Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
Charilaos Toumbas v. Spyros Spyrou and Others (1985) JSC 72 KI-generiert

Supreme Court dismisses request for interlocutory order as procedural objection was not withdrawn.

Geschäftsnummer Charilaos Toumbas v. Spyros Spyrou and Others (1985) JSC 72
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Zypern (CY)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court of Cyprus dismissed an application by a defendant seeking an interlocutory order to strike out a plaintiff's claim. The defendant argued the claim lacked a basis because he was sued as an agent for others he knew, yet the court found his written objection regarding procedural irregularity was not a withdrawal. The court held that raising a procedural objection does not constitute a waiver of that objection, distinguishing this case from scenarios where a party accepts evidence or delays to concede a point.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Order 65, Rule 8 of the Rules of the Supreme Court; A defendant's written objection to procedural irregularity does not constitute a withdrawal of that objection, and such an objection is not an interlocutory order antecedent to judgment.

Schlagwörter

KI-generiert
interlocutory order procedural irregularity withdrawal of objection Order 65 Rule 8 supreme court civil procedure waiver of objection Rolle als Anführer oder Anstifter

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Order 65, Rule 8 of the Rules of the Supreme Court

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
Emeris v. Woodward (1890) 43 Ch D 183
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

[*72] 1983 Ιούνιος 18

(ΣΟΥΠΑΣΙΗΣ, Ε. Δ. )

ΕΝ ΤΩ ΕΠΑΡΧΙΑΚΩ

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Χαρίλαου Τούμπα,

Ενάγοντος,

V. Σπύρου Σπύρου και άλλων,

Εναγομένων,

(Αρ. Αγωγής 687/83).

Πολιτική Δικονομία -

Αίτηση, δυνάμει του θεσμού 8 της Διατάξεως 65 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών

Κανονισμών, για διάταγμα παραμερισμού της εκθέσεως απαιτήσεως - Αιτούμενο

διάταγμα είναι προδικαστικό ( interlocutory) και όχι

τελικό και ως εκ τούτου η γραπτή αίτηση δεν μπορούσε να καταχωρηθεί - Πότε

διάδικος παραιτείται ενστάσεως για παρατυπία ή αντικανονική διαδικασία (irregularity) - Καθ' ου

η αίτηση ήγειρε ένσταση για αντικανονική διαδικασία στην ένσταση του - Τούτο

δεν είναι ενέργεια η οποία υποδηλεί παραίτηση από την ένσταση για αντικανονική

διαδικασία.

Ε. Σιηττή (Κα) Για

τον Αιτητή/Εναγόμενο.

Γ. Παπαθεοδώρου για

τον καθ' ου η αίτηση/ενάγοντα.

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

ΣΟΥΠΑΣΙΗΣ Ε. Δ. Δια της παρούσης αιτήσεως ο εναγόμενος 2 στην αγωγή [*73] αιτείται

να παραμεριστή η έκθεση απαιτήσεως και/ή να απορριφθή η αγωγή εναντίον του επί

τω ότι δεν αποκαλύπτει βάσιμο λόγο αγωγής.

Τα γεγονότα επί των

οποίων στηρίζει την αίτηση του αναφέρονται στην ίδια την αίτηση. Εν συντομία ο

εναγόμενος 2/αιτητής, ισχυρίζεται ότι στην έκθεση απαιτήσεως φαίνεται ότι αυτός

ενάγεται ως αντιπρόσωπος των εναγομένων 1 & 3, οι οποίοι ήσαν και οι

αντιπροσωπευόμενοι και τους οποίους ο ενάγων γνωρίζει και ως εκ τούτου εφόσον

οι αντιπροσωπευόμενοι ήταν γνωστοί, ο ενάγων δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον

του εναγομένου 2 ως αντιπροσώπου. Ο ενάγων καταχώρισε ένσταση στις 14/3/83, η

οποία συνοδεύεται και υπό ενόρκου δηλώσεως. Στην ένορκο δήλωση αναφέρεται ότι ο

ενα­γόμενος 2 ενάγεται ως εργολάβος ο οποίος πλήρωσε στον ενάγοντα και το ποσό

των £350.- έναντι του οφειλομένου εις αυτόν ποσού, αργότερα δε ο εναγόμενος

2/αιτητής τον παρέπεμψε προς πληρωμή στους εναγομένους 1 & 3 και αυτοί

αργότερα τον παρέπεμψαν στον εναγόμενο 2. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ήταν ανάγκη

να προστεθεί και ο αιτητής ως εναγόμενος στην αγωγή για να διευκρινισθούν οι

σχέσεις μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών και αφού αποφασισθεί από που έχει να

λαμβάνει ο ενάγων.

