# 998/2022 · 998/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

**Geschäftsnummer:** 998/2022
**Gericht / Behörde:** Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece) (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
**Entscheiddatum:** 2022-06-07
**Canonical Legislator URL:** https://legislator.ch/de/case/el/AP_998_2022/998-2022-998-2022-supreme-civil-and-criminal-court-of-greece
**Official Source URL:** https://www.areiospagos.gr/nomologia/apofaseis_DISPLAY.asp?cd=P0C8LAX98BA1KL1HC27CW8J8Z21U0K&apof=998_2022

## Zusammenfassung (Sachverhalt & Erwägungen)

Απόφαση 998 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 998/2022 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφ...

## Leitsatz / Regeste

Απόφαση 998 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 998/2022 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφ...

## Volltext des Entscheids

Απόφαση 998 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 998/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Αναστασία Παπαδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Δημήτριο Τσικρικά και Παναγιώτη Τζανετόπουλο που ανακάλεσαν τις από 19/9/2021 δηλώσεις για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκαν στο ακροατήριο και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Α. Μ. του Β., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Αριάδνης Νούκα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/8/2014 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 135/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 457/2017 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/4/2018 αίτησή της και τους από 14/12/2020 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 10/4/2018 αίτηση αναίρεσης και τους από 14/12/2020 προσθέτους λόγους αυτής, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 457/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, το οποίο δικάζοντας την έφεση της αναιρεσίβλητης- εκκαλούσας-ενάγουσας, κατά της υπ' αριθ. 135/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την από 1-8-2014 αγωγή, αναγνωριστική της ακυρότητας όρων σύμβασης στεγαστικού δανείου σε Ελβετικό Φράγκο της αναιρεσίβλητης-ενάγουσας, δέχθηκε την ως άνω έφεση τυπικά και κατ' ουσίαν και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας την ως άνω αγωγή της αναιρεσίβλητης δέχθηκε αυτήν ως ουσιαστικά βάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι η τελευταία δεν επιδόθηκε και δημοσιεύθηκε μετά την 1-1-2016 (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1KΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 ΚΠολΔ). Παραδεκτό εξάλλου, είναι και το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αυτής, το οποίο κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 16-12-2020, όπως προκύπτει από την 123/16-12-2020 πράξη κατάθεσης πρόσθετων λόγων του αρμόδιου γραμματέα του Αρείου Πάγου που υπάρχει κάτω από το δικόγραφο αυτό και επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη την 17-12-2020 (βλ. την υπ` αριθμ. 