Σ. Μ. το γένος Ε. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Θηβών στις 26/3/1985 στον Τόμο … υπ' αύξοντα αριθμό … και β) κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του υπ' αριθ. .../22-3-1985 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Θηβών .στις 26/3/1985 στον Τόμο … υπ' αύξοντα αριθμό …, εκ μέρους των λοιπών συγκληρονόμων του πατέρα του Π.
Μ. (συζύγου και λοιπών δύο τέκνων αυτού), οι οποίοι απέκτησαν το ποσοστό αυτό λόγω εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής από τον τελευταίο, αποδεχόμενοι την κληρονομιά του ομοίως με την προαναφερόμενη συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής κληρονομιάς, με την οποία αποδέχθηκε το δικό του ποσοστό ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος Κ.
Μ., Β) ο πρώτος εναγόμενος και ήδη εκκαλών, Α. Μ. α) κατά ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου, από κληρονομιά του αποβιώσαντος στις 12/5/1970 χωρίς να αφήσει διαθήκη πατέρα του Δ. Μ., την οποία αποδέχθηκε στις 7/9/1984, ομού μετά των τριών αδελφών του (Ι., Γ. και Ε.), δυνάμει της υπ' αριθ. .../1984 δήλωσης ενώπιον της Συμβολαιογράφου Θηβών Α.
συζ. Δ. Κ., το γένος Π. Γ., που μεταγράφηκε νόμιμα στις 3/10/1984 στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θηβών στον Τόμο … υπ' αύξοντα αριθμό …, β) κατά ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά της αποβιωσάσης στις 23/5/1984 χωρίς να αφήσει διαθήκη μητέρας του Π. χας Δ. Μ. το γένος Α. και Ξ. Κ., την οποία (κληρονομιά) αποδέχθηκε στις 7/9/1984, ομού μετά των τριών αδελφών του (Ι., Γ.
και Ε.), δυνάμει της υπ' αριθ. .../1984 δήλωσης ενώπιον της Συμβολαιογράφου Θηβών Α. συζ. Δ. Κ., το γένος Π. Γ., που μεταγράφηκε νόμιμα στις 3/10/1984 στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θηβών στον Τόμο … υπ' αύξοντα αριθμό … και γ) κατά ποσοστό 9/16 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του υπ' αριθ. .../7-9-1984 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή της αυτής ως άνω Συμβολαιογράφου Θηβών, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Θηβών στις 12/11/1984 στον Τόμο … υπ' αύξοντα αριθμό …, εκ μέρους των λοιπών συγκληρονόμων των γονέων του (τριών προαναφερόμενων αδελφών του) και Γ) οι δεύτερη έως πέμπτη εναγόμενοι - εκκαλούντες, Ό.
συζ. Μ. Μ., Γ., Α. και Ε. Μ. της Ό. και του Μ., κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου έκαστος, από κληρονομιά του αποβιώσαντος, χωρίς να αφήσει διαθήκη, στις 26/9/1982, συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών, την οποία αυτοί αποδέχθηκαν δυνάμει της υπ' αριθ. .../28-11-1986 δηλώσεώς τους ενώπιον της Συμβολαιογράφου Θηβών Χ. συζ. Κ.
Κ., που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θηβών, στις 3/12/1986, στον Τόμο … υπ' αύξοντα αριθμό …. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι, επειδή κατά τον ως άνω τρόπο διανομής της αρχικής ενιαίας εδαφικής εκτάσεως του όλου ακινήτου από τον απώτατο δικαιοπάροχο των διαδίκων Ι. Μ., τα εδαφικά τμήματα που έλαβαν οι Β.
και Γ. Μ. (απώτεροι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος - εφεσίβλητου και των εναγομένων - εκκαλούντων, αντίστοιχα) ήταν περίκλειστα, άνευ προσόψεως ή άλλης διεξόδου σε δρόμο, αφέθηκε, αρχικά μεν από τον προαναφερόμενο απώτατο κοινό δικαιοπάροχο, εν συνεχεία δε από όλους τους παραπάνω απώτερους και άμεσους δικαιοπαρόχους των διαδίκων, αλλά και από αυτούς τους τελευταίους, ένας δρόμος, μεταβλητού πλάτους, ο οποίος εκκινούσε από τη νότια πλευρά του μείζονος ακινήτου, διέσχιζε σχεδόν κάθετα όλες τις παραπάνω ιδιοκτησίες των απώτερων και άμεσων δικαιοπαρόχων των διαδίκων, χωρίζοντας αυτές σε δύο τμήματα και κατέληγε στη βόρεια πλευρά του όλου ακινήτου, όπου βρισκόταν αρχικά και η οικία του κοινού απώτατου δικαιοπαρόχου όλων.
Το σημείο αυτό, στο οποίο κατέληγε ο παραπάνω δρόμος, οριοθετείται στη νοητή γραμμή που ενώνει τα σημεία υπό στοιχεία ... στο προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως από τον ενάγοντα - εφεσίβλητο, από μήνα Μάιο 2014, τοπογραφικό διάγραμμα του Ν. Α. και τα σημεία υπό στοιχεία ... στα δύο προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως από τους εναγόμενους - εκκαλούντες, από μήνες Μάιο 2016 και Ιανουάριο 2017, τοπογραφικά διαγράμματα του Π.
Σ., στα οποία αποτυπώνονται οι ιδιοκτησίες όλων των διαδίκων και η ιδιοκτησία του πρώτου εναγόμενου - εκκαλούντος, αντίστοιχα. Πάνω και βορείως από το σημείο αυτό άρχεται η έτερη ιδιοκτησία του πρώτου εναγόμενου - εκκαλούντος, που αποκτήθηκε με αγορά από τον άμεσο δικαιοπάροχο του δυνάμει του προαναφερόμενου υπ' αριθ. .../9-10-...