Τέλος ο ενάγων/Καθ'

ου η αίτηση, στην ένορκο δήλωση ισχυρίζεται ότι ο αιτητής/εναγόμενος 2 δεν

εδικαιούτο στην καταχώριση της υπό εκδίκαση αιτήσεως, καθότι η αίτηση του

ενάγοντος στηρίζεται επί της Διατάξεως 65 των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας,

η οποία διάταξη απαγορεύει την ενδιάμεσο καταχώριση αιτήσεως προ της ακροάσεως

της υποθέσεως.

[*74] Θεωρώ σκόπιμο προτού προχωρήσω στην ουσία της αιτήσεως να

εξετάσω το θέμα το οποίο ηγέρθη υπό του ενάγοντος/ καθ' ου η αίτηση, αν δηλαδή

ο αιτητής εδικαιούτο στην καταχώριση της παρούσης αιτήσεως δυνάμει του

Διατάγματος 65, Θεσμός 8.

Ο Θεσμός 8 έχει ως ακολούθως:-

"No applications

for interlocutory orders antecedent to judgment (other than applications for

injunctions or variation of the times prescribed by the rules of this Order)

shall be made before the hearing of the action, Any application for any such

interlocutory order may be made orally at the hearing, and the Court may hear

the application and deal with it in such manner as may be just."

To πρώτο το

οποίο θα πρέπει να εξετάσω είναι εάν δια της αιτήσεως ζητείται η έκδοση

προδικαστικού διατάγματος (interlocutory order) ή τελικού

διατάγματος (final order).

Ο αιτητής στην γραπτή

αγόρευση την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο, εισηγείται ότι το αιτούμενο

διάταγμα είναι τελικό (final) και ως εκ τούτου εδικαιούτο στην καταχώριση της παρούσης

αιτήσεως. Προς υποστήριξη της θέσεως του αυτής αναφέρεται σε ορισμό του

προδικαστικού διατάγματος (interlocutory order) το οποίο

περιέχεται στο βιβλίο (Wharton's Law Lexicon).

Στην απόφαση Hunt v. Allied Bakeries, Ltd ( 1956) 3

All E.R. p. 515 η οποία αναφέρεται στην ερμηνεία του [*75] Διατάγματος

25, Θεσμός 4 των Αγγλικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ο οποίος είναι

αντίστοιχος προς το Διάταγμα 27, θεσμός 3 των θεσμών της Πολιτικής μας

Δικονομίας, επί του οποίου στηρίζεται και η παρούσα αίτηση, αποφασίσθη ότι το

διάταγμα δια παραμερισμό εκθέσεως απαιτήσεως λόγω του ότι δεν αποκαλύπτει

βάσιμο λόγο αγωγής, είναι διάταγμα προ­δικαστικό (interlocutory) και όχι

τελικό (final). Στην σελ. 515 αναφέρονται τα ακόλουθα:-

"Finally I have

only this to say. I am satisfied that the fact that in the prayer there was a

claim for an injunction cannot affect the matter. This is not a case in which

the court has refused to grant an injunction on the merits of the case, and in

the exercise of the court's discretion. For these reasons (and this decision

will now neces­sarily govern other cases) I hold that orders under R.S.C.,

Ord. 25, r. 4 striking out the whole or part of a claim on the ground that it

discloses no reasonable cause of action, or is frivolous and vexatious or both,

and staying all further proceedings, must be treated as interlocutory. It

is possible that there may be cases (though no example now occurs to me, and

the present case is certainly not one) in which the facts would be of so

special a character as to create an exception to the rule. The general rule,

however, is as I have stated it. [*76] If that view is right, it remains, of

course, for the plaintiff to contend that leave to appeal ought none the less

to be given, and that we will hear. I have tried to avoid saying anything so

far which reflects at all on the merits of the case because we have not heard

argument on it."

Έχοντας υπόψη την

ανωτέρω απόφαση, βρίσκω ότι το Διάταγμα το οποίο αιτείται ο αιτητής δια της υπό

εκδίκαση αιτήσεως είναι προδικαστικό (inter###ocutory) και όχι τελικό και ως εκ τούτου η γραπτή αίτηση δεν ηδύνατο

να καταχωρηθεί στο παρόν στάδιο δυνάμει του Διατάγματος 65, Θεσμός 8.

Περαιτέρω ο δικηγόρος

του αιτητή στην έγγραφο αγόρευση του εισηγείται και αν ακόμη η αίτηση αφορά προ­δικαστικό

διάταγμα ο καθ' ου η αίτηση δεν δύναται να εγείρει την ένσταση διότι με το να

εμφανιστεί στην αίτηση και μετά ταύτα να καταχωρίσει γραπτή ένσταση και ένορκο

δήλωση, θεωρείται ότι παραιτήθη της ενστάσεως διότι η ενέρ­γεια του αυτή

αποτελεί fresh step υπό την

έννοια του Θεσμού 2 του Διατάγματος 64 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας.

Παραθέτει δε το ακόλουθο απόσπασμα από το Annual Practice (1958) σελ. 1988:-

"A defendant

resisting an application on the ground of irregularity and being offered by the

Court and accepting an adjournment to answer the plaintiff's affidavit was held

now not to be entitled to object to the irregularity."

[*77] Απ' ότι κατόρθωσα να εξακριβώσω, το απόσπασμα αυτό ανεφέρθη

υπό του δικηγόρου του αιτητού στα σχόλια του Διατάγματος 70 θεσμός 2 των

Αγγλικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και είναι περίληψη από την απόφαση Rendell ν. Grundy (1895) Q.B. 16 C.A. Εκτενέστερο απόσπασμα της απο­φάσεως αυτής βρίσκεται στο

βιβλίο THE ENGLISH AND EMPIRE DIGEST (1967)

Τόμος 50 στην σελ. 249 παράγραφος 38, το οποίο έχει ως ακολούθως:-

"On an

application by the plaintiffs at chambers for leave to issue a writ of attachment

against the defendant's solicitor took the objection that copies of affidavits,

on which the application was founded had not been served with the summons in

accordance with Ord. LII., r. 4. The judge thereupon offered to adjourn the

further hearing until the following day in order that the defendant might have

an opportunity of answering the affidavits; and it was adjourned accordingly.

The affidavits were shown to the defendant’s solicitor, who subsequently

attended at the adjourned hearing, and admitted that the defendant could not

answer the affi­davits. The judge then made the order for an attachment:-

Held: assuming that

the provisions of Ord. LII., r. 4, applied and that there had been an

irregularity, nevertheless, by reason of what subsequently happened, the

defendant, having accepted what was equivalent to the advantages intended to be

conferred by the provisions [*78] of the rule, was not entitled to insist on

the irregularity, and the order for an attachment was rightly made."

Στα σχόλια του Διατάγματος

70, Θεσμός 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας της Αγγλίας στο Annual Practice (1960), ο οποίος είναι αντίστοιχος του Διατάγματος 64,

Θεσμός 2 των Θεσμών της Πολιτικής μας Δικονομίας, ανα­φέρονται τα ακόλουθα

σχετικά με το τι μπορεί να θεωρηθεί fresh step και sufficient step ούτως

ώστε τούτο να θεωρεί­ται ως παραίτηση από του δικαιώματος εγέρσεως ενστάσεως

δια παρατυπία (irregularity) σελ. 1988.

"It seems that

what is a sufficient step under this rule must depend on the nature of the

irregularity, and that the question is whether there is constituted a waiver of

the objection. 'In order to establish a waiver you must show that the party has taken some step which is only necessary

or only usefull if the objection has been actually waived or has never been

entertained' (Rein v. Stein, supra, per Cave J., at p. 471) See also Lloyd

v. G.W. Dairies, (1970) 2 K.B. 727 C.A."

Από το ως άνω

απόσπασμα φαίνεται ότι δια να θεωρηθεί ότι ένα μέρος παραιτήθη της ενστάσεως

για παρατυπία ή αντικανονική διαδικασία (irregularity) θα πρέπει να επήρε

κάποιο μέτρο το οποίο ήταν αναγκαίο ή χρήσιμο μόνο, αν η [*79] ένσταση

δεν είχε εγερθεί ή παραιτήθη απ' αυτή. Υπό το φώς του ανωτέρω αποσπάσματος δεν

νομίζω ότι η εμφάνιση του καθ' ου η αίτηση και η καταχώριση ενστάσεως και ενόρκου

δηλώσεως είναι ενέργεια δια της οποίας παραιτείται από την έγερση της ενστάσεως

δια αντικανονική διαδικασία (irregularity). Η ένσταση ηγέρθη στην ένορκο δήλωση και δεν βλέπω πως τούτο

μπορεί να θεωρηθεί σαν νέα ενέργεια μετά την έγερση της ενστάσεως, με την οποία

να φαίνεται ότι υπάρχει παραίτηση από την ένσταση για αντικανονική διαδικασία.

Η απόφαση στην οποία

ανεφέρθη ο δικηγόρος του αιτητή από το απόσπασμα το οποίο παρέθεσα πιο πάνω, το

οποίο βρίσκεται στο βιβλίο The English Empire Digest, φαίνεται ότι είναι διακριτέα της παρούσης περιπτώσεως.

Στην απόφαση η παρατυπία στην διαδικασία ήταν ότι δεν επιδόθησαν αντίγραφα

ενόρκων δηλώσεων, τα οποία έπρεπε να συνοδεύουν την αίτηση δια παρακοή

διατάγματος του Δικαστηρίου. Ο δικηγόρος του καθ' ου η αίτηση ενεφανίσθη και

αφού ήγειρε την ένσταση αντικανονικής διαδικασίας απεδέχθη αναβολή της

υποθέσεως δια να δοθεί ευκαιρία στον εναγόμενο να απαντήσει της ενόρκου

δηλώσεως. Οι ένορκοι δηλώσεις επεδόθησαν στον δικηγόρο

του εναγομένου ο οποίος ενεφανίσθη κατά την ακρόαση και παρεδέχθη ότι ο

εναγόμενος δεν μπορούσε να απαντήσει της ενόρκου δηλώσεως. Κατόπιν τούτο ο

Δικαστής εξέδωσε το αιτούμενο διάταγμα. Η ενέργεια αυτή του δικηγόρου του

εναγομένου εθεωρήθη ως παραίτηση από την εγερθείσα ένσταση δια αντικανονική [*80] διαδικασία.

Είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι η ενέργεια που εθεωρήθη ως παραίτηση αφορά

αυτήν ταύτη την παρατυπία. Δηλαδή ο δικηγόρος του εναγομένου απεδέχθη τας

ενόρκους δηλώσεις που έπρεπε να συνοδεύουν την αίτηση. Στην παρούσα αίτηση δεν

υπάρχουν παρόμοια περιστατικά καθότι ο δικηγόρος του καθ' ου η αίτηση ήγειρε

την ένσταση δια αντικανονική διαδικασία επί της ενστάσεως του στην αίτηση του

αιτητή. Τούτο κατά την άποψη μου δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι ενέργεια, η

οποία υποδηλεί παραίτηση από την ένσταση δια αντικανονική διαδικασία.

Η άποψη μου αυτή

υποστηρίζεται και από την υπόθεση Emeris v. Woodward (1890) 43

Ch. D. 183, στην οποία αποφασίσθη ότι:-

"A defendant

who, after taking the point that the wrong proceedings had been brought,

completed the affidavit evidence,

was held not to be debarred from taking the objection".

Όσον αφορά την

εισήγηση του δικηγόρου του αιτητή, ότι με το να υποβάλει την παρούσα αίτηση συντομεύεται η

διαδικασία, πράγμα το οποίο δεν είναι αντίθετο προς το πνεύμα του Θεσμού 8 του

Διατάγματος 65, δεν νομίζω ότι χρειάζονται περαιτέρω σχόλια αφού είναι φανερό,

κατά την άποψη μου, ότι οι ενδιάμεσες αιτήσεις καθυστερούν την διαδικασία και

δεν την συντομεύουν. Σε αυτό άλλωστε αποβλέπει και ο Θεσμός 8 του Διατάγματος

65. Εν όψει του ευρήματος

μου, ότι δια της παρούσης αιτήσεως ζητείται η έκδοση προδικαστικού διατάγματος [81] (interlocutory order) και ότι η

καταχώριση ενστάσεως εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση δεν αποτελεί ενέργεια με

την οποία αυτός παραιτήθη της ενστάσεως δια

αντικανονική δια­δικασία, η αίτηση απορρίπτεται ως αντίθετος προς τον Θεσμό 8

του Διατάγματος 65 των Θεσμών της Πολιτικής Δικο­νομίας. Επιδικάζω τα έξοδα της

αιτήσεως σε βάρος του αιτητού.

Αίτηση

απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος του αιτητού.