Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, citing lack of jurisdictional error and vague complaint.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the association's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The association argued the lower court erred in admitting evidence and applying burden of proof rules, but the Court found these complaints procedurally inadmissible. The Court ruled that the lower court properly examined all claims and that the appellant's specific allegations regarding jurisdictional errors were too vague to constitute grounds for review.
Legislator-Regeste
KI-generiertArt. 559(5) KPolD; Art. 561(1) KPolD: An appeal under Art. 559(5) KPolD requires a clear error in the substantive jurisdiction of the court of first instance, not a mere disagreement with the appellate court's assessment of that jurisdiction, and vague complaints without specific legal characterization are inadmissible.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 2228 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2228/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος Ιωάννης Παπανικολάου), Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σωματείου με την επωνυμία "ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΟΠΩΛΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ" (ΣΕΘ), που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κων/νο Βουτσά. Της αναιρεσίβλητης: ψ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Δημητρίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-5-2004 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης και την από 20-9-2004 πρόσθετη παρέμβαση των προσθέτων παρεμβάντων (που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη), οι οποίες κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1955/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 211/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 2-3-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, διάβασε την από 7-11-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 5 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης δημιουργείται όταν εσφαλμένως το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε την καθ' ύλην αρμοδιότητα ή αναρμοδιότητα αυτού του ιδίου, όχι δε και όταν το Εφετείο, επιλαμβανόμενο εφέσεως που υπάγεται κατά το άρθρο 19 ΚΠολΔ στην κατά λειτουργία αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένως ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην (Ολ.
ΑΠ 30/1995 και 3/1991). Επίσης, η εκδίκαση από το δικαστήριο της ουσίας υποθέσεως υπαγομένης μεν στην καθ' ύλη αρμοδιότητά του, κατά διαδικασία όμως διαφορετική από την οριζόμενη στο νόμο, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης ούτε από τον αριθμό 5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που έχει εφαρμογή μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο δίκασε υπόθεση μη υπαγόμενη στην καθ' ύλη αρμοδιότητά του (Ολ.
ΑΠ 402/1981), ούτε από άλλον αριθμό του ίδιου ως άνω άρθρου του ΚΠολΔ. Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δίνεται μόνον όταν πρόκειται για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου όχι δε και δικονομικών διατάξεων, όπως είναι αυτές που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον σωματείο με την επωνυμία "Σύνδεσμος Εφημεριδοπωλών Θεσσαλονίκης (ΣΕΘ)" ισχυρίζεται με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως, ότι το Εφετείο, το οποίο δέχτηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απορριπτικής απόφασης και, αφού την εξαφάνισε, διέταξε, κατά παραδοχή της αιτήσεώς της, την έγγραφη της ως μέλος αυτού, εσφαλμένα έκρινε, δικάζοντας κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας αντί της τακτικής, ότι το μονομελές πρωτοδικείο ήταν καθ' ύλη αρμόδιο για την εκδίκαση της αίτησης (προσφυγής) αντί του πολυμελούς πρωτοδικείου και μάλιστα κατά την τακτική διαδικασία, όπως είχε αποφανθεί το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. 'Ετσι, διατείνεται το αναιρεσείον, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 5 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Όμως, σύμφωνα με τα όσα προεκτέθηκαν, οι πιο πάνω (πρώτος και δεύτερος) λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Επίσης, σε κάθε περίπτωση οι αόριστες αιτιάσεις των ίδιων λόγων από το εδάφιο 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, γιατί τάχα δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο τους αντίθετους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος "όπως αυτοί εκτίθεται στις από 30-11-2005 και 7-12-2005 κατατεθείσες νομίμως προτάσεις - προσθήκη" είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, καθόσον τους ισχυρισμούς αυτούς απέρριψε "εκ του πράγματος" το δικαστήριο της ουσίας.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 1 επόμενα και 11 του ν. 1712/1987, όπως τροποποιήθηκαν με τα άρθρα 8 επόμ. του ν. 2081/1992, στις επαγγελματικές οργανώσεις, που σκοπό έχουν τη διαφύλαξη - μελέτη και προαγωγή των επαγγελματικών συμφερόντων των μελών τους, εφαρμογή έχουν οι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του νόμου αυτού και συμπληρωματικά εφαρμόζονται οι διατάξεις του ΑΚ και του εισαγωγικού του νόμου (άρθρο1 παρ.3 ν.1712/1987).