συμβολαίου και αναφέρεται στα αμέσως προαναφερόμενα τοπογραφικά διαγράμματα του Π. Σ. με στοιχείο ζ'. Τμήμα του δρόμου αυτού, σύμφωνα με την υπάρχουσα κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης πραγματική κατάσταση, εμφαίνεται: α) στο προαναφερόμενο τοπογραφικά διάγραμμα του Ν. Α., υπό στοιχεία ... - α, εμβαδού 136,72 τμ και β) στα προαναφερόμενα τοπογραφικά διαγράμματα του Π.
Σ., υπό στοιχεία ...,εμβαδού 166,52 τμ. Στα ίδια τοπογραφικά διαγράμματα αποτυπώνονται οι επιμέρους διακριτές και διαχωριζόμενες η καθεμία σε δύο μερικότερα τμήματα ιδιοκτησίες των διαδίκων, όπως αυτές διαμορφώθηκαν, κατά τα όρια και την έκταση τους, από την προαναφερόμενη αρχική άτυπη διανομή του απώτατου δικαιοπαρόχου Ι.
Μ. έως το χρόνο συζήτησής της υπόθεσης, σύμφωνα με τις υλικές ενέργειες στις οποίες διάδικοι και οι προαναφερόμενοι - άμεσοι και απώτεροι -δικαιοπάροχοι τους προέβησαν. Ειδικότερα, 1) στο προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως από τον ενάγοντα - εφεσίβλητο, από μήνα Μάιο 2014,τοπογραφικό διάγραμμα του Ν. Α. αποτυπώνονται α) η ιδιοκτησία του ενάγοντος- εφεσίβλητου με τα στοιχεία ..., συνορευόμενη δυτικό με ιδιοκτησία Λ.
Μ., ανατολικά με ιδιοκτησία Ν. Κ., βόρεια με ιδιοκτησία των δεύτερης έως πέμπτης των εναγομένων και νότια με τον διανοιγμένο κοινοτικό δρόμο και διαχωριζόμενη σαφώς εν τοις πράγμασι από δρόμο που εκκινεί από τη νότια πλευρά του ακινήτου και αποτυπώνεται στο τοπογραφικό με τα προαναφερόμενα στοιχεία, β) τα υπάρχοντα σε αυτή κτίσματα και δέντρα (ελαιόδενδρα), εκτεινόμενα εκατέρωθεν του ως άνω δρόμου που διέρχεται του ακινήτου, κατά μήκος των ανατολικών και δυτικών ορίων του, γ) τα δύο τμήματα στα οποία διαχωρίζεται το ως άνω ακίνητο λόγω της διέλευσης του δρόμου και συγκεκριμένα, ένα τμήμα οριοθετούμενο κατά μήκος του δυτικού ορίου αυτού, με στοιχεία ...
και ένα τμήμα οριοθετούμενο κατά μήκος του ανατολικού ορίου του δρόμου, με στοιχεία ..., δ) οι ιδιοκτησίες των εναγόμενων - εκκαλούντων, με τα στοιχεία ..., εμφανιζόμενες ως μία ενιαία ιδιοκτησία, χωρίς, ωστόσο, τούτο να απεικονίζει τη διαμορφωμένη και υπάρχουσα πραγματική κατάσταση, ως προεκτέθηκε, καθόσον μάλιστα στο εν λόγω τοπογραφικό αποτυπώνονται εντός αυτής διαφορετικά κτίσματα των εναγομένων - εκκαλούντων, ενώ επιπροσθέτως, από τη διάταξη των κτισμάτων αυτών, προκύπτει και διακρίνεται η νοητή συνέχιση του παραπάνω δρόμου εντός των ακινήτων τους, φθάνοντας μέχρι τη νοητή γραμμή μεταξύ των σημείων ..., 2) στο προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως από τους εναγόμενους - εκκαλούντες, από μήνα Μάιο 2016 τοπογραφικό διάγραμμα του Π.
Σ., αποτυπώνονται: α) η ιδιοκτησία του ενάγοντος - εφεσίβλητου, υπό τα στοιχεία α1 και γ', διαχωριζόμενη από τον ως άνω δρόμο, που εμφαίνεται με το στοιχείο β1, με τα αυτά ως άνω όρια που περιγράφονται και στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα του Ν. Α., β) η ιδιοκτησία των δεύτερης έως πέμπτης των εναγόμενων - εκκαλούντων, υπό τα στοιχεία δ1 και δ2, ομοίως διαχωριζόμενη από τον ως άνω δρόμο και γ) η ιδιοκτησία του πρώτου εναγόμενου - εκκαλούντος, υπό το στοιχείο ε', όπου από την 'αποτυπωμένη διάταξη των επί του εδάφους κείμενων κτισμάτων και δένδρων προκύπτει ότι ο δρόμος αυτός διαχωρίζει σε δύο τμήματα την ιδιοκτησία αυτή και φθάνει μέχρι τη βόρεια πλευρά της που οριοθετείται από τα σημεία ..., μετά την οποία άρχεται η προαναφερόμενη έτερη ιδιοκτησία του ανωτέρω εναγόμενου - εκκαλούντος, μη περιληφθείσα στο μείζον ακίνητο που αρχικώς διανεμήθηκε περί τις αρχές του 20ου αιώνα και δη το έτος 1900 από τον κοινό απώτατο δικαιοπάροχο Ι.