941β/17-12-2020 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Ναυπλίου, με έδρα το Πρωτοδικείο Κορίνθου, Βασιλείου Δρομπόνη), ήτοι τριάντα και πλέον πλήρεις ημέρες πριν από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 1-2-2021 προς συζήτηση της αναίρεσης (άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, τα ανωτέρω δικόγραφα της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής να συνεκδικαστούν (άρθρα 246, 573 παρ.1, 569 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Α'. Το άρθρο 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης Απριλίου 1993 σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές προβλέπει ότι: "Οι ρήτρες της σύμβασης που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου καθώς και διατάξεις ή αρχές διεθνών συμβάσεων στις οποίες έχουν προσχωρήσει τα κράτη μέλη ή η Κοινότητα, ιδίως στον τομέα των μεταφορών, δεν υπόκεινται στις διατάξεις της παρούσας Οδηγίας. Η έκφραση "νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου" που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 καλύπτει επίσης τους κανόνες οι οποίοι εφαρμόζονται κατά νόμον μεταξύ των συμβαλλομένων, εάν δεν έχει συμφωνηθεί άλλως". Επιπλέον, στην 13η σκέψη του Προοιμίου της εν λόγω Οδηγίας εξηγείται ότι: "Οι νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις των κρατών μελών που καθορίζουν, άμεσα ή έμμεσα, τους όρους των συμβάσεων με τους καταναλωτές θεωρείται ότι δεν περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες - ότι, κατά συνέπεια, δεν χρειάζεται να υπάγονται στις διατάξεις της παρούσας Οδηγίας οι ρήτρες που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, καθώς και αρχές ή διατάξεις διεθνών συμβάσεων, στις οποίες έχουν προσχωρήσει τα κράτη-μέλη ή η Κοινότητα ότι, γι` αυτόν τον λόγο, η έκφραση "νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου" που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 καλύπτει τους κανόνες οι οποίες εφαρμόζονται κατά νόμο μεταξύ των συμβαλλομένων, εάν δεν έχει συμφωνηθεί άλλως". Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, κατά την Οδηγία 93/13/ΕΟΚ, συμβατικοί όροι οι οποίοι απηχούν, δηλαδή επαναλαμβάνουν νοηματικά ή ταυτίζονται με, διατάξεις μιας χώρας-μέλους, εξ ορισμού δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας και επομένως δεν υπόκεινται σε έλεγχο καταχρηστικότητας ως γενικοί όροι συναλλαγών, αφού αυτό που προβλέπεται ως συμβατικός όρος θα ίσχυε έτσι και αλλιώς, ακόμη και αν δεν υπήρχε η επίμαχη ρήτρα. Αιτιολογία του αποκλεισμού αυτού είναι το γεγονός ότι οι εθνικές διατάξεις εξ ορισμού δεν περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες, αφού ο εθνικός νομοθέτης ήδη προέβη σε στάθμιση συμφερόντων των μερών και μία τέτοια νομοθετική στάθμιση δεν μπορεί να είναι καταχρηστική. Σε διαφορετική περίπτωση, ο έλεγχος των ρητρών αυτών για καταχρηστικότητα θα σήμαινε στην ουσία έλεγχο σκοπιμότητας του νομοθετικού έργου από τα δικαστήρια, πράγμα που αντίκειται στη διάκριση των εξουσιών (άρθρο 26 Συντ.) Οι όροι αυτοί, αποκαλούμενοι "δηλωτικοί", μπορεί να απηχούν εθνικές ρυθμίσεις όχι μόνον αναγκαστικού αλλά και ενδοτικού δικαίου, όπως σαφώς εξηγείται στην προπαρατιθέμενη σκέψη του Προοιμίου, με αποτέλεσμα η αναφορά του άρθρου 1 παρ. 2 σε "νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου" να μη συνιστά νομική ακριβολογία και γι` αυτό πρέπει να νοηθεί ως διατάξεις απλώς δεσμευτικού, αναγκαστικού ή ενδοτικού, δικαίου, αφού και οι διατάξεις του ενδοτικού δικαίου περιέχουν σταθμισμένες από το νομοθέτη ρυθμίσεις οι οποίες λαμβάνουν υπόψη