Από το άρθρο 2 του ν. 1712/1987, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 2081/1992, και το άρθρο 86 του ΑΚ συνάγεται, ότι το καταστατικό του σωματείου με ποινή ακυρότητος πρέπει να καθορίζει, εκτός των άλλων, και τους όρους εισόδου των νέων μελών και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτών και, αν το καταστατικό δεν ορίζει διαφορετικά, επιτρέπεται πάντοτε η είσοδος νέων μελών, συνάγεται ότι η .προσχώρηση στο σωματείο, για απόκτηση, της ιδιότητας του μέλους αυτού, αποτελεί δικαίωμα του σωματείου, το οποίο αποτελεί εκδήλωση της συνταγματικά κατοχυρωμένης σωματειακής αυτονομίας, ακόμη και όταν ο ενδιαφερόμενος συγκεντρώνει στο πρόσωπο του τις κατά το καταστατικό προϋποθέσεις για την είσοδο νέων μελών.
Η αρχή όμως αυτή κάμπτεται επί επαγγελματικών οργανώσεων, όχι μόνο στις περιπτώσεις που βάσει το νόμου ή του καταστατικού, το σωματείο DΕ JURE η DΕ FACΤΟ κατέχει μονοπωλιακή θέση σε ταμεία ή κλάδο προς τον οποίο συναρτώνται ζωτικά συμφέροντά του υποψήφιου μέλους π.χ. επαγγελματικά ή οικονομικά, τα οποία προσβάλλονται αδικαιολόγητα με την άρνηση του σωματείου να τον δεχτεί ως μέλος του, καθόσον η άρνηση αυτή προσκρούει στο άρθρο 5 παρ.1 του ισχύοντος Συντάγματος που καθιερώνει το δικαίωμα της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και συμμετοχής στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη, αλλά και, χωρίς τη συνδρομή της μονοπωλιακής αυτής θέσης, διότι από τα άρθρα 2 και 4 του ν. 1712/1987, όπως τροποποιήθηκαν με το ν. 2081/1992, καθιερώνεται δικαίωμα του φυσικού προσώπου και υποχρέωση της επαγγελματικής οργάνωσης να το εγγράψει ως μέλος της, εφόσον ασκεί επάγγελμα σχετικό με αυτό που η επαγγελματική οργάνωση κατά το σκοπό της προστατεύει και δεν ασκεί άλλο επάγγελμα άσχετο με αυτό το σκοπό της επαγγελματικής οργάνωσης ή δεν μετέχει σε άλλες πλείονες της μίας πρωτοβάθμιες επαγγελματικές οργανώσεις.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, κρίνοντας επί της εφέσεως της αναιρεσίβλητης και του ασκουμένου με την αίτηση - προσφυγή της δικαιώματος να εγγραφεί ως μέλος του αναιρεσείοντος σωματείου, δέχτηκε ανελέγκτως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι αποδείχτηκαν τα εξής: "Η αιτούσα- προσφεύγουσα ζήτησε να εγγραφεί ως μέλος του καθού με την από 16.3.2004 αίτησή της, που αυθημερόν παρέλαβε το καθού η αίτηση σωματείο, την οποία συμπλήρωσε με την από 18.3.2004 εξώδικη δήλωσή της, επισυνάπτοντας φωτοτυπία της ταυτότητας και υπεύθυνη δήλωσή της ότι είναι Ελληνίδα υπήκοος, δεν έχει στερηθεί τα πολιτικά, και αστικά δικαιώματά της, ότι δεν έχει καταδικασθεί για κακούργημα και ότι είναι μόνιμος κάτοικος Θεσ/νίκης.
Σύμφωνα με το άρθρο. 2 του καταστατικού του καθού σωματείου με την επωνυμία "Σύνδεσμος Εφημεριδοπωλών Θεσ/νίκης" σκοπός του συνδέσμου είναι, μεταξύ άλλων, η μελέτη και προάσπιση των οικονομικών και επαγγελματικών συμφερόντων των μελών του, κατά δε το άρθρο 4 του ίδιου καταστατικού τα μέλη του διακρίνονται σε τακτικά, έκτακτα και επίτιμα.