Μ.. Ο ενάγων - εφεσίβλητος, με την αγωγή του, διατείνεται ότι η παραπάνω εδαφική έκταση, όπως οριοθετείται και στην έκταση που αυτή αποτυπώνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του Ν. Α., ανήκει στην ιδιοκτησία του, αποτελούσα ένα ενιαίο οικόπεδο με αυτή συνολικής εκτάσεως, κατά τους μεν επικαλούμενους από αυτόν τίτλους κτήσεως 1.401,52 τμ, κατά δε νεότερη μέτρηση 1.464 τμ, καθώς και ότι οι εναγόμενοι διαταράσσουν την κυριότητά του διερχόμενοι αυθαίρετα, πεζή ή εποχούμενοι, μέσω της προπεριγραφόμενης εδαφικής λωρίδας, επί της οποίας ουδέν εμπράγματο δικαίωμα κυριότητας ή δουλείας διόδου έχουν, καθόσον, κατά τους ισχυρισμούς του, η ως άνω χρήση της επίμαχης εδαφικής λωρίδας από αυτούς γίνεται με την ανοχή του ίδιου και στα πλαίσια της συγγενικής σχέσης και της γειτονίας των διαδίκων.
Επίσης, ο ενάγων - εφεσίβλητος ισχυρίζεται ότι, σε κάθε περίπτωση, η ιδιοκτησία των αντιδίκων του, η οποία είναι ενιαία, εξυπηρετείται από τον διανοιγμένο κοινοτικό δρόμο που υφίσταται στη βόρεια πλευρά της όπου έχει πρόσοψη το ακίνητο επί τεθλασμένης γραμμής συνολικού μήκους 33,20 μ. Οι παραπάνω ισχυρισμοί του ενάγοντος - εκκαλούντος είναι αβάσιμοι κατ' ουσίαν.
Τούτο διότι, από το σύνολο των αποδείξεων δεν αποδείχθηκε ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα ανήκει στην κυριότητα είτε κάποιου εκ των διαδίκων είτε των άμεσων και απώτερων δικαιοπαρόχων τους. Ειδικότερα, από όλα τα προαναφερόμενα τοπογραφικά διαγράμματα, ως και από όλες τις φωτογραφίες, που μετ' επικλήσεως προσκομίζουν οι διάδικοι, προκύπτει η από ετών διαμορφωμένη και ήδη υπάρχουσα κατά τον χρόνο συζήτησης της υπόθεσης, πραγματική κατάσταση των προπεριγραφόμενων ιδιοκτησιών των διαδίκων, οι οποίες όλες διαχωρίζονται σε δύο τμήματα λόγω της ύπαρξης σχηματισμένης διελεύσεως από τον ως άνω δρόμο.
Επίσης, από τα ανωτέρω έγγραφά προκύπτει ότι όλοι οι διάδικοι και πριν από αυτούς, οι προαναφερόμενοι αποθήκες τους εκατέρωθεν και κατά μήκος των ανατολικών και δυτικών ορίων του δρόμου αυτού, έχοντας διαμορφώσει τις προσόψεις, εισόδους και εξώστες αυτών παράλληλα προς τα όρια αυτά. Ομοίως, επί των ίδιων ορίων κείτονται τα υπάρχοντα στις ιδιοκτησίες του ενάγοντα - εφεσίβλητου ελαιόδενδρα.
Επιπροσθέτως, στις προσκομιζόμενες φωτογραφίες εμφαίνεται ότι ο δρόμος αυτός είναι σχηματισμένος και διαμορφωμένος από ετών, εκκινείται από τη νότια πλευρό των ως άνω ιδιοκτησιών του ενάγοντος - εφεσίβλητου, που εφάπτεται με τον διανοιγμένο κοινοτικό δρόμο ... - ... και καταλήγει στη βόρεια πλευρά του εμφαινόμενου στο τοπογραφικό διάγραμμα του Π.
Σ. υπό στοιχείο ε' ακινήτου του πρώτου εναγόμενου- εκκαλούντος, ενώ εξ όλων των προαναφερομένων τοπογραφικών διαγραμμάτων των διαδίκων προκύπτει ότι στο ως άνω σημείο εκκίνησής του ο δρόμος αυτός έχει πλάτος περίπου 4,5 μέτρα. Ακόμη, από τις ίδιες φωτογραφίες προκύπτει ότι ο ενάγων - εφεσίβλητος έχει από ετών, πλέον των τριάντα, οριοθετήσει την ευρισκόμενη στη βορειοδυτική πλευρά του δυτικού τμήματος της ιδιοκτησίας του οικία του με περίφραξη, η αυλόπορτα της οποίας έχει πρόσοψη τον παραπάνω δρόμο, ενώ έχει φυτέψει και έναν φοίνικα ακριβώς στο όριο αυτού.
Ομοίως, από τις ίδιες φωτογραφίες προκύπτει ότι η ευρισκόμενη στη βορειοανατολική πλευρά του ανατολικού τμήματος της ιδιοκτησίας του ισόγεια αποθήκη, έχει πρόσοψη επί του δρόμου αυτού. Από τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκύπτει ότι ο ανωτέρω δρόμος, υπήρχε από ετών και συγκεκριμένα, από το χρόνο της αρχικής διανομής του όλου ακινήτου από τον απώτατο κοινό δικαιοπάροχο των διαδίκων Ι.
Μ., οριοθετούμενος ως ανωτέρω περιγράφεται, προκειμένου να εξυπηρετεί τις διανεμηθείσες στα τέκνα του ανωτέρω και απώτερους δικαιοπαρόχους των διαδίκων, Γ. και Β., περίκλειστες ιδιοκτησίες τους καθόσον, όπως προαναφέρεται, αρχικά το όλο ακίνητο, εκ του οποίου προήλθαν οι ιδιοκτησίες των διαδίκων, συνόρευε βορείως με ιδιοκτησία τρίτων.