τα συμφέροντα και των δύο μερών. Περαιτέρω, είναι μεν αληθές ότι η ως άνω εξαίρεση των δηλωτικών όρων από τον έλεγχο καταχρηστικότητας δεν μεταφέρθηκε ρητά στο εθνικό δίκαιο με το ν. 2251/1994, που αποτελεί ενσωμάτωση στο ελληνικό δίκαιο της Οδηγίας 93/13. Παρότι, όμως, δεν έγινε μεταφορά της εξαίρεσης αυτής στο εθνικό δίκαιο με ειδική και ρητή διάταξη, εν τούτοις πρέπει να θεωρηθεί ότι ενυπάρχει στη ρύθμιση του άρθρου 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994 βάσει μίας εναρμονισμένης προς το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας. Και τούτο διότι σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 2251/94: "Γενικοί όροι συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας, των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή απαγορεύονται και είναι άκυροι. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται". Επομένως, για να υπάρξει κατά το ν.2251/1994 καταχρηστικότητα ενός ΓΟΣ, πρέπει αυτός να έχει ως αποτέλεσμα "τη σημαντική διατάραξη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή". Σε περίπτωση, όμως, που ο επίμαχος όρος απηχεί διάταξη εθνικού δικαίου, αναγκαστικού ή ενδοτικού, τότε εξ ορισμού δεν νοείται, όπως προαναφέρθηκε, διατάραξη της ισορροπίας των συμβαλλομένων ούτε καταχρηστικότητα του συμβατικού όρου. Συνακόλουθα, ένας τέτοιος όρος εξ ορισμού αποκλείεται από πεδίο εφαρμογής του ν. 2251/1994. Η ως άνω ερμηνεία καταλήγει σε λύση σύμφωνη με το σκοπό της Οδηγίας, όπως αυτός εκφράζεται στο άρθρο 1 παρ. 2 αυτής και εξηγείται στη 13η σκέψη του Προοιμίου της (ΟλΑΠ 4/2019, ΑΠ 948/2021, ΑΠ 53/2021). Άλλωστε, η ένταξη μιας Οδηγίας στην εθνική νομοθεσία δεν απαιτεί την αυτούσια (κατά λέξη) ενσωμάτωση των άρθρων της Οδηγίας στην εθνική νομοθεσία αλλά με διατάξεις του εθνικού δικαίου να επέρχεται το αυτό αποτέλεσμα που επιδιώκει και η Οδηγία. Θεωρείται, δηλαδή, μια διάταξη Οδηγίας ενσωματωμένη όταν, χωρίς να υπάρχει ρητή απόκλιση, από αυτήν, επιτυγχάνεται το ίδιο αποτέλεσμα, με την εφαρμογή ανάλογης διάταξης της εθνικής νομοθεσίας, έστω και αν αυτή έχει διαφορετική διατύπωση (ΑΠ 948/2021). Σύμφωνα με τα παραπάνω, ανεξάρτητα από τη μη μεταφορά τυπικά στην ελληνική έννομη τάξη, του άρθρου 1 παρ. 2 της οδηγίας 93/13, το οποίο καθορίζοντας το πεδίο εφαρμογής της ορίζει ότι : "Οι ρήτρες της σύμβασης που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου καθώς και διατάξεις ή αρχές διεθνών συμβάσεων στις οποίες έχουν προσχωρήσει τα κράτη μέλη ή η Κοινότητα, ιδίως στον τομέα των μεταφορών, δεν υπόκεινται στις διατάξεις της παρούσας Οδηγίας", εξαιρώντας έτσι τους δηλωτικούς όρους με την προαναφερθείσα έννοια αυτών, από τον έλεγχο καταχρηστικότητας, και ενόψει του γεγονότος ότι για την ένταξη μιας Οδηγίας στην εθνική νομοθεσία δεν απαιτείται η αυτούσια (κατά λέξη και αριθμό) ενσωμάτωση των άρθρων της Οδηγίας στην εθνική νομοθεσία, αλλά αρκεί με διατάξεις του εθνικού δικαίου να επέρχεται το αυτό αποτέλεσμα που επιδιώκει και η Οδηγία, πρέπει να θεωρηθεί στην προκειμένη περίπτωση (της μη τυπικής μεταφοράς του άρθρου 1 παρ. 2 της οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη), ότι επιτυγχάνεται το ίδιο ως άνω αποτέλεσμα της καθιερούμενης από το άρθρο 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13 εξαίρεσης των δηλωτικών όρων από τον έλεγχο καταχρηστικότητας των ΓΟΣ, με την εφαρμογή ανάλογης διάταξης της εθνικής νομοθεσίας, έστω και αν αυτή έχει διαφορετική διατύπωση και συγκεκριμένα της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994, με τον οποίο ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο η Οδηγία 93/13, που ορίζει κατά τα άνω ότι : "Γενικοί όροι συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας, των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή απαγορεύονται και είναι άκυροι. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται", ήτοι ορίζει ρητά ότι για να υπάρξει κατά το ν. 2251/1994 καταχρηστικότητα ενός ΓΟΣ, πρέπει αυτός να έχει ως αποτέλεσμα "τη σημαντική διατάραξη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή", πλην όμως, σε περίπτωση, που ο επίμαχος όρος απηχεί διάταξη εθνικού δικαίου, αναγκαστικού ή ενδοτικού, τότε εξ ορισμού δεν νοείται, όπως προαναφέρθηκε, διατάραξη της ισορροπίας των συμβαλλομένων ούτε καταχρηστικότητα του συμβατικού όρου και ένας τέτοιος όρος εξ ορισμού αποκλείεται από το πεδίο εφαρμογής του ν. 2251/1994. Η διάταξη αυτή της εθνικής νομοθεσίας, έστω και αν έχει διαφορετική διατύπωση, από αυτήν του άρθρου 1 παρ. 2 της οδηγίας, περιλαμβάνει ρύθμιση που είναι πλήρως εναρμονισμένη προς το ενωσιακό δίκαιο και τις διατάξεις της Οδηγίας, και αρκεί από μόνη της για την εξαίρεση των δηλωτικών όρων, ήτοι των όρων που απηχούν διάταξη εθνικού δικαίου, αναγκαστικού ή ενδοτικού, από τον έλεγχο καταχρηστικότητας. Επομένως, και οι συμβατικοί όροι οι οποίοι απηχούν, δηλαδή επαναλαμβάνουν νοηματικά ή ταυτίζονται με, διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας (απλώς δεσμευτικού, αναγκαστικού ή ενδοτικού, δικαίου, αφού και οι διατάξεις του ενδοτικού δικαίου περιέχουν σταθμισμένες από το νομοθέτη ρυθμίσεις οι οποίες λαμβάνουν υπόψη τα συμφέροντα και των δύο μερών), εξ ορισμού δεν υπόκεινται σε έλεγχο καταχρηστικότητας ως γενικοί όροι συναλλαγών, βάσει του άρθρου 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994, όπως το περιεχόμενό του εκτίθεται παραπάνω, αφού αυτό που προβλέπεται ως συμβατικός όρος θα ίσχυε έτσι και αλλιώς, ακόμη και αν δεν υπήρχε η επίμαχη ρήτρα και θα ρύθμιζε τις μεταξύ των μερών σχέσεις. Αιτιολογία του αποκλεισμού αυτού είναι το γεγονός ότι οι εθνικές διατάξεις εξ ορισμού δεν περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες, αφού ο εθνικός νομοθέτης ήδη προέβη σε στάθμιση συμφερόντων των μερών και μία τέτοια νομοθετική στάθμιση δεν μπορεί να είναι καταχρηστική, ενώ σε διαφορετική περίπτωση, ο έλεγχος των ρητρών αυτών για καταχρηστικότητα θα σήμαινε στην ουσία έλεγχο σκοπιμότητας του νομοθετικού έργου από τα δικαστήρια, πράγμα που αντίκειται στη διάκριση των εξουσιών (άρθρο 26 Συντ.). Σε κάθε δε περίπτωση, το άρθρο 1 παρ. 2 της οδηγίας 93/13, έχει την έννοια ότι εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, οι ρήτρες στις οποίες αυτό αναφέρεται (δηλαδή οι ρήτρες της σύμβασης που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με την προπαρατεθείσα έννοια αυτών), εξαιρώντας έτσι τους δηλωτικούς όρους από τον έλεγχο καταχρηστικότητας, ακόμη και αν αυτό (άρθρο) δεν έχει μεταφερθεί τυπικά στην έννομη τάξη ορισμένου κράτους μέλους (πρβλ. απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2021, EU:C:2021:1045, υπόθεση C -243/20)}.