Τακτικά είναι όσα έχουν ως κύριο (τακτικώς και ανελλιπώς) επάγγελμα το του εφημεριδοπώλη και είναι εφοδιασμένα με άδεια ασκήσεως επαγγέλματος και της κατ' άρθρο 54 του ν. 1093/1938 ταυτότητας, έκτακτα δε όσα προσλαμβάνονται από τη διοίκηση του σωματείου για κάλυψη κυκλοφοριακών αναγκών του τύπου σε αναπλήρωση εξερχομένων του επαγγέλματος.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 5 του ίδιου καταστατικού, απαιτείται για να καταστεί κάποιος τακτικό μέλος υποβολή αιτήσεως προς τη διοίκηση του καθού η αίτηση, συνοδευόμενη από τα κατά νόμο πιστοποιητικά από τα οποία να προκύπτει ότι ο αιτών είναι 'Ελληνας πολίτης, που δεν στερείται των πολιτικών και αστικών δικαιωμάτων του, έχει ηλικία άνω των 20 ετών και ότι δεν καταδικάσθηκε για κακουργήματα, ενώ στο άρθρο 6 καθορίζονται οι ίδιες ως άνω προϋποθέσεις για να καταστεί κάποιος έκτακτο μέλος, πλην της ηλικίας που περιορίζεται στη συμπλήρωση του 16ου έτους και, επιπλέον, υποβολή γνωμάτευσης υπό της προσδιοριζόμενης στο άρθρο αυτό υγειονομικής επιτροπής και υπηρεσία 6 μηνών ως μαθητευόμενος.
Το διοικητικό συμβούλιο του καθού η αίτηση με απόφασή του που περιέχεται στο ....... πρακτικό απέρριψε την προαναφερθείσα από 16.3.2004 αίτηση της αιτούσας - προσφεύγουσας με την αιτιολογία ότι δεν υπάρχουν κενά καλύψεως κυκλοφοριακών αναγκών του τύπου στην πόλη της Θεσ/νίκης. Η αιτούσα εκθέτει στην ένδικη αίτηση - προσφυγή της, που ασκήθηκε εμπρόθεσμα, ότι εργάζεται ως εφημεριδοπώλης τακτικά όλες τις εργάσιμες ημέρες και ώρες, συνεργαζόμενη με τον πατέρα της ψ, τακτικό μέλος του καθού, στη στάση ( πόστο) της Γαλλικής Σχολής, είναι γεννημένη το 1973, Ελληνίδα υπήκοος, που κατοικεί μόνιμα στην ........., δεν στερείται των πολιτικών και αστικών δικαιωμάτων της και δεν έχει καταδικασθεί για κακούργημα, συνεπώς πληροί τις κατά το άνω καταστατικό του καθού, προϋποθέσεις, να καταστεί τακτικό μέλος του καθού, το διοικητικό συμβούλιο του οποίου, κατά παράβαση του νόμου και του καταστατικού, απέρριψε την προαναφερθείσα αίτησή της να την εγγράψει ως τακτικό μέλος του.
Το καθού με τις προτάσεις της πρώτης πρωτόδικης συζήτησης, καθώς και οι προσθέτως παρεμβαίνοντες υπέρ αυτού (45 τακτικά μέλη του) ισχυρίζεται, ότι η άνω αίτηση προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως αόριστη διότι δεν εκθέτει η αιτούσα σ' αυτήν από πότε εργάζεται στην στάση της Γαλλικής Σχολής. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος διότι, η διάρκεια της ασκήσεως του επαγγέλματος του εφημεριδοπώλη, δεν συνιστά αναγκαίο στοιχείο της αιτήσεως - προσφυγής κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 και 4 παρ. 1 του ν. 1712/1987, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 2081/1992, σε συνδυασμό με το άρθρο 747 παρ.2 του ΚΠολΔ, ούτε επιβάλλεται ως προϋπόθεση από το καταστατικό του καθού για την εγγραφή κάποιου ως τακτικού μέλους του.