Επίσης, αποδείχθηκε ότι, από τον ανωτέρω χρόνο της αρχικής άτυπης διανομής έως και τον χρόνο συζήτησης της αγωγής, η ως άνω πραγματική κατάσταση ουδόλως διαφοροποιήθηκε, καθόσον μάλιστα ουδείς εκ των προαναφερομένων, άμεσων και απώτερων, δικαιοπαρόχων των διαδίκων αμφισβήτησε αυτή, προβάλλοντας οποιοδήποτε εμπράγματο δικαίωμα επί του ανωτέρω επιδίκου εδαφικού τμήματος.
Άλλωστε, εάν ο ενάγων - εφεσίβλητος ή οι άμεσοι και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του είχαν δικαίωμα κυριότητας επί του ως άνω εδαφικού τμήματος, αυτός δεν θα είχε διαμορφώσει την ως άνω πραγματική κατάσταση της οικίας του, αλλά και της απέναντι κείμενης αποθήκης του, κτίσματα τα οποία, όπως προεκτέθηκε, αμφότερα έχουν πρόσοψη στην εδαφική αυτή έκταση.
Ακόμη δε και υπό την εκδοχή ότι ο ενάγων - εφεσίβλητος βρήκε ήδη διαμορφωμένη την κατάσταση αυτή, εάν πράγματι είχε κυριότητα επί του επιδίκου, οπωσδήποτε θα είχε επιδιώξει την ανατροπή της αρκετά χρόνια πριν από την άσκηση της αγωγής του, καθόσον διαμένει στην παραπάνω οικία του την οποία χρησιμοποιεί ως οικογενειακή στέγη, αποθηκεύει αγροτικά προϊόντα στην αποθήκη του και συλλέγει τον καρπό των ελαιοδέντρων.
Εξάλλου, ειδικά όσον αφορά στην ιδιοκτησία των δεύτερης έως πέμπτης των εναγομένων - εκκαλούντων, αποδείχθηκε ότι μέχρι και σήμερα αυτή επικοινωνεί με τον κοινοτικό δρόμο μέσω του επίδικου δρόμου, γεγονός εκ του οποίου συνάγεται, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι η ως άνω εδαφική λωρίδα πράγματι έχει αφεθεί στην κοινή χρήση των ανωτέρω όμορων ιδιοκτησιών ήδη από το χρόνο που αυτές ανήκαν στους προαναφερόμενους άμεσους και απώτερους δικαιοπαρόχους των διαδίκων.
Επισημαίνεται ότι πλέον, σύμφωνα με την υπάρχουσα κατάσταση κατά τον χρόνο συζήτησης της υπόθεσης, το ως άνω όλο ακίνητο του πρώτου εναγομένου - εκκαλούντος ,όπως εμφαίνεται με τα στοιχεία ε και ζ στο από μήνα Μάιο 2016 τοπογραφικό διάγραμμα του Π. Σ., επικοινωνεί με διανοιγμένο κοινοτικό δρόμο που εκτείνεται κατά μήκος της βόρειας πλευράς του, επί της οποίας δεν αποτυπώνεται φυσικό ή τεχνητό εμπόδιο πρόσβασης στην οδό αυτή.
Αντίθετη κρίση του Δικαστηρίου δεν μπορεί να συναχθεί από την ερμηνεία της προσκομιζόμενης μετ' επικλήσεως αεροφωτογραφίας των παραπάνω ακινήτων της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού του έτους ..., στην οποία προέβη ο εξετασθείς ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου τοπογράφος μηχ/κός Ν. Α., που συνέταξε τα προαναφερόμενα τοπογραφικά διαγράμματα και την από 5/5/2017 τεχνική έκθεση, ο οποίος σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε απάντησε ότι το έτος ...
δεν εμφαίνεται σχηματισμένη διέλευση, καθόσον αυτή (η ερμηνεία) δεν βρίσκει έρεισμα σε κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Ακολούθως, οι αντίθετοι αγωγικοί ισχυρισμοί περί υπάρξεως δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος - εφεσίβλητου επί του επιδίκου εδαφικού τμήματος και ανυπαρξίας δικαιώματος δουλείας διόδου των εναγόμενων - εκκαλούντων επ' αυτού, κρίνονται αβάσιμοι κατ' ουσίαν.
Το δε Δικαστήριο δεν μπορεί να σχηματίσει διαφορετική κρίση εκ της περιγραφής των ακινήτων στους προσκομιζόμενους μετ' επικλήσεως τίτλους των διαδίκων. Τούτο διότι, οι μοναδικοί τίτλοι που προσκομίζονται αναφορικά με τις ιδιοκτησίες των διαδίκων είναι οι αναλυτικά αναφερόμενες παραπάνω, για καθένα διάδικο ξεχωριστά, δηλώσεις αποδοχής εξ αδιαθέτου κληρονομιάς και δωρεών εν ζωή, καθώς και τίτλοι ιδιοκτησίας τρίτων όμορων ιδιοκτητών, προκειμένου από τη σύγκριση των αναφερόμενων σε αυτούς ορίων να εξαχθεί συμπέρασμα περί της κυριότητάς τους.
Ωστόσο, η περιγραφή των ακινήτων στους τίτλους αυτούς έχει γίνει καθ' υπόδειξη των συμβαλλομένων, χωρίς να έχει συνταχθεί και επισυναφθεί τοπογραφικό διάγραμμα και χωρίς οποιαδήποτε αναφορά σε προηγούμενα ή σύγχρονα δημόσια έγγραφα και δη συμβόλαια των δικαιοπαρόχων τους, καθόσον, άλλωστε, τέτοια δεν υπάρχουν.