Β'. Περαιτέρω, η αρχή της διαφάνειας των συμβατικών όρων, που χωρίς διαπραγμάτευση εντάσσονται στη σύμβαση μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή διακηρύσσεται στην 20η αιτιολογική σκέψη και προκύπτει από τα άρθρα 4 παρ. 2 και 5 εδάφ α' της Οδηγίας 93/13. Στο εσωτερικό δίκαιο η ίδια αρχή περιέχεται στο άρθρο 2 παρ. 2 εδάφ. α' και 2 παρ 7 περ. ε και ια' ν. 2251/1994. Η αρχή αυτή αποτελεί εκδήλωση του προτύπου πληροφόρησης, που ενισχύει την προσωπική ευθύνη του καταναλωτή για τη συμβατική επιλογή του με την παροχή σε αυτόν προστασίας εμφανιζόμενης υπό τη μορφή της εξασφάλισης ενός επιπέδου πληροφόρησης, το οποίο θα καθιστά τον ίδιο υπεύθυνο φορέα λήψης αποφάσεων εντός μιας αγοράς όπου λειτουργούν οι κανόνες του ανταγωνισμού. Το συγκεκριμένο πρότυπο πληροφόρησης κατά τη νομολογία του Δ.Ε.Ε. έχει ως αποδέκτη το μέσο καταναλωτή, ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος (απόφαση ΔΕΕ της 30ης Απριλίου 2014 στην υπόθεση ... κ.λ.π. κατά ..., 26/13, σκέψη 74). Υπό το πρίσμα αυτό εξεταζόμενη η επιβολή συγκεκριμένων συμβατικών όρων μέσω μίας επέμβασης προκαλούμενης από την υπαγωγή της υπόθεσης σε δικαστική διάγνωση αποκλείεται να αποτελεί τον κανόνα, αφού αυτή εμφανίζει επικουρικό χαρακτήρα για την κάλυψη των περιπτώσεων όπου ο ανταγωνισμός δεν λειτουργεί ή λειτουργεί πλημμελώς εξαιτίας της εμφάνισης κάποιου πληροφοριακού ελλείμματος. Η Οδηγία 93/13, καταλείποντας τη σχετική ευχέρεια επιλογής στον εσωτερικό νομοθέτη, δεν περιέχει ρυθμίσεις που προβλέπουν τον έλεγχο, υπό το πρίσμα της αρχής της διαφάνειας της ένταξης των όρων στη σύμβαση, ενώ οι προαναφερόμενοι κανόνες του ν. 2251/1994 επιβάλλουν να ερευνάται εάν επιτρέπεται η ένταξη του αδιαφανούς όρου στο συμβατικό περιεχόμενο της σχέσης μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, καθώς και εάν προκαλείται ακυρότητα της σχετικής ρήτρας λόγω του ασαφούς περιεχομένου της. Με δεδομένο όμως ότι κατά κανόνα το περιεχόμενο του ελεγχόμενου όρου είναι απλό και κατανοητό για τον καταναλωτή από γραμματική και γλωσσική άποψη, ώστε ο έλεγχος ένταξης κατά το άρθρο 2 παρ. 2 εδάφ. α' Ν. 2251/1994 να μην αποβαίνει αρνητικός αναγκαίως, η έρευνα να επιχειρείται κυρίως σε σχέση με το περιεχόμενο, το οποίο επιβάλλεται να διαμορφώνεται, κατά τρόπο ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση να διαγνώσει εκ των προτέρων κρίσιμα στοιχεία ή μεγέθη της σύμβασης. Ειδικότερα, τα μεγέθη που περικλείονται στη βασική σχέση παροχής και τιμήματος δεν υποβάλλονται σε έλεγχο καταχρηστικότητας σύμφωνα με τη 19η αιτιολογική σκέψη και τον κανόνα του άρθρου 4 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13, καθώς και κατά το άρθρο 2 παρ 6 εδάφ. α' ν. 2251/1994, ερμηνευόμενο με τη μέθοδο της τελολογικής συστολής του κανονιστικού του περιεχομένου. Όμως, το ίδιο το άρθρο 4 παρ. 2 συμπληρώνοντας τη ρύθμιση του άρθρου 5 εδάφ. α' της Οδηγίας ορίζει ότι: "Η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών δεν αφορά ούτε τον καθορισμό του κύριου αντικειμένου της σύμβασης ούτε το ανάλογο ή μη μεταξύ της τιμής και της αμοιβής, αφενός και των υπηρεσιών ή αγαθών που θα παρασχεθούν ως αντάλλαγμα, αφετέρου, εφόσον οι ρήτρες αυτές είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό.". Επιβάλλει, δηλαδή, οι