Περαιτέρω, συνομολογεί, την κατά τα άνω, υποβολή προς αυτό της από 16.3.2004 αιτήσεως και την απόρριψη της με την προαναφερθείσα αιτιολογία και ισχυρίζεται ότι η αιτούσα βάσει του άρθρου 7 του καταστατικού του όφειλε να προσφύγει στην τακτική γενική του συνέλευση και συνεπώς η αίτηση - προσφυγή της ασκήθηκε παράνομα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Και ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι οι διατάξεις στις οποίες θεμελιώνεται η ένδικη αίτηση προσφυγή (άρθρο 2 και 4 παρ. 1 του ν. 1712/1987 όπως τροποποιήθηκαν) είναι αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς το άρθρο 7 του καταστατικού του, κατά το μέρος που προβλέπουν προσφυγή ενώπιον της γενικής συνέλευσης των μελών του, δεν υπερισχύει έναντι των άνω διατάξεων που προβλέπει προσφυγή ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου (βλ.
άρθρο 11 παρ.1 εδ. τελευταίο του ν. 1712/1987). Περαιτέρω, με τις ίδιες προτάσεις ισχυρίζεται το καθού, ότι από το νόμο και το καταστατικό του δεν θεμελιώνεται υποκειμενικό δικαίωμα της αιτούσας να γίνει τακτικό μέλος αυτού, το οποίο έχει απόλυτη και ανεξέλεγκτη εξουσία να δεχτεί ή να μη δεχτεί μέλος του κάποιον ενδιαφερόμενο.
Και ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν σε προηγουμένη νομική σκέψη της παρούσας, το μεν διότι πρόκειται περί επαγγελματικής οργάνωσης, που κατά τα άρθρα 2 και 4 του ν. 1712.1987, 4 του ν. 1712.1987, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 2081/1992, υποχρεούται να εγγράψει ως μέλος του όποιον ασκεί το επάγγελμα του εφημεριδοπώλη και δεν είναι γραμμένος σε περισσότερα από άλλο ένα σωματείο και ο αιτών δεν ασκεί άλλο άσχετο επάγγελμα με το σκοπό του καθού και, πλέον τούτων, το καθού ασκεί DΕ JURΕ μονοπωλιακή θέση στον κλάδο των εφημεριδοπωλών, καθόσον, βάσει των διατάξεων των άρθρων 1 και 2 του ν.δ. 2943/1954, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 18 του ν. 2747/1999, 54 του ν. 1093/1938 και αν.
ν. 379/1943, η εγγραφή σ' αυτό αποτελεί προϋπόθεση για έκδοση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος εφημεριδοπώλη και της έκδοσης δελτίου επαγγελματικής ταυτότητας και το ίδιο καθορίζει την περιφέρεια στην οποία ο κάθε εφημεριδοπώλης ασκεί το επάγγελμα του. Οι κατά το νομό και το καταστατικό του καθού προϋποθέσεις για να εγγραφεί η αιτούσα - προσφεύγουσα μέλος του καθού αποδεικνύονται από τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν και ειδικότερα, ότι αυτή ασκεί από πενταετίας το επάγγελμα του εφημεριδοπώλη στη στάση (πόστο) της Γαλλικής Σχολής, συνεργαζόμενη με τον πατέρα της ψ, που είναι επικεφαλής στη στάση (πόστο) που προαναφέρθηκε, απασχολούμενη καθημερινά κυρίως και αποκλειστικά με τη διανομή - πώληση εφημερίδων, περιοδικών και λοιπών διανεμόμενων δια των πρακτορείων εφημερίδων εντύπων, είναι Ελληνίδα υπήκοος, μόνιμη κάτοικος της ........, έχει ηλικία άνω των 20 ετών (γεννήθηκε την 6.2.1973), δεν στερείται των πολιτικών ή αστικών δικαιωμάτων της, ούτε έχει καταδικαστεί για κακούργημα, δεν ασκεί άλλο επάγγελμα, ούτε είναι γραμμένη σε άλλα σωματεία (επαγγελματικές οργανώσεις). 'Αλλωστε, το καθού δεν αμφισβητεί τις άνω προϋποθέσεις, εκτός από την ενάσκηση του επαγγέλματος του εφημεριδοπώλη.
Κατ' ακολουθία, απορριπτόμενων των προαναφερθέντων ισχυρισμών του καθού, πρέπει να γίνει δεκτή ως νόμιμη και κατ' ουσία βάσιμη η ένδικη αίτηση - προσφυγή και διαταχθεί η εγγραφή της αιτούσας ως τακτικού μέλους του καθού". 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο με σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάμοσε τις διατάξεις των άρθρων 86 Α.Κ.
και 2 του ν. 1712/1987. Επομένως, ο αντίθετος τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που προβάλλεται με αυτόν αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 744 ΚΠολΔ το δικαστήριο μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος. Με τη διάταξη αυτή εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 ΚΠολΔ και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα., το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και μη προταθέντων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. 'Ετσι, το δικαστήριο, που δικάζει κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να λάβει υπόψη πραγματικούς ισχυρισμούς που δεν προτάθηκαν από τους διαδίκους για εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων.
Συνεπώς, κατά την ανωτέρω διαδικασία δεν ιδρύονται οι λόγοι αναιρέσεως από τα εδάφια 8 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επίσης, κατά την ως άνω διαδικασία, δεν ιδρύονται οι λόγοι αναιρέσεως από τα εδάφια 10, 12 και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το δικαστήριο εδώ δεν είναι υποχρεωμένο να εκδώσει προδικαστική απόφαση και να διατάξει αποδείξεις, επιπλέον ισχύει στην εκούσια αυτή διαδικασία η ελεύθερη απόδειξη και στο πλαίσιο αυτής ο δικαστής για τη δικανική του πεποίθηση λαμβάνει υπόψη του κάθε πρόσφορο αποδεικτικό στοιχείο, ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα, μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 ΚΠολΔ, και αποδεσμεύεται από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης (άρθρα 744 και 759 Κ.Πολ.Δ.).
Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, αποδίδονται στο Εφετείο, κατ' εκτίμηση οι πλημμέλειες από το εδάφιο 8, 10, 11 και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του: α) δεν έλαβε υπόψη την ένσταση περί αοριστίας και τον ισχυρισμό περί αβασίμου της προσφυγής, που προέβαλε το αναιρεσείον σωματείο, β) δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη γ) δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε νομίμως το αναιρεσείον και δ) εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. 'Ολοι οι πιο πάνω λόγοι αναιρέσεως είναι, σύμφωνα με τα όσα προεκτέθηκαν, απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι.
Επιπλέον, ο προβαλλόμενος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και διότι οι ισχυρισμοί περί αοριστίας και αβασίμου της προσφυγής δεν αποτελούν "πράγμα" κατά την έννοια του νόμου. Σε κάθε περίπτωση, οι προβαλλόμενοι από τα εδάφια 8 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως άνω λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι όλοι οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος εξετάστηκαν και "εκ του πράγματος" απορρίφθηκαν.
Από την επισκόπηση δε της εν λόγω αποφάσεως και, ειδικότερα, από την ειδική μνεία που γίνεται σε αυτά, των καταθέσεων του Προέδρου και Αντιπροέδρου του αναιρεσείοντος Κων/νου Κουρέτα και Σπυρίδωνα Βαρβαρίζου, αντίστοιχα, και τη γενική μνεία όλων των εγγράφων, που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο της απόφασης, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εξετίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις τόσο τις καταθέσεις των ανωτέρω, όσο και τα διαλαμβανόμενα στα από 4-1-2004 πρακτικά του εκτάκτου διοικητικού συμβουλίου που προσκόμισε και επικαλέστηκε το εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείον σωματείο.
Ακόμη, η προσαπτόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αιτίαση, ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του εδαφίου 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, έτσι όπως διατυπώνεται, με μόνη απλή δηλαδή αναφορά στον αριθμό που στοιχειοθετεί την πλημμέλεια αυτή, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό του νομικού σφάλματος στο οποίο υπέπεσε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, είναι απορριπτέα προεχόντως ως αόριστη και σε κάθε περίπτωση ως απαράδεκτη κατά τα προαναφερθέντα.
Τέλος, όλοι οι λόγοι του αναιρετηρίου, κατά το μέρος που πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-
Απορρίπτει την από 2-3-2006 αίτηση του σωματείου με την επωνυμία "ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΟΠΩΛΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (ΣΕΘ)", για αναίρεση της 211/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
-
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Δεκεμβρίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