Ακολούθως, λόγω του ότι η επικαλούμενη από τους διαδίκους κυριότητα των ιδιοκτησιών τους στηρίζεται πρωτίστως στην έκτακτη χρησικτησία των ίδιων και των δικαιοπαρόχων τους, σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες δηλώσεις αποδοχής εξ αδιαθέτου κληρονομιάς και δωρεές εν ζωή εκ μέρους των λοιπών συγκληρονόμων τους, δεν μπορεί να σχηματιστεί με ασφάλεια δικαστική κρίση βασιζόμενη αποκλειστικά στην καθ1 υπόδειξη των συμβαλλομένων και συνοπτική, άνευ άλλης αναφοράς σε αξιόπιστο δημόσιο έγγραφο, περιγραφή των ακινήτων στους παραπάνω τίτλους, λαμβανομένου υπόψη του ότι τα ακίνητα των διαδίκων είναι αδελφομερίδια που διανεμήθηκαν άτυπα και κληρονομηθήκαν.
Σε κάθε περίπτωση, η περιγραφή του ακινήτου του ενάγοντος- εφεσίβλητου στην υπ' αριθ. .../22-3-1985 δήλωση αποδοχής εξ αδιαθέτου κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Θηβών Κ. συζ. Σ. Μ., το γένος Ε. Π., καθώς και στην υπ' αριθ. ... -3-1985 συμβολαιογραφική πράξη δωρεάς εν ζωή της ίδιας Συμβολαιογράφου, το οποίο ορίζεται ως ενιαίο ακίνητο, εκτάσεως 1.401,52 τμ, συνορευόμενο βορειοανατολικώς με ιδιοκτησία κληρονόμων Μ.
Μ., νοτιοδυτικώς με κοινοτική οδό, ανατολικώς με ιδιοκτησία Κ. και δυτικώς με ιδιοκτησίες εν μέρει Γ. Μ. και εν μέρει με Λ. Μ., δεν κρίνεται αξιόπιστη κατά το σημείο που εμφανίζει το ακίνητο ως ενιαίο, καθόσον έρχεται σε αντίθεση με την, όπως αποδείχθηκε, από ετών προπεριγραφόμενη διαμορφωμένη πραγματική κατάσταση και συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτού περί μη αναφοράς δρόμου στους ανωτέρω τίτλους του, ο οποίος προβάλλεται ως επιχείρημα απόδειξης της επικαλούμενης κυριότητάς του επί ενιαίου ακινήτου, δεν κρίνεται βάσιμος.
Για τους ίδιους παραπάνω λόγους δεν κρίνεται αξιόπιστη η περιγραφή των ακινήτων στους προαναφερόμενους τίτλους που επικαλούνται οι εναγόμενοι - εκκαλούντες (δηλώσεις αποδοχής ,κληρονομιάς και δωρεά εν ζωή από συγκληρονόμους) και συνακόλουθα, δεν μπορεί να σχηματιστεί δικαστική κρίση περί του ζητήματος της έκτασης και των ορίων των ιδιοκτησιών τους βασιζόμενη αποκλειστικά σε αυτούς, καίτοι μάλιστα στους τίτλους αυτούς γίνεται αναφορά ότι τα ακίνητα συνορεύουν δυτικά, με δρόμο.
Η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου δεν έρχεται σε αντίθεση με την ανωτέρω κρίση αυτού περί απόκτησης κυριότητας των διαδίκων στα ακίνητά τους (και) με παράγωγο τρόπο, καθόσον όπως παραπάνω στο σκεπτικό της παρούσας αναλυτικά αναφέρεται, κρίθηκε ότι η κυριότητα αυτών αποκτήθηκε συνδυαστικά, με παράγωγο τρόπο (κληρονομική εξ αδιαθέτου διαδοχή και δωρεά εν ζωή) και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και όχι αποκλειστικά βάσει των προαναφερόμενων τίτλων.
Επομένως, έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων κρίνοντας ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα περιλαμβάνεται στην έκταση του ακινήτου που ο ενάγων - εφεσίβλητος έχει στην κυριότητά του εν μέρει από εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή από τον πατέρα του Π. Μ. και εν μέρει από δωρεά εν ζωή εκ μέρους των λοιπών συγκληρονόμων του τελευταίου, καθώς και ότι επ' αυτής είχε συσταθεί, με έκτακτη χρησικτησία, δουλεία διόδου υπέρ του ενιαίου ακινήτου των εναγομένων - εκκαλούντων η οποία αποσβέστηκε λόγω της από το έτος ...
διάνοιξης άλλης οδού, στη βόρεια πλευρά αυτού, κάνοντας περαιτέρω, δεκτή εν μέρει την αγωγή. Τούτο διότι,... , ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος, ως έχων το σχετικό βάρος απόδειξης..., ενόψει του κύριου ισχυρισμού των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων ότι η επίδικη εδαφική έκταση συνιστά κοινό ιδιωτικό δρόμο που προήλθε από την άτυπη διανομή του μείζονος ακινήτου ιδιοκτησίας του κοινού απώτατου δικαιοπαρόχου των διαδίκων Ι.