σχετικοί όροι, που ανάγονται στα ουσιώδη μέρη της σύμβασης (essentialia negotii) να μην αποδίδονται κατά τρόπο ασαφή, ακατανόητο ή παραπλανητικό, ώστε να μην παραβιάζεται η αρχή της διαφάνειας (ΑΠ 948/2021, ΑΠ 561/2014, ΑΠ 652/2010, ΑΠ 430/2005), σε σχέση με τις οικονομικές επιβαρύνσεις του καταναλωτή με τη χρήση αδιαφανών ρητρών, που συγκαλύπτουν την πραγματική νομική και οικονομική κατάσταση, προκαλώντας κίνδυνο ο τελευταίος είτε να απόσχει από την άσκηση ορισμένων δικαιωμάτων του είτε να αποδεχθεί αξιώσεις τις οποίες εμφανίζεται να έχει ο προμηθευτής. Ο αποκλεισμός του ελέγχου καταχρηστικότητας των συμβατικών όρων που περιγράφουν τη σχέση αναλογίας μεταξύ παροχής και τιμήματος προκαλείται εξαιτίας της αδυναμίας αναγωγής της δικαιοδοτικής κρίσης σε κάποιο υφιστάμενο αντικειμενικό πρότυπο επιμέτρησης. Κυρίως, όμως, αποδίδεται στον ιδιαίτερο χαρακτήρα των σχετικών ρητρών, αφού μέσω αυτών διαμορφώνεται το κύριο χαρακτηριστικό περιεχόμενο της σύμβασης, σε σχέση με το οποίο είναι και παραμένει επικεντρωμένο το ενδιαφέρον αυτοπροστασίας του καταναλωτή και εκδηλώνεται επιμέλεια, εκ μέρους του, για τη συγκέντρωση των σχετικών πληροφοριών. Υπό το πρίσμα και της ως άνω συμπεριφοράς, που είναι αναμενόμενο να εκδηλώνεται από τον καταναλωτή, οι συγκεκριμένοι συμβατικοί όροι υποβάλλονται σε έλεγχο, ώστε να διαγνωστεί εάν είναι σύμφωνοι με την αρχή της διαφάνειας, η οποία αναλύεται ειδικότερα στην αρχή της σαφούς και κατανοητής διατύπωσης, στην αρχή του ορισμένου ή οριστού περιεχομένου και στην αρχή της προβλεψιμότητας της χρήσης των όρων, που ταυτίζεται με τον αποκλεισμό απροσδόκητων, αιφνιδιαστικών ή παραπλανητικών ρητρών. Ως προβλέψιμος χαρακτηρίζεται ο όρος, που είναι όμοιος με αυτούς που συνήθως εμφανίζονται και διαμορφώνουν το αντίστοιχο περιεχόμενο των ιδίου τύπου συμβάσεων, με τις οποίες η επιβαλλόμενη στον καταναλωτή οικονομική επιβάρυνση είναι ορισμένη ή προκύπτει ο αριθμητικός της προσδιορισμός από συγκεκριμένες εκτιθέμενες παραμέτρους, με την εκτέλεση από τον καταναλωτή απλού μαθηματικού υπολογισμού. Οι όροι που εμφανίζουν τα χαρακτηριστικά αυτά είναι αναμενόμενοι για τους καταναλωτές, που επιλέγουν να μετέχουν στον αντίστοιχο συμβατικό τύπο, κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται ένα υψηλό επίπεδο αυτοπροστασίας, μέσω της λειτουργίας του ανταγωνισμού, ώστε να αποκλείεται η δικαιοδοτική επέμβαση και η επιβολή μιας διαφορετικής διαμόρφωσης του συμβατικού περιεχόμενου. Ήδη σημειώθηκε, ότι κατά τη 13η αιτιολογική σκέψη του Προοιμίου της Οδηγίας 93/13, οι κανόνες ενδοτικού και κατά μείζονα λόγο αναγκαστικού δικαίου των εθνικών δικαίων θεωρείται ότι δεν περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες. Επίσης, ότι σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 εδάφ. α' και β' της Οδηγίας, δεν υπόκεινται στις διατάξεις της, οι συμβατικές ρήτρες που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου και οι κανόνες, που εφαρμόζονται κατά νόμο μεταξύ των συμβαλλομένων, αν δεν έχει συμφωνηθεί άλλως (κανόνες ενδοτικού δικαίου). Η ρύθμιση αυτή αποκλείει τον έλεγχο των χαρακτηριζόμενων ως δηλωτικών όρων, διότι αυτοί αποδίδουν κανόνες οι οποίοι και χωρίς τη σχετική συμβατική παραπομπή σε αυτούς θα ήταν εφαρμοστέοι. Επομένως, για να