# 999/2012 — 999/2012 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

**Geschäftsnummer:** 999/2012
**Gericht / Behörde:** Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece) (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
**Entscheiddatum:** 2012-06-07
**Canonical Legislator URL:** https://docs.legislator.ch/de/sources/court-decision/eu-el/AP_999_2012/999-2012-supreme-civil-and-criminal-court-of-greece
**Official Source URL:** https://www.areiospagos.gr/nomologia/apofaseis_DISPLAY.asp?cd=M2VEH956Q2DUZWCUEMGXBJW49FHZ3X&apof=999_2012

## Zusammenfassung (Sachverhalt & Erwägungen)

Απόφαση 999 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 999/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηλία Γιαννακάκη), Βαρβάρα ΚριτσωτÎ...

## Leitsatz / Regeste

Απόφαση 999 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 999/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηλία Γιαννακάκη), Βαρβάρα ΚριτσωτÎ...

## Volltext des Entscheids

Απόφαση 999 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 999/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηλία Γιαννακάκη), Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα), Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Απριλίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ν. Μ. του Λ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Λαδά

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Ρ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου και 2) Κ. Φ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωκράτη Λαμπρόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-1-2009 αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1240/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-10-2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λυκούδης διάβασε την από 23-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αναίρεση κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου και να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως ως προς τον δεύτερο.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πρώτος αναιρεσίβλητος και ο πληρεξούσιος του δεύτερου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 566 ΚΠολΔ δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αναψηλάφηση, εκείνοι που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι καθολικοί διάδοχοι και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής, καθώς και οι εισαγγελείς, μόνο αν ήταν διάδικοι. Κατά δε το άρθρο 558 ΚΠολΔ, η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι νομιμοποιείται παθητικώς, ως αναιρεσίβλητος, ο αντίδικος του αναιρεσείοντος, εκείνος δηλαδή έναντι του οποίου ο αναιρεσείων νικήθηκε, όχι δε και ο ομόδικός του. Εξάλλου, από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με την οποία το έγγραφο της αναιρέσεως, εκτός από τα άλλα στοιχεία που αναφέρονται σ' αυτό, πρέπει να περιέχει και τους λόγους της αναιρέσεως και της διατάξεως του άρθρου 577 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία, αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή η αναίρεση, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η αναίρεση η οποία δεν περιέχει λόγο αναιρέσεως, αν δε η αναίρεση στρέφεται κατά περισσοτέρων αναιρεσιβλήτων, είναι απαράδεκτη ως προς εκείνους ως προς του οποίους δεν περιέχει λόγο αναιρέσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά δικόγραφα των διαδίκων, ο πρώτος αναιρεσίβλητος, άσκησε εναντίον της αναιρεσείουσας και του δευτέρου αναιρεσιβλήτου Κ. Φ. την από 16-1-2009 αγωγή του με την οποία ζητούσε να του καταβληθούν, εις ολόκληρον, τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 30/2010 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την κατά του Κ. Φ. αγωγή και την έκανε μερικώς δεκτή ως προς την αναιρεσείουσα. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν αντίθετες εφέσεις: α) ο ενάγων και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, στρεφομένος κατά της αναιρεσείουσας και του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, και β) η ήδη αναιρεσείουσα στρεφομένη κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου. Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της ήδη αναιρεσείουσας καθώς και η έφεση του πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά του δευτέρου εφεσιβλήτου, ενώ έγινε δεκτή η έφεση αυτού κατά της αναιρεσείουσας. Κατά της αποφάσεως αυτής στρέφεται η κρινόμενη αναίρεση μόνον ως προς τα κεφάλαιά της με τα οποία έγινε δεκτή η αγωγή του (πρώτου) αναιρεσιβλήτου και απορρίφθηκε η έφεση της ήδη αναιρεσείουσας. Ενόψει τούτων η αίτηση αναιρέσεως απαραδέκτως απευθύνθηκε κατά του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, ομοδίκου της αναιρεσείουσας ως συνεναγόμενου στην αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου και ως εφεσιβλήτου μετ' αυτής στην έφεση του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ενώ δεν υπήρξε διάδικος στην έφεση που άσκησε η ήδη αναιρεσείουσα. Άρα η εν λόγω αίτηση είναι ως προς τον διάδικον αυτόν απορριπτέα. Επίσης, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, ενώ αυτή στρέφεται και κατά του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, δεν παρατίθεται και λόγος αναιρέσεως που να αρμόζει στο πρόσωπο αυτού. Επομένως και εξ αυτού του λόγου ως προς τον αναιρεσίβλητο αυτόν η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε απαράδεκτο από το δικονομικό δίκαιο, δηλαδή σε απαράδεκτο που ανάγεται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων. Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και όχι οι αρνητικοί της αγωγής ή ενστάσεως ισχυρισμοί και οι συνιστώντες επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου εκ της εκτιμήσεως των αποδείξεων. Πράγματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, είναι και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν οποιοδήποτε παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσεως. Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.

Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως, από τους αριθμούς 14 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι: 1) παρά το νόμο "δεν εκήρυξε απαράδεκτο και έλλειψη αρμοδιότητας των ελληνικών δικαστηρίων", αφού, όπως παραδεκτά είχε προτείνει (και ως λόγο εφέσεως), ότι είναι κάτοικος Μασσαχουσέτης ΗΠΑ και "κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 22 ΚΠολΔ αρμόδιο δικαστήριο για την όποια απαίτηση του αντιδίκου είναι το δικαστήριο της Μασσαχουσέτης ΗΠΑ" και 2) δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που πρότεινε και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη της τους παραδεκτώς προταθέντες και λόγους εφέσεως ισχυρισμούς, ότι: α) για την ένδικη διαφορά με τον τέως σύζυγο της "αρμόδια ήταν τα αμερικάνικα δικαστήρια και εφαρμοστέο το αμερικάνικο δίκαιο και συνεπώς δεν είχα προστατευτέα έννομα συμφέροντα στην Ελλάδα με βάση το ελληνικό δίκαιο ή αρμοδιότητας ελληνικών δικαστηρίων, οπότε οποιαδήποτε αγωγή ασκούσε ο αντίδικος εναντίον του τέως συζύγου στην Ελλάδα ήταν ατελέσφορη και απορριπτέα λόγω αναρμοδιότητας των ελληνικών δικαστηρίων" και β) ότι αυτή δεν έδωσε εντολή στον αντίδικό της για την σύνταξη αγωγής, αλλά είχε δώσει εντολή να περαιωθεί η υπόθεση εξωδικαστικά "με βάση τις αποφάσεις των αμερικάνικων δικαστηρίων". Όμως, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι η προς έρευνα υπόθεση αφορούσε: 1) διαφορά για αμοιβή, αποζημίωση και έξοδα του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου δικηγόρου Αθηνών, για την εκτέλεση των αναφερομένων στην αγωγή εργασιών κατόπιν εντολής της εναγομένης - αναιρεσείουσας, διαφορές για τις οποίες αρμόδια είναι, κατά το άρθρο 678 ΚΠολΔ και το δικαστήριο του τόπου όπου είναι διορισμένος ο δικηγόρος, και εν προκειμένω τα αρμόδια δικαστήρια των Αθηνών, και 2) διαφορά από αδικοπραξία, κατά το μέρος που ο ενάγων - αναιρεσίβλητος αιτείται αποζημίωση λόγω της περιγραφόμενης στην αγωγή του αδικοπραξίας (απάτης κ.λπ.), για την οποία αρμόδια κατά τόπο είναι για την εκδίκαση της αγωγής επίσης τα δικαστήρια των Αθηνών, ως τόπος που συνέβη το ζημιογόνο γεγονός (άρθ. 35 ΚΠολΔ), κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή. Επομένως, με το να δεχθεί τα παραπάνω και ακολούθως να ερευνήσει στη συνέχεια κατ' ουσία την έφεση, αφενός έλαβε υπόψη του τους πιο πάνω ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, για έλλειψη δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων και τους απέρριψε (ορθώς) εκ του πράγματος και δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ, μη κηρύσσοντας παρά το νόμο απαράδεκτο, ή μη λαμβάνοντας υπόψη πράγματα που πρότεινε η αναιρεσείουσα και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, λαμβανομένου υπόψη ότι οι προταθέντες σχετικοί λόγοι εφέσεως δεν ήταν βάσιμοι, γι' αυτό και οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, κατά το σχετικό μέρος τους, είναι αβάσιμοι. Ειδικώς ο δεύτερος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του (ανωτ. στοιχ. 2β), είναι απαράδεκτος, αφού οι προβαλλόμενες αιτιάσεις συνιστούν άρνηση της αγωγής και, συνεπώς, δεν αποτελούν "πράγματα" με την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (173 και 200 του Α.Κ.). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ειδικότερα η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι θεμελιώθηκε η υποχρέωσή της να καταβάλει αμοιβή στον αναιρεσίβλητο δικηγόρο, επειδή αυτός συνέταξε εναντίον του τέως συζύγου της αγωγή αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και ότι η απόφαση "φαίνεται να προήλθε σε ερμηνεία της υπογραφής" που ετέθη ... κάτωθι του δικογράφου αγωγής που συνέταξε ο αντίδικος ... και, συνεπώς, αποτελεί θέμα ερμηνείας κατά πόσον δηλαδή η συγκεκριμένη συμπεριφορά ... (της αναιρεσείουσας) αποτελούσε και ατομική δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως με το περιεχόμενο που δέχεται ο νόμος". Επομένως, κατά τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, και για τους διαλαμβανόμενους στο αναιρετήριο λόγους "η αναιρεσιβαλλομένη κατά παράβαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 173, 200, 681 και 713 ΑΚ ήχθη σε εσφαλμένο ερμηνευτικό πόρισμα", ενώ, εάν είχε εφαρμόσει σωστά τις ερμηνευτικές αρχές των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, "κατά την ερμηνεία του ως άνω κρίσιμου δικογράφου θα έπρεπε να καταλήξει στο ερμηνευτικό πόρισμα, ότι δεν παρέσχον εντολή για κατάθεση μιας απαράδεκτης και ατελέσφορης αγωγής". Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Το Εφετείο δεν συνήγαγε ότι η σύμβαση της ένδικης εντολής καταρτίστηκε με την προσυπογραφή της αγωγής και από την ενάγουσα - αναιρεσείουσα, αφού όπως προκύπτει από τις παραδοχές του, η εντολή αυτή δόθηκε πριν την σύνταξη αυτής, η προσυπογραφή δε αυτή αναφέρεται ως αποδεικτικό στοιχείο ότι ο αναιρεσίβλητος ενήργησε πράγματι κατ' εντολή της ενάγουσας - αναιρεσείουσας, χωρίς να μπορεί να συναχθεί, ούτε εμμέσως ότι το Εφετείο διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας για την πραγματική βούληση αυτής, ώστε να προκύπτει θέμα ερμηνείας της (173 ΑΚ). Επίσης η προσυπογραφή της αγωγής από την αναιρεσείουσα δεν συνιστά κατάρτιση σύμβασης (έμμισθης εντολής), ώστε να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 200 ΑΚ.

Συνεπώς και ο τρίτος, από την πιο πάνω διάταξη του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-10-11 αίτηση (αρ. καταθ. 866/31-10-11) της Ν. Μ. για αναίρεση της 1240/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει, για τον πρώτο, που κατέθεσε προτάσεις, σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ και για τον δεύτερο, που δεν κατέθεσε προτάσεις, σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