Μ., ο οποίος ισχυρισμός συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ως προς το στοιχείο της ύπαρξης κυριότητας επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας, δεν απέδειξε την ύπαρξη του επικαλούμενου δικαιώματος της κυριότητάς του επ' αυτής...Ακολούθως, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, κατά παραδοχή ως βάσιμων κατ' ουσίαν όλων των παραδεκτών λόγων κρινόμενης έφεσης, οι οποίοι καίτοι αριθμούμενοι ως διαφορετικοί και συνολικά δώδεκα (12), είναι ταυτόσημοι κατά περιεχόμενο και αίτημα, συνιστάμενοι σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, αφού κρατηθεί και δικασθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο, να απορριφθεί η αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, χωρίς να απαιτείται η κατ' ουσίαν έρευνα των λοιπών ισχυρισμών (ενστάσεων) των εναγομένων περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου και δη συγκυριότητας, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου σε καθένα από τους πρώτο ενάγοντα - εκκαλούντα και δεύτερη έως πέμπτη εξ αυτών, αντιστοίχως, οιονεί νομής δουλείας διόδου υπέρ αυτών στο επίδικο, παραγραφής της ένδικης αξίωσης του ενάγοντα κατ' όρθρο 249 ΑΚ και καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος αυτού, οι οποίοι προβάλλονται επικουρικά σε σχέση με τον ως άνω κύριο αρνητικό ισχυρισμό τους, αλλά και μεταξύ τους, όπως τούτο προκύπτει από την διατύπωσή τους στις έγγραφες προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο..., καθόσον η έρευνα αυτή, ενόψει της κατά τα ανωτέρω απόδειξης της ανυπαρξίας δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος - εφεσιβλήτου επί του επιδίκου, παρέλκει".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων δεν απέδειξε την ύπαρξη του επικαλούμενου δικαιώματος κυριότητας στην επίδικη εδαφική λωρίδα και απέρριψε κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή ,με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί κύριος της επίδικης εδαφικής λωρίδας καθώς και ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν δικαίωμα δουλείας διόδου επ' αυτής και να υποχρεωθούν οι τελευταίοι να παύσουν να διαταράσσουν την κυριότητά του σ' αυτή ,ενώ δεν ασχολήθηκε με την έρευνα των ισχυρισμών των εναγομένων περί ιδίας κυριότητας και οιονεί νομής δουλείας διόδου υπέρ αυτών στην επίδικη λωρίδα, περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης και καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η οποία είχε εκφέρει αντίθετη κρίση. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1108 ΑΚ και 70ΚΠοΛΔ τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σε αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ,που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη απόκτησης από τον αναιρεσείοντα κυριότητας στην επίδικη εδαφική λωρίδα .
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559αρ 1 και 19ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 1118,1122, 1124,1125,1130,1131,1136ΑΚ που αναφέρονται σε απόκτηση δικαιώματος δουλείας διόδου είναι αβάσιμος ,δεδομένου ότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν ασχολήθηκε με το εν λόγω ζήτημα και, συνεπώς, ορθά δεν εφάρμοσε τις πιο πάνω ουσιαστικές διατάξεις και τις οποίες δεν παραβίασε.
Εξάλλου με τη διάταξη του άρθρου 338 παρ.1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος απόδειξης των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να επέλθει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση.
Το βάρος απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με την περί αποδείξεως απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής πεποίθησης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων.
Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση με το Ν. 2915/2001 της παρεμπίπτουσας (προδικαστικής) περί αποδείξεως απόφασης, με συνέπεια ο από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, που αφορά στην εσφαλμένη κατανομή του βάρους απόδειξης (άρθ. 338 παρ.1 του ΚΠολΔ) να μην ιδρύεται, όταν δεν έχει εκδοθεί παρεμπίπτουσα (προδικαστική) περί αποδείξεως απόφαση, γιατί η κατανομή του υποκειμενικού βάρους απόδειξης γίνεται με την προδικαστική απόφαση (ΑΠ 699/2012).
Αντίθετα, αντικειμενικό βάρος απόδειξης είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στην περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς την συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας. Επομένως η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού του διαδίκου του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων για τη γέννηση της επίδικης έννομης συνέπειας, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 13 του άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 232/2018,791/2017).
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατ'ορθή εκτίμηση από το άρθρο 559αρ13ΚΠολΔ και όχι από τοαρθρ559αρ 14 ΚΠοΛΔ όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ενάγων και ήδη αναιρεσίων αποδίδει στο Εφετείο ότι παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 338ΚΠολΔ ως προς το βάρος απόδειξης, δεχόμενο ότι, ενόψει της αιτιολογημένης άρνησης της αγωγής από τους εναγόμενους ο ίδιος (ο ενάγων) έφερε το βάρος απόδειξης ως προς το στοιχείο της ύπαρξης κυριότητας στην επίδικη εδαφική λωρίδα, ενώ, κατά τον αναιρεσείοντα, το σχετικό βάρος απόδειξης έφεραν οι εναγόμενοι και ότι εσφαλμένα, κατόπιν αυτών, απέρριψε την αγωγή του ως παραγεγραμμένη, επειδή δεν αποδείχθηκε το δικαίωμα κυριότητας του στην πιο πάνω εδαφική λωρίδα. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι επί άρνησης (απλής ή αιτιολογημένης) από τον εναγόμενο της ιστορικής βάσης της αρνητικής αγωγής, ο ενάγων βαρύνεται, μεταξύ άλλων, με την απόδειξη της κυριότητάς του και, επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε την σωρευόμενη αρνητική αγωγή ,διότι ο ενάγων δεν απέδειξε την ύπαρξη του επικαλούμενου δικαιώματος κυριότητας του στην επίδικη εδαφική λωρίδα (και όχι λόγω παραγραφής, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων) ενόψει της προβολής αιτιολογημένης άρνησης (ως προς την κυριότητα του ενάγοντος) της πιο πάνω αγωγής από τους εναγόμενους, δεν υπέπεσε στην προαναφερόμενη αναιρετική πλημμέλεια .
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην απόφαση του Εφετείου η αιτίαση ότι παραβιάστηκε η διάταξη του άρθρου 559αρ 19ΚΠοΛΔ, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων κατ' άρθρο 561 παρ 1ΚΠοΛΔ, που αφορούν στην κυριότητά του αναιρεσείοντος επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας. Ειδικότερα, ότι δεν αξιολογήθηκε η μαρτυρία του τεχνικού πολιτικού μηχανικού, σχετικά με την επίδικη εδαφική λωρίδα και η από 30-3-2011 εξώδικη δήλωση των αναιρεσιβλήτων που ισχυρίστηκαν ότι έχουν δικαίωμα δουλείας διόδου και όχι συγκυριότητας επί της επίδικης λωρίδας ,σε κάθε δε περίπτωση, από τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της κυριότητάς του επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας προκύπτει ότι αυτή διέλαβε ενδοιαστικές και αμφίβολες αιτιολογίες.
Οι λόγος αυτός από το άρθρο 559αρ19ΚΠοΛΔ που αφορά στο άνω κρίσιμο θέμα της κυριότητας του αναιρεσείοντα στην επίδικη λωρίδα και τα αντίστοιχα επιχειρήματα που έχουν σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος διότι πλήττεται, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης και η εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Εξάλλου, τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή ,οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την, εν γένει, επαγγελματική ενασχόληση και μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (άρθρο 336 παρ.4ΚΠολΔ, είτε για να γίνει, μετά τη διαπίστωση της βασιμότητάς της, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (άρθρο 559 αρ. 1β ΚΠολΔ ΟλΑΠ 10/05), μπορούν να αποτελέσουν λόγο αναίρεσης μόνο κατά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον προσήκοντα κανόνα δικαίου (ΟλΑΠ 23/88).
Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναίρεσης, όταν χρησιμεύουν για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτίμηση αποδείξεων (ΑΠ 120/04), την ερμηνεία της δικαιοπραξίας ή για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων (ΟλΑΠ 10/05, ΑΠ 1532/13). Περαιτέρω, από τη διάταξη του όρθρου 559 αρ.ΙΚΠολΔ προκύπτει ότι στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200ΑΚ,με τους οποίους ορίζεται αφενός ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.
Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 426/2010), κατά την ανέλεγκτη προς αυτό κρίση του (ΑΠ 1749/2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 832/2009, ΑΠ 574/2010).
Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200ΑΚ (ΑΠ 355/2004). Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 311/1993, 215/2005).
Ιδίως αυτό συμβαίνει, όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 1258/2004). Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 832/2009, 715/2010), πρέπει δε για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας που δεν ερμηνεύθηκε ή εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ' αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 5/2010, ΑΠ 574/2010, ΑΠ 683/2010).
Με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για τις πλημμέλειες του άρθρου 559αρ 1° και β ΚΠοΛΔ ισχυριζόμενος ότι δεν λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο το δίδαγμα της κοινής πείρας, όσον αφορά την ανεύρεση της έννοιας της δουλείας διόδου σε σχέση με την συγκυριότητα της επίδικης εδαφικής λωρίδας, σε κάθε δε περίπτωση, η διαπίστωση αυτή συνιστά παράβαση των συναλλακτικών ηθών, όπως επιτάσσεται ρητά στο άρθρο 200AK. Ο λόγος από το άρθρο 559αρ1βΚΠοΛΔ είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον όπως προκύπτει από τις άνω παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε η κυριότητα του αναιρεσείοντος επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας και δεν ερεύνησε τους ισχυρισμούς των εναγομένων περί συγκυριότητας των διαδίκων επ'αυτής ούτε περί της ύπαρξης οιονεί νομής δουλείας διόδου υπέρ αυτών (εναγομένων). Όσον αφορά στην παράβαση των διατάξεων των άρθρων 173 και 200ΑΚ, ο σχετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού οι πιο πάνω κανόνες εφαρμόζονται για την ερμηνεία δικαιοπραξιών (μονομερών δηλώσεων βούλησης ή συμβάσεων) και όχι για την ερμηνεία κανόνων δικαίου, όπως είναι η έννοια της δουλείας διόδου.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 11γΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1633/09).
Αντίθετα, για την ίδρυση του παραπάνω λόγου, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη κρίσιμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 2/08).
Ενόψει τούτων, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος ο πέμπτος, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 11γΚΠολΔ, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε δεν έλαβε υπόψη του τα παρακάτω αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι και από τα οποία, αποδεικνυόταν η αποκλειστική κυριότητα του αναιρεσείοντος επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας, ήτοι, την από 30-3-2011 έγγραφη εξώδικη δήλωση των αναιρεσιβλήτων, με την οποία απαντούσαν στην από 15-3-2011 έγγραφη δήλωσή του, που τους καλούσε να παύσουν τη διέλευσή τους μέσα από το οικόπεδο του και από την οποία επιβεβαιώνεται η αποκλειστική κυριότητά του επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας .Και τούτο, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη του τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν νομότυπα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, σε συνδυασμό με τα έγγραφα που οι διάδικοι επαναπροσκομίζουν και επικαλούνται νόμιμα, αλλά και από όσα προσκομίζονται για πρώτη φορά, καθόσον κρίθηκε ότι οι διάδικοι δεν τα είχαν προσκομίσει πρωτοδίκως όχι από πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριά αμέλεια, καθώς και από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω έγγραφα, χωρίς να είναι αναγκαία η ειδική μνεία και αξιολόγηση αυτών.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559αρ 12 ΚΠοΛΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός θεμελιώνεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό καθορίζει ο νόμος (αρθ.352,438-440,447ΚΠΟΛΔ), όχι όμως και στην περίπτωση που εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις (άρθ 340ΚΠολΔ) αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα ,τα οποία έχουν κατά νόμο την ίδια αποδεικτική δύναμη με τα άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία, διότι η εκτίμησή τους δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθ 561παρ 1ΚΠολΔ)..Ως ισοδύναμα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα λογίζονται και τα έγγραφα, ακόμη και τα δημόσια ,για τα αποδεικτέα γεγονότα για τα οποία δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη, κατά τους ορισμούς των άρθρων 438,439,441 ΚΠοΛΔ. Για να είναι ορισμένος ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης θα πρέπει να εξειδικεύεται το αποδεικτικό μέσο και να αναφέρονται στο αναιρετήριο για την απόδειξη ποιου συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίστηκε το αποδεικτικό μέσο, ποια επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, ποια αποδεικτική δύναμη προσδόθηκε σ' αυτό από το δικαστήριο της ουσίας και ποιο το σχετικό σφάλμα της απόφασης.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρου 559ΚΠΟΛΔ,προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς των άρθρων 439 και 440ΚΠολΔ,σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ως προς την αναφερόμενη στον αμέσως προηγούμενο (5°) λόγο αναίρεσης εξώδικη δήλωση των αναιρεσιβλήτων προς τον ίδιο και το ενσωματωμένο στην ένδικη αγωγή του τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ν. Α., με βάση τα οποία έπρεπε να δεχθεί ως πλήρως αποδεδειγμένη την αποκλειστική του κυριότητα στην επίδικη εδαφική λωρίδα. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απορριπτέος ως αόριστος διότι ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει ποια αποδεικτική δύναμη προσέδωσε στα προαναφερόμενα έγγραφα το Εφετείο. Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος, διότι τα επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα δεν αποτελούν δημόσια έγγραφα κατά την έννοια των άρθρων 439,440ΚΠοΛΔ, ώστε να έχουν αυξημένη αποδεικτική δύναμη δεσμευτική για το Εφετείο, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα του πιο πάνω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος.
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και οι οποίοι, με την προϋπόθεση ότι έχουν προταθεί νόμιμα, θεμελιώνουν ιστορικά το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού η δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 25/03, 12/2000).
Δεν θεωρούνται, όμως, πράγματα οι ισχυρισμοί, οι οποίοι συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 469/84, ΑΠ 1723/11). Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται:
α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την ανάγνωση μόνο της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί και, μάλιστα, νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, το ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις.
Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, που προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.
Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 1059/2017).
Με τον έβδομο λόγο του αναιρετηρίου ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η προσβαλλομένη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559αρ 8ΚΠοΛΔ, καθόσον το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα τα οποία ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, συγκεκριμένα, τον αγωγικό του ισχυρισμό ότι είναι αποκλειστικός κύριος της επίδικης εδαφικής λωρίδας. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, αφού από τις άνω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι έλαβε υπόψη του το Εφετείο τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε ως αναπόδεικτο.
Με τον όγδοο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559αρ 8ΚΠολΔ, καθόσον οι αναιρεσίβλητοι ισχυρίστηκαν ότι ασκούσαν δικαίωμα οιονεί νομής πραγματικής δουλείας στην επίδικη εδαφική λωρίδα, η δε προσβαλλομένη απόφαση έκρινε ότι την ασκούσαν όχι με διάνοια οιονεί νομέων, αλλά με την πεποίθηση ότι το επίδικο ανήκει στην συγκυριότητά τους με αυτονόητο αποτέλεσμα να καταλήξει στην απόρριψη της αγωγής του λόγω παραγραφής. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση αφού το Εφετείο ως προκύπτει από τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν ερεύνησε τους ισχυρισμούς των εναγομένων περί συγκυριότητας των διαδίκων στην επίδικη εδαφική λωρίδα, ούτε περί ύπαρξης οιονεί νομής δουλείας διόδου υπέρ αυτών επί της εν λόγω εδαφικής λωρίδας, ενώ δεν απέρριψε την αγωγή λόγω παραγραφής, αλλά επειδή ο ενάγων δεν απέδειξε την κυριότητά του στην επίδικη λωρίδα.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 10ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, δηλαδή, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν δεν εκθέτει στην απόφασή του από ποια αποδεικτικό μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Ο λόγος, όμως, αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για την ουσία της υπόθεσης με βάση τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται σ' αυτή (ΑΠ 76/2013). Εξάλλου, ως "πράγματα", κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση και όχι οι ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση της αγωγής ή της ένστασης, ούτε εκείνοι που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 247/2012).
Με τον τελευταίο λόγο του αναιρετηρίου ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για την πλημμέλεια του άρθρου 559αρ 10ΚΠολΔ και δη ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι είναι συγκύριοι της επίδικης εδαφικής λωρίδας, χωρίς απόδειξη. Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού από τις άνω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ίδιος δεν είναι κύριος αυτής και όχι ότι συγκύριοι αυτής είναι οι αναιρεσίβλητοι.
Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθ. 495 παρ 3ΚΠοΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, λόγω της ήττας του (άρθ. 176,183,191 παρ 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-3-2018 αίτηση αναίρεσης του Κ. Μ. κατά της 71/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 21 Μαΐου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