υπάρξει κατά το ν. 2251/1994 καταχρηστικότητα ενός ΓΟΣ, πρέπει αυτός να έχει ως αποτέλεσμα "τη σημαντική διατάραξη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή". Σε περίπτωση, όμως, που ο επίμαχος όρος απηχεί διάταξη εθνικού δικαίου, αναγκαστικού ή ενδοτικού, τότε εξ ορισμού δεν νοείται, όπως προαναφέρθηκε, διατάραξη της ισορροπίας των συμβαλλομένων και, συνακόλουθα, καταχρηστικότητα. Έτσι, ένας τέτοιος όρος, που δεν ελέγχεται για καταχρηστικότητα, δεν ελέγχεται και για το αν αυτός είναι διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 παρ. 2 της ανωτέρω Οδηγίας (93/13), διότι δεν νοείται όρος (ρήτρα), μη καταχρηστικός, ο οποίος απηχεί κανόνα εσωτερικού (αναγκαστικού ή ενδοτικού) δικαίου, που ελλείψει του σχετικού όρου θα εφαρμοζόταν ούτως ή άλλως, να είναι, συνάμα, ασαφής και ακατανόητος, δηλαδή αδιαφανής. Συνακόλουθα, ένας τέτοιος όρος (δηλωτικός), εξ ορισμού, αποκλείεται από το πεδίο εφαρμογής του ν. 2251/1994. Δηλαδή, διαφεύγει κάθε ελέγχου καταχρηστικότητας, άρα και του ελέγχου διαφάνειας, που προβλέπεται από το άρθρο 2 του ν. 2251/1994, (και εξειδικεύεται στην παρ. 7 του ιδίου άρθρου), σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ. 2 της Οδηγίας 93/2013. Η ως άνω ερμηνεία καταλήγει σε λύση σύμφωνη με το σκοπό της ίδιας Οδηγίας, όπως αυτός εκφράζεται στο άρθρο 1 παρ. 2 αυτής και εξηγείται στη 13η σκέψη του Προοιμίου της (ΑΠ 948/2021). Γ'. Ειδικότερα, όταν στη σύμβαση τραπεζικού στεγαστικού δανείου σε αλλοδαπό νόμισμα μεταξύ των διαδίκων υφίσταται ο επίμαχος ΓΟΣ, που υποχρεώνει τον οφειλέτη να εκπληρώνει τις εντεύθεν υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα είτε στο νόμισμα της χορήγησης, είτε σε ευρώ, με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης την ημέρα της καταβολής, ανακύπτει το ζήτημα, εάν ο όρος αυτός είναι "δηλωτικός", ταυτίζεται δηλαδή ή απηχεί κατά περιεχόμενο εθνικές ρυθμίσεις, και μάλιστα όχι μόνο αναγκαστικού αλλά και ενδοτικού δικαίου. Πράγματι, το άρθρο 291 ΑΚ ορίζει σχετικά: "Όταν πρόκειται για χρηματική οφειλή σε ξένο νόμισμα που πρέπει να πληρωθεί στην ημεδαπή ο οφειλέτης, αν δεν συμφωνήθηκε το αντίθετο, έχει δικαίωμα να πληρώσει σε εγχώριο νόμισμα με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στον οφειλέτη, που εγκύρως ανέλαβε οφειλή σε ξένο νόμισμα, παρέχεται η ευχέρεια να εξοφλήσει την οφειλή του αυτή είτε στο νόμισμα της οφειλής, είτε σε εγχώριο νόμισμα, με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής. Ως τρέχουσα αξία, σημειωτέον, νοείται εκείνη, που θα απαιτηθεί, προκειμένου ο δανειστής να αποκτήσει το νόμισμα της οφειλής. Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή υφίσταται μία οφειλή, σε ξένο νόμισμα, πλην όμως παρέχεται στον οφειλέτη η διαζευκτική ευχέρεια να καταβάλει άλλη παροχή αντί εκείνης, που από την αρχή οφείλεται, και συγκεκριμένα σε εγχώριο νόμισμα, με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος, κατά την ανωτέρω έννοια αυτής, στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής. Ωστόσο, ένας τέτοιος όρος σε σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου μεταξύ Τράπεζας και δανειολήπτη, όπως στην προκείμενη περίπτωση, απηχεί το περιεχόμενο της διάταξης του άρθρου 291 ΑΚ, και κατά συνέπεια, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω (Α' και Β' μέρος), δεν νοείται διατάραξη της ισορροπίας των συμβαλλομένων, ούτε καταχρηστικότητα ή αδιαφάνεια του σχετικού όρου. Η αναγραφή στον όρο αυτό, ότι ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα είτε στο νόμισμα της χορήγησης, είτε σε ευρώ, με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης την ημέρα της καταβολής, δεν συνιστά διαζευκτική ενοχή, κατά την έννοια των άρθρων 305 επ. ΑΚ, παρά τη χρήση της λέξης υποχρεούται, αφού δεν οφείλονται δύο αλλά μόνο μία παροχή, αυτή στο ξένο νόμισμα, και απλώς παρέχεται στον οφειλέτη η ευχέρεια να την εκπληρώσει, είτε στο νόμισμα της χορήγησης, είτε σε ευρώ, που είναι πλέον το εθνικό νόμισμα από 01-01-2002, με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης την ημέρα της καταβολής. Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή δεν έχουν έδαφος εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 305 επ. ΑΚ περί διαζευκτικής ενοχής, ώστε να τίθεται ζήτημα επιλογής εκ μέρους του οφειλέτη, εφόσον με τον όρο αυτό δεν του αφέθηκε η επιλογή, αν θα έχει δάνειο σε ξένο νόμισμα ή σε ευρώ, αλλά εξαρχής έχει προβεί στην επιλογή δανείου σε ξένο νόμισμα, και του παρέχεται η ευχέρεια να το εξοφλήσει είτε στο ξένο νόμισμα είτε σε ευρώ με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης την ημέρα της καταβολής. Για το λόγο αυτό ένας τέτοιος όρος δεν επαναλαμβάνει μεν νοηματικά, απηχεί όμως το περιεχόμενο του άρθρου 291 ΑΚ (ΟλΑΠ 4/2019, ΑΠ 948/2021, ΑΠ 53/2021).Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση, κατά την οποία στη σύμβαση τραπεζικού στεγαστικού δανείου σε αλλοδαπό νόμισμα μεταξύ των διαδίκων υφίσταται Γ.Ο.Σ, που υποχρεώνει τον οφειλέτη να εκπληρώνει τις εντεύθεν υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα αποκλειστικά σε ευρώ και, ειδικότερα, ορίζει ότι οι δόσεις αποπληρωμής του δανείου θα υπολογίζονται σε ελβετικά φράγκα με βάση το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο και θα εξοφλούνται κατά το ισότιμο ποσό σε ευρώ, το οποίο θα προκύπτει από τη μετατροπή του ποσού της δόσης από ελβετικά φράγκα σε ευρώ, με βάση την τιμή πώλησης του ελβετικού φράγκου από την τράπεζα κατά την ημερομηνία πληρωμής της δόσης. Και τούτο, διότι και στην περίπτωση αυτή, δηλαδή του συμβατικού αποκλεισμού της ευχέρειας του οφειλέτη να καταβάλει τη δόση του δανείου σε ελβετικά φράγκα, η επιβαλλόμενη με το σχετικό όρο υποχρέωση αυτού να εκπληρώσει την υποχρέωσή του προς την τράπεζα από το δάνειο αποκλειστικά σε ευρώ, με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του ως άνω νομίσματος χορήγησης την ημέρα της καταβολής, απηχεί το περιεχόμενο της διάταξης του άρθρου 291 ΑΚ, κατά το μέρος που αντιστοιχεί στη μία από τις προβλεπόμενες από αυτό δυνατότητες, χωρίς να εισάγει απόκλιση από αυτήν και χωρίς να τη συμπληρώνει με επιπλέον ρυθμίσεις, δεδομένου ότι οι όροι των συναλλαγών υπόκεινται σε έλεγχο μόνον όταν και στο μέτρο που αποκλίνουν από το ισχύον δίκαιο. Η επιβαλλόμενη δε ως άνω υποχρέωση, να εκπληρώσει ο οφειλέτης την υποχρέωσή του σε ευρώ, με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του ελβετικού φράγκου την ημέρα της καταβολής, είναι σύμφωνη και όχι αντίθετη με τη διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ. Επομένως