# 999/2019 · 999/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

**Geschäftsnummer:** 999/2019
**Gericht / Behörde:** Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece) (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
**Entscheiddatum:** 2019-08-07
**Canonical Legislator URL:** https://legislator.ch/de/case/el/AP_999_2019/999-2019-999-2019-supreme-civil-and-criminal-court-of-greece
**Official Source URL:** https://www.areiospagos.gr/nomologia/apofaseis_DISPLAY.asp?cd=YDIBRTQ9C5VN55PWDRFAVJH8V8N8HP&apof=999_2019

## Zusammenfassung (Sachverhalt & Erwägungen)

Απόφαση 999 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 999/2019 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και ΓεώρÎ...

## Leitsatz / Regeste

Απόφαση 999 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 999/2019 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και ΓεώρÎ...

## Volltext des Entscheids

Απόφαση 999 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 999/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Π. Τ. του Σ., κατοίκου ..., 3) Β. Μ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Σίνο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία " ... Α.Ε.", και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/12/2012 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3921/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2201/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5/4/2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 5-4-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 2201/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθ. 3921/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 13-12-2012 ανακοπή αυτών κατά της υπ' αριθ. 22892/2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απέρριψε την έφεση. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά την παρ. 2 του άρθρου 626 ΚΠολΔ, το δικόγραφο της αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να περιέχει: α) όσα ορίζουν τα άρθρα 117 ή 118 και η παράγραφος 1 του άρθρου 119 του Κώδικα αυτού, β) αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής και γ) την απαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων, με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους, των οποίων ζητείται η καταβολή, κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, στην αίτηση του δικαιούχου για την έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα, από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της. Από τις διατάξεις αυτές, που δεν περιλαμβάνουν παραπομπή στο άρθρο 216 παρ. 1 περ. α' του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 623 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής, για τον προσδιορισμό της χρηματικής απαίτησης, για την οποία ζητείται η έκδοσή της, ούτως ώστε να πληρούται ο αντίστοιχος νόμιμος όρος, δεν απαιτείται να παρατίθεται το σύνολο των γενεσιουργών της απαίτησης περιστατικών, αλλά αρκεί η παράθεση πραγματικών περιστατικών, που να εξατομικεύουν την απαίτηση, καθόσον αφορά στο αντικείμενο, το είδος και τον τρόπο γέννησής της και που να δικαιολογούν συμπέρασμα αντίστοιχης συγκεκριμένης οφειλής εκείνου, κατά του οποίου απευθύνεται η αίτηση έναντι του αιτούντος (ΑΠ 15/2007). Από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής, με την οποία ζητείται το κατάλοιπο ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού μεταξύ της αιτούσας πιστώτριας τράπεζας και του καθ' ου η αίτηση πιστούχου αρκεί να αναφέρεται ότι μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε, ότι το ποσό αυτό θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της αιτούσας, ότι ο λογαριασμός αυτός έκλεισε με ορισμένο κατάλοιπο υπέρ αυτής, το οποίο αποδεικνύεται από το πλήρες απόσπασμα των εμπορικών της βιβλίων και ότι το απόσπασμα αυτό, στο οποίο εμφαίνεται όλη η κίνηση του λογαριασμού από την υπογραφή της σύμβασης μέχρι το κλείσιμο του λογαριασμού (και το οποίο αποτελεί έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 623 ΚΠολΔ), επισυνάπτεται στην αίτηση, οπότε και δεν είναι απαραίτητο να αναφέρονται σ' αυτήν και τα επί μέρους κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων, αφού τα κονδύλια αυτά περιλαμβάνονται στο επισυναπτόμενο απόσπασμα, από το οποίο κατά τη συμφωνία των διαδίκων αποδεικνύεται η απαίτηση της αιτούσας τράπεζας (ΑΠ 872/2017, ΑΠ 330/2012, ΑΠ 1432/1998). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τον πρώτο λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων, με τον οποίο παραπονούνταν για την απόρριψη του πρώτου λόγω της ανακοπής τους κατά της πιο πάνω υπ' αριθ. ….92/2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών περί αοριστίας της αίτησης για την έκδοση αυτής λόγω μη αναφοράς σ' αυτήν όλων των κονδυλίων των αμοιβαίων πιστοχρεώσεων του σχετικού αλληλόχρεου λογαριασμού, δεχόμενο τα ακόλουθα: "...στην αίτηση της καθ' ης η ανακοπή, επί της οποίας εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, εκτίθεται, μεταξύ άλλων, ότι μεταξύ αυτής και της πρώτης από τους ανακόπτοντες (εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...") καταρτίσθηκαν εγγράφως η υπ' αριθ. ….19/16-4-2004 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, με την οποία η Τράπεζα χορήγησε στην εταιρία αυτή πίστωση (με τις μεταγενέστερες αυξητικές συμβάσεις) μέχρι του ποσού των 2.000.000,00 ευρώ και οι συμβάσεις παροχής εγγύησης (αρχικές και μεταγενέστερες αυξητικές), με τις οποίες ο δεύτερος και η τρίτη των ανακοπτόντων εγγυήθηκαν ανεπιφύλακτα προς την Τράπεζα την οφειλή της πιστούχου, μέχρι του ποσού των 2.000.000,00 και 650.000,00 ευρώ, αντίστοιχα. Ότι, δυνάμει όρων της συμβάσεως, η Τράπεζα είχε δικαίωμα να κλείσει την πίστωση οριστικά, χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση της πιστούχου και η απαίτησή της συμφωνήθηκε, ότι θα αποδεικνύεται από απόσπασμα των βιβλίων της. Ότι οι λογαριασμοί, που ανοίχθηκαν για την εξυπηρέτηση της πίστωσης επ' ονόματι της πιστούχου, έκλεισαν με ορισμένο κατάλοιπο υπέρ της Τράπεζας και ότι η πρώτη των καθ' ων η αίτηση-α' ανακόπτουσα, με τις από 3-1-2011 επιστολές της, αναγνώρισε ανεπιφύλακτα τα χρεωστικά, σε βάρος της, υπόλοιπα των λογαριασμών, ανερχόμενα σε 509.297,29 και 670.893,37 ευρώ. Ότι η αναγνώριση αυτή δεσμεύει και τους δεύτερο και τρίτη των ανακοπτόντων-εγγυητών της πίστωσης, δυνάμει ρητών όρων των συμβάσεων παροχής εγγύησης. Ότι την 9-12-2011 η Τράπεζα προέβη, όπως είχε δικαίωμα από τη σύμβαση, επειδή η οφειλέτριά της κατέστη υπερήμερη, στο οριστικό κλείσιμο των λογαριασμών, με συνολικά χρεωστικά υπόλοιπα σε βάρος της πιστούχου εταιρίας 471.612,95 ευρώ και 51.288,37 ευρώ, τα οποία γνωστοποιήθηκαν σ' αυτήν και στους λοιπούς ανακόπτοντες, που συμβλήθηκαν στην ανωτέρω σύμβαση, ως εγγυητές. Ότι τα παραπάνω υπόλοιπα αποδεικνύονται από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και αποσπάσματα των τηρουμένων λογαριασμών, που δείχνουν την κίνηση τους και το χρεωστικό υπόλοιπο από την 3-1-2011, μέχρι το κλείσιμο. Με το περιεχόμενο αυτό η αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής περιείχε όλα τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία, δεν ήταν απαραίτητο δε για την πληρότητά της να αναφέρονται τα επιμέρους κονδύλια των χρεοπιστώσεων με όλες τις λεπτομέρειες και αποσαφηνίσεις, που οι ανακόπτοντες αξιώνουν, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν με τον πρώτο λόγο της ανακοπής τους, αφού τα κονδύλια αυτά περιλαμβάνονταν στα προσαγόμενα σχετικά αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της Τράπεζας, αναφορικά με τα οποία αυτή επικαλέσθηκε, όπως είχε υποχρέωση από τα άρθρα 118, 216, 626 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, το κρίσιμο στοιχείο, ότι, δυνάμει όρου της συμβάσεως, η απαίτηση της θα αποδεικνύεται από απόσπασμα των βιβλίων της. Διότι με την επίκληση (και απόδειξη) μιας τέτοιας δικονομικής συμβάσεως, τα αποσπάσματα παρέχουν πλήρη απόδειξη, αφού συνιστούν έγγραφα κατά την έννοια των άρθρων 441 και 448 ΚΠολΔ ...Επομένως, ο πρώτος λόγος της ανακοπής, με τον οποίο οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται, ότι η αίτηση προς έκδοση της διαταγής πληρωμής ήταν αόριστη, διότι δεν αναφέρονταν τα κονδύλια των αμοιβαίων πιστοχρεώσεων, το νόμιμο επιτόκιο και επί ποιου ποσού υπολογιζόταν και τα ποσά, που εισέπραξε η Τράπεζα από τα παραδοθέντα αξιόγραφα, έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος". Έτσι που έκρινε το Εφετείο και δέχθηκε ότι ορθά απορρίφθηκε ο ως άνω λόγος της ανακοπής ως αβάσιμος δεν υπέπεσε σε σφάλμα και δεν παραβίασε ευθέως τις ως άνω διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά προέβη στη νομική εκτίμηση των ως άνω εφαρμοσθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου και θεώρησε ως επαρκή τα περιλαμβανόμενα στην ως άνω αίτηση για την έκδοση της αναφερόμενης διαταγής πληρωμής στοιχεία, στα οποία δεν περιλαμβάνονται και η αναλυτική έκθεση των επιμέρους κονδυλίων των αμοιβαίων χρεοπιστώσεων του σχετικού αλληλόχρεου λογαριασμού. Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα και αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ.

III. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 623 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το ν. 4335/2015, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 του ίδιου Κώδικα μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύεται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο. Διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί και για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως η σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού, η κίνηση, το κλείσιμο και το κατάλοιπο αυτού. Περαιτέρω, η περιλαμβανόμενη στη σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ειδική συμφωνία (άρθρο 361 ΑΚ) ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της πιστώσεως θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας είναι, ως δικονομική σύμβαση, έγκυρη. Το απόσπασμα αυτό, στο οποίο αποτυπώνεται η κίνηση, το κλείσιμο του λογαριασμού και το κατάλοιπο, επέχει θέση αποδεικτικού μέσου με ισχύ ιδιωτικού εγγράφου, το αντίγραφο δε αυτού έχει αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο, εφόσον η ακρίβεια τούτου βεβαιώνεται από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο (άρθρα 449 παρ.1 ΚΠολΔ, 36 ν. 4194/2013, 14 ν. 1599/1986) και δεν μπορεί να προσδώσει την αποδεικτική αυτή δύναμη η βεβαίωση της ακρίβειας του αντιγράφου από τον αρμόδιο υπάλληλο της πιστώτριας τράπεζας, εκτός εάν αφορά εκτύπωση αποσπάσματος των μηχανογραφικώς τηρούμενων εμπορικών βιβλίων που περιέχονται σε ηλεκτρονική μορφή εντός του υπολογιστή, οπότε δεν απαιτείται βεβαίωση της ακρίβειας τούτου από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο, αφού δεν πρόκειται για αντίγραφο (ΑΠ 84/2014, ΑΠ 35/2011, ΑΠ 27/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αναίρεσής τους, κατά το δεύτερο σκέλος του, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε το δεύτερο λόγο έφεσης αυτών, που αφορούσε στην απόρριψη του αντίστοιχου λόγου ανακοπής τους, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής έπρεπε να ακυρωθεί, γιατί στο αντίγραφο κίνησης του επιδίκου λογαριασμού που προσκόμισε η αναιρεσίβλητη για την έκδοσή της ουδεμία απολύτως βεβαίωση του υπαλλήλου της που έκανε την εκτύπωση υπάρχει, αλλά υπάρχει μόνο επί της φωτοτυπίας αυτής του αποσπάσματος επικύρωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της, η οποία ωστόσο δεν αρκεί, ώστε να αποτελεί η φωτοτυπία αποσπάσματος των βιβλίων της τράπεζας κυρωμένο αντίγραφο εκ του πρωτοτύπου. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε τον ως άνω δεύτερο λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων, δεχόμενο τα ακόλουθα: "...ο ανωτέρω λόγος είναι αόριστος και για το λόγο αυτό έπρεπε να απορριφθεί, καθόσον δεν αναφέρεται σε ποιον συγκεκριμένο λογαριασμό αφορά, αφού για την εξυπηρέτηση της επίδικης σύμβασης (και των αυξητικών αυτής) τηρήθηκαν περισσότεροι του ενός λογαριασμοί ούτε άλλωστε προκύπτει, ότι η εν λόγω πλημμέλεια αναφέρεται στο σύνολο των προσκομισθέντων αντιγράφων κίνησης όλων των τηρηθέντων λογαριασμών". Έτσι που έκρινε το Εφετείο και δέχθηκε ότι ορθά απορρίφθηκε ο ως άνω λόγος της ανακοπής ως αόριστος δεν υπέπεσε σε σφάλμα και δεν παραβίασε ευθέως τις ως άνω διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά προέβη στη νομική εκτίμηση των ως άνω εφαρμοσθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου και θεώρησε ότι η έκθεση των περιστατικών για τη θεμελίωση του λόγου αυτού της ανακοπής, δεν γίνεται με σαφήνεια και πληρότητα, ενόψει της μη αναφοράς του συγκεκριμένου λογαριασμού από τους περισσότερους τηρούμενους λογαριασμούς για την επίδικη σύμβαση και τις αυξητικές αυτής. Έτσι, η έλλειψη σαφούς, επαρκούς και συγκεκριμένης εξειδίκευσης όλων των περιστατικών που αντιστοιχούν στα στοιχεία του πραγματικού των σχετικών κανόνων δικαίου και ως εκ τούτου, είναι παραγωγικά του επιδίκου δικαιώματος, καθιστούν αόριστο τον πιο πάνω λόγο της ανακοπής, ανεξαρτήτως βέβαια του ότι σ' όλα τα αναφερόμενα στην ένδικη διαταγή πληρωμής αποσπάσματα των τηρούμενων λογαριασμών της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, γίνεται μνεία ότι υπάρχουν επ' αυτών σχετικές αναλυτικές βεβαιώσεις δύο υπαλλήλων αυτής. Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα και αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ.

ΙV. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 παρ. 1, 217, 583, 585, 632 παρ. 1 και 633 παρ.1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι λόγοι της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, ώστε να είναι δυνατόν ο μεν καθ' ου η ανακοπή να αμυνθεί κατ' αυτής, το δε δικαστήριο να κρίνει για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους, διαφορετικά απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας. Περαιτέρω, οι πιο πάνω λόγοι μπορούν να αφορούν είτε την τυπική ακυρότητα της διαταγής πληρωμής, με την έννοια ότι δεν τηρήθηκαν οι όροι και διατυπώσεις που απαιτούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 623 επ. του ίδιου Κώδικα, για την έκδοση έγκυρης διαταγής πληρωμής, είτε την ουσιαστική ακυρότητα αυτής (διαταγής πληρωμής), με την έννοια ότι ο ανακόπτων αμφισβητεί την ύπαρξη της οφειλής του, προβάλλοντας ανατρεπτικές ή διακωλυτικές της γέννησης της απαίτησης του καθ' ου η ανακοπή ενστάσεις. Γι' αυτό το δικόγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, εκτός από απαιτούμενα κατά νόμο (άρθρα 118 και 119 ΚΠολΔ) για κάθε δικόγραφο στοιχεία, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τους λόγους της, με τους οποίους οριοθετείται η δίκη της ανακοπής, να περιέχει δηλαδή με σαφήνεια τις αντιρρήσεις και ενστάσεις του ανακόπτοντος κατά της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής. Ειδικότερα, αν πρόκειται για απαίτηση από κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, για να είναι ορισμένοι οι λόγοι της ανακοπής, που αφορούν στην απαίτηση, πρέπει να περιέχουν ισχυρισμούς, οι οποίοι αναφέρονται στα κατ' ιδίαν κονδύλια του λογαριασμού και δεν αρκεί μόνη η γενική αμφισβήτηση της ορθότητας του λογαριασμού και γενικότερα του ορθού υπολογισμού της απαίτησης (ΑΠ 1071/2017, ΑΠ 2073/2007, ΑΠ 1684/1998, ΑΠ 491/1994). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον τρίτο λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων, με τον οποίο παραπονούνταν για την απόρριψη του τρίτου λόγου της ανακοπής τους κατά της πιο πάνω διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών περί χρέωσης στους τηρηθέντες λογαριασμούς, κατά την καταχώρηση πινακίων επιταγών, μη νόμιμων προμηθειών με την ένδειξη "έξοδα", τα οποία ουδέποτε είχαν συμφωνηθεί ρητώς, δεχόμενο τα ακόλουθα: "...ο λόγος αυτός είναι αόριστος και έπρεπε να απορριφθεί, διότι δεν εκτίθεντο αναλυτικά όλες οι θεωρούμενες από τους ανακόπτοντες ως μη νόμιμες προμήθειες-χρεώσεις κατά μήνα και έτος και για το σύνολο των τηρηθέντων για την εξυπηρέτηση της σύμβασης λογαριασμών, καθόσον δεν αρκεί η αμφισβήτηση της ορθότητας γενικώς, του λογαριασμού αλλά απαιτείται η αμφισβήτηση μεμονωμένων κονδυλίων αυτού". Έτσι που έκρινε το Εφετείο και δέχθηκε ότι ορθά απορρίφθηκε ο ως άνω λόγος της ανακοπής ως αόριστος, δεν υπέπεσε σε σφάλμα και δεν παραβίασε ευθέως τις ως άνω διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Τούτο δε διότι η έκθεση των περιστατικών για τη θεμελίωση του λόγου αυτού της ανακοπής δεν γίνεται με σαφήνεια και πληρότητα, ενόψει της μη αναφοράς συγκεκριμένου κονδυλίου ή συγκεκριμένων κονδυλίων των τηρηθέντων για τις επίδικες συμβάσεις λογαριασμών, τα οποία και να αμφισβητούν οι αναιρεσείοντες. Εξάλλου, δεν ήταν αναγκαίο για το ορισμένο, βέβαιο και εκκαθαρισμένο της απαίτησης να προσκομιστούν από την αναιρεσίβλητη κατά την αίτησή της για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής αντίγραφα των μηνιαίων λογαριασμών, δεδομένου ότι ούτε από το νόμο ούτε από τις ένδικες συμβάσεις καθιερώνεται σχετική υποχρέωση της τελευταίας. Επομένως, είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα και αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ. Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με τον ίδιο λόγο κατά το δεύτερο σκέλος του αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ότι το Εφετείο έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και απέδωσε στα έγγραφα που προσκόμισε η αναιρεσίβλητη για την έκδοση της ένδικης διαταγής πληρωμής αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη από εκείνη, που ορίζει ο νόμος, αφού δέχθηκε ότι η απαίτηση της τελευταίας ήταν βέβαιη και εκκαθαρισμένη με βάση αυτά, παρά το ότι περιείχαν κατά τα ως άνω μη νόμιμες προμήθειες-χρεώσεις, και όχι με βάση αντίγραφα των μηναίων λογαριασμών. Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω δεύτερος λόγος της αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του είναι απαράδεκτος, καθόσον το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δεν προέβη σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών και δεν εισήλθε στην ουσία της διαφοράς ούτε διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, αλλά απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό λόγο έφεσης με τον οποίο είχε απορριφθεί ως αόριστος ο λόγος ανακοπής περί μη νόμιμων προμηθειών-χρεώσεων (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 623/2011, ΑΠ 1809/2007).

V. Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθ. 1α' και 19 του ΚΠολΔ, καθόσον ισχυρίζονται ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι έπρεπε να απορριφθεί ο τέταρτος λόγος ανακοπής τους κατά της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής λόγω ακυρότητας των Γενικών Όρων των επιδίκων συμβάσεων δυνάμει των οποίων αυτή (διαταγή πληρωμής) εκδόθηκε. Στην παρούσα υπόθεση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο πιο πάνω λόγος της ανακοπής είναι αόριστος και έπρεπε να απορριφθεί διότι "οι ανακόπτοντες, μολονότι επικαλούνται ακυρότητα του συγκεκριμένου όρου της σύμβασης, δεν διευκρινίζουν, αν η ακυρότητα αυτή είναι τόσο ουσιώδης, ώστε να επιφέρει ταυτόχρονα ακυρότητα της όλης σύμβασης (άρθρο 181 ΑΚ), ή, στην αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή η ακυρότητα περιορίζεται στον συγκεκριμένο όρο, ποια η επίδραση της στη διαμόρφωση του ύψους της οφειλής, δεδομένου ότι δεν προσδιορίζεται κατά ποιο ποσό συγκεκριμένως, επιβαρύνθηκε η επιτασσόμενη απαίτηση εξ αιτίας του υπολογισμού αυτού". Έτσι που έκρινε το Εφετείο και δέχθηκε ότι ορθά απορρίφθηκε ο ως άνω λόγος της ανακοπής ως αόριστος, δεν υπέπεσε σε σφάλμα και δεν παραβίασε ευθέως τις ως άνω διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να αρκεστεί σε λιγότερα στοιχεία ως προς αυτές. Τούτο δε διότι η έκθεση των περιστατικών για τη θεμελίωση του λόγου αυτού της ανακοπής δεν γίνεται με σαφήνεια και πληρότητα, ενόψει της μη αναφοράς συγκεκριμένου κονδυλίου ή συγκεκριμένων κονδυλίων των τηρηθέντων για τις επίδικες συμβάσεις λογαριασμών, τα οποία και να αμφισβητούν οι αναιρεσείοντες. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι το ζήτημα της εγκυρότητας του συγκεκριμένου όρου των επίδικων συμβάσεων περί υπολογισμού τόκων με βάση το έτος 360 ημερών προβάλλεται αυτοτελώς από τους αναιρεσείοντες στον επόμενο (τέταρτο) λόγο της αίτησης αναίρεσης, όπου και αυτός θα ερευνηθεί ειδικότερα. Ακόμη, πρέπει να τονιστεί ότι στην παρούσα περίπτωση δεν ιδρύεται ο επικαλούμενος από τους αναιρεσείοντος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δεν εισήλθε στην ουσία της διαφοράς και δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, αλλά δέχθηκε ότι ο πιο πάνω λόγος της ανακοπής έπρεπε να απορριφθεί ως αόριστος (Ολ ΑΠ 9/2011, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 507/2018). Επομένως, είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα και αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' και 19 του ΚΠολΔ.

VI. Α) Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον ισχυρίζονται ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι έπρεπε να απορριφθεί ο πέμπτος λόγος ανακοπής τους κατά της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, αφού στον όρο 2.1 της από 16-4-2004 υπ' αριθ. 319 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό αναγράφεται ότι ο τόκος υπολογίζεται τοκαριθμικώς με βάση έτος 360 ημερών επί του ημερήσιου χρεωστικού υπολοίπου της πίστωσης και ότι ο όρος αυτός είναι άκυρος ως αδιαφανής και καταχρηστικός ως αντικείμενος στη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ως προς το ζήτημα του κύρους του όρου των ένδικων συμβάσεων περί υπολογισμού του τόκου τοκαριθμικώς με βάση το έτος 360 ημερών επί του ημερήσιου χρεωστικού υπολοίπου της πίστωσης τα εξής: " Ο λόγος αυτός έπρεπε να απορριφθεί, ως νομικά αβάσιμος, διότι, όσον αφορά την επίδικη σύμβαση χορήγησης πίστωσης, οι ανακόπτοντες δεν φέρουν την έννοια του καταναλωτή, καθόσον η πρώτη, υπό την ιδιότητα του πρωτοφειλέτη, προέβη στην κατάρτισή της προκειμένου να χρησιμοποιήσει την πίστωση, όχι για την κάλυψη ατομικών καταναλωτικών αναγκών, αλλά για τη χρηματοδότηση της επαγγελματικής της δραστηριότητας, ενώ οι λοιποί ανακόπτοντες εγγυήθηκαν υπέρ της πρώτης την εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων, μη έχοντες ως εκ τούτου την ιδιότητα του καταναλωτή, καθώς δεν φέρονται ως αποδέκτες των υπηρεσιών της Τράπεζας". Βέβαια η ως άνω αιτιολογία του εφετείου είναι εσφαλμένη, καθόσον η πρώτη των αναιρεσειόντων ως δανειολήπτρια για τη χρηματοδότηση της επαγγελματικής της δραστηριότητας και οι λοιποί αυτών ως εγγυητές υπέρ της πρώτης, λόγω του παρεπομένου χαρακτήρα της εγγύησης, θεωρούνται ως καταναλωτές και ως εκ τούτου υπάγονται στην προστατευτική λειτουργία του ν. 2251/1994 (Ολ ΑΠ 13/2015). Σύμφωνα όμως με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, ο ως άνω λόγος της ανακοπής είναι αόριστος, δεδομένου η έκθεση των περιστατικών για τη θεμελίωση αυτού δεν γίνεται με σαφήνεια και πληρότητα, ενόψει της μη αναφοράς συγκεκριμένου κονδυλίου ή συγκεκριμένων κονδυλίων ως προς τον υπολογισμό των τόκων των τηρηθέντων για τις επίδικες συμβάσεις λογαριασμών, τα οποία και να αμφισβητούν οι αναιρεσείοντες. Με τα δεδομένα αυτά, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ορθό (κατά το αποτέλεσμα) διατακτικό και πρέπει, με αντικατάσταση της εσφαλμένης αιτιολογίας της με την ορθή ως άνω αιτιολογία (Ολ ΑΠ 37/1996, ΑΠ 139/2018, ΑΠ 1697/2017), να απορριφθεί, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ ο από τον αριθμό 1α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του.

Β) Με τον ίδιο (τέταρτο) λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, καθόσον εσφαλμένα δέχθηκε ότι έπρεπε να απορριφθεί ο λόγος της ανακοπής τους περί ακυρότητας της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής λόγω ακυρότητας του σχετικού άρθρου της ένδικης σύμβασης περί επιβάρυνσης της πιστούχου Ε.Π.Ε. με το ποσοστό εισφοράς του Ν. 128/1975 και περί παράνομου ανατοκισμού και κεφαλαιοποίησης της εν λόγω εισφοράς. Στην παρούσα υπόθεση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ως προς το ζήτημα αυτό τα εξής: "Κατά το πρώτο σκέλος του ο ανωτέρω λόγος έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμος, διότι η μετακύλιση της παραπάνω εισφοράς δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 128/1975, με την οποία καθορίζονται μεν, ως υπόχρεοι για την καταβολή της (εισφοράς), τα πιστωτικά ιδρύματα και όχι οι δανειολήπτες καταναλωτές, χωρίς, όμως, να απαγορεύεται από αυτή ή από κάποια άλλη διάταξη η συμβατική μετακύλισή της στους τελευταίους. Έτσι, η μετακύλιση της εν λόγω εισφοράς στους δανειολήπτες καταναλωτές, εφόσον δεν απαγορεύεται, επιτρέπεται με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας, στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των εξωτραπεζικών επιτοκίων...κατά δε, το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο οι ανακόπτοντες επικαλέσθηκαν παράνομο ανατοκισμό της ως άνω εισφοράς, έπρεπε να απορριφθεί ως αόριστος, καθόσον οι ανακόπτοντες, οι οποίοι, σημειωτέον, δεν αμφισβητούν συγκεκριμένα κονδύλια χρεώσεων του λογαριασμού, δεν προσδιορίζουν κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ποιο μέρος του επιτασσόμενου με την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής ποσού προέρχεται από παράνομο ανατοκισμό της εισφοράς, ώστε να είναι δυνατός ο έλεγχος της βασιμότητας του σχετικού ισχυρισμού τους και η αντίκρουσή του από την καθ' ης, σε περίπτωση δε, ουσιαστικής παραδοχής του, το Δικαστήριο να ακυρώσει την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής κατά το παρανόμως επιδικασθέν χρηματικό ποσό, καθόσον στην ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία επιδικάζει κατάλοιπο ανοικτού λογαριασμού, για να είναι κάποιος λόγος ορισμένος και παραδεκτός, θα πρέπει να περιέχει ισχυρισμούς, που ανάγονται στα κατ' ιδίαν κονδύλια του λογαριασμού, μη αρκούσης της γενικής αμφισβήτησης της ορθότητας αυτού". Έτσι που έκρινε το Εφετείο και δέχθηκε ότι ορθά απορρίφθηκε ο ως άνω λόγος της ανακοπής κατά τα πιο πάνω δύο σκέλη του ως μη νόμιμος και αόριστος αντίστοιχα, δεν υπέπεσε σε σφάλμα και δεν παραβίασε ευθέως τις ως άνω διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να αρκεστεί σε λιγότερα στοιχεία ως προς αυτές και επομένως είναι αβάσιμος ο σχετικός λόγος αναίρεσης. Τούτο δε διότι η μετακύλιση της παραπάνω εισφοράς δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, με την οποία καθορίζονται μεν ως υπόχρεοι για την καταβολή της τα πιστωτικά ιδρύματα και όχι οι δανειολήπτες καταναλωτές, χωρίς όμως να απαγορεύεται απ' αυτήν η από κάποια άλλη διάταξη η συμβατική μετακύλισή της στους τελευταίους. Επιπλέον, όσον αφορά τον επικαλούμενο παράνομο ανατοκισμό και κεφαλαιοποίηση της εν λόγω εισφοράς η έκθεση των περιστατικών για τη θεμελίωση του λόγου αυτού της ανακοπής κατά το σχετικό σκέλος του δεν γίνεται με σαφήνεια και πληρότητα, ενόψει της μη αναφοράς συγκεκριμένου κονδυλίου ή συγκεκριμένων κονδυλίων των τηρηθέντων για τις επίδικες συμβάσεις λογαριασμών, τα οποία και να αμφισβητούν οι αναιρεσείοντες. Επομένως, είναι αβάσιμος ο τέταρτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα και αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ.

VII. Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων καθώς, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας διαφοράς. Επομένως, ελέγχεται αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ ΑΠ 7, 8/2011, ΑΠ 96/2018, ΑΠ 214/2006). Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, εκτός των άλλων, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε από την άσκησή του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι τότε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Τούτο συμβαίνει ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο και μάλιστα ευλόγως η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη δε η αδράνεια του δικαιούχου για μακρό χρονικό διάστημα και πάντως μικρότερο απ' αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και ευρισκόμενες σε αιτιώδη συνάφεια μεταξύ τους, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και έχει διατηρηθεί για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των διαγραφομένων από την ανωτέρω διάταξη ορίων. Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει απλώς δυσμενείς (Ολ ΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 10/2012, ΑΠ 1248/2018, ΑΠ 909/2017). Περαιτέρω, μεταξύ των προϋποθέσεων για τη θεμελίωση της από την ανωτέρω διάταξη ένστασης είναι και η επίκληση της ύπαρξης δικαιώματος, καθόσον μόνον υπαρκτού δικαιώματος μπορεί να νοηθεί καταχρηστική άσκηση. Εάν αυτός που προτείνει το σχετικό ισχυρισμό αρνείται τα περιστατικά που στηρίζουν το σχετικό δικαίωμα, δεν μπορεί να θεμελιωθεί η από το ως άνω άρθρο ένσταση, αφού μόνο υπαρκτό δικαίωμα είναι λογικώς δυνατό να ασκηθεί, ώστε να νοείται καταχρηστική άσκησή του ( Ολ ΑΠ 17/1995, ΑΠ 914/1987, ΑΠ 489/1976, ΑΠ 544/1972). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τις κατατεθείσες προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου πρότειναν τον ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησης του σχετικού δικαιώματος, τον οποίο επανέφεραν και ενώπιον του Εφετείου με λόγο έφεσης. Για τη θεμελίωση δε του ισχυρισμού τους αυτού εκθέτουν ότι η αναιρεσίβλητη Τράπεζα άσκησε καταχρηστικά το δικαίωμά της προς έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, διότι, μολονότι γνώριζε, ότι στην ένδικη σύμβαση υπήρχαν άκυροι γενικοί όροι συναλλαγών, εντούτοις ενσωμάτωσε στην απαίτησή της τα κονδύλια που απέρρεαν από τους όρους αυτούς. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης δεχόμενο τα εξής: "Ο ισχυρισμός τους αυτός έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμος, διότι η επιδίωξη εκ μέρους της καθ' ης Τράπεζας της ικανοποίησης νόμιμης αξίωσής της με τα μέσα που παρέχει ο νόμος και εν προκειμένω με την έκδοση διαταγής πληρωμής δεν υπερβαίνει τα όρια που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ούτε προκαλεί την εντύπωση έντονης αδικίας εις βάρος τους". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, που απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης ως αβάσιμο, δεχόμενο ότι ο σχετικός ισχυρισμός από το άρθρο 281 ΑΚ είναι μη νόμιμος, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου εν λόγω διάταξη με εσφαλμένη ερμηνεία ή τη μη εφαρμογή της, διότι πράγματι τα εκτιθέμενα περιστατικά δεν ήταν ικανά να θεμελιώσουν, κατά νόμο την προβαλλόμενη ένσταση κατά την έννοια που εκτέθηκε παραπάνω. Τούτο δε διότι οι αναιρεσείοντες, ανεξαρτήτως του ότι επικαλούνται περιστατικά που συνιστούν άρνηση του ασκουμένου δικαιώματος και συγκεκριμένα ακυρότητα των σχετικών γενικών όρων συναλλαγών των ενδίκων συμβάσεων, δεν αναφέρουν καθόλου ποιες επαχθείς συνέπειες προκαλεί σ' αυτούς η ιστορούμενη (μη συνεπής) συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης και με ποιο τρόπο η κατ' αυτούς προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος προκαλεί την έντονη εντύπωση αδικίας σε σχέση με το όφελος της αναιρεσίβλητης από την άσκηση του δικαιώματός της. Επομένως, είναι αβάσιμος ο πέμπτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα.

VIII. Mε τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 12 του ΚΠολΔ, καθόσον εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψη του τη νομίμως προσκομισθείσα με επίκληση ένορκη βεβαίωση του μάρτυρά τους Γ. Ρ. και γενικότερα ότι ουδεμία αποδεικτική δύναμη προσέδωσε στα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν, παραβιάζοντας έτσι την αρχή του ισοδυνάμου των αποδεικτικών μέσων. Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος της αναίρεσης είναι απαράδεκτος, αφού το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δεν προέβη σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών και δεν έχει καταρτίσει ελάσσονα πρόταση εκτίμησης των αποδείξεων, δηλαδή δεν εισήλθε στην ουσία της διαφοράς ούτε διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα αλλά απέρριψε ως αβάσιμους τους λόγους έφεσης με τους οποίους είχαν απορριφθεί οι λόγοι ανακοπής ως αόριστοι και μη νόμιμοι (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 623/2011, ΑΠ 1809/2007). Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε'του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5-4-2018 αίτηση των εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", Π. Τ. και Β. Μ. Τ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 2201/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 7 Αυγούστου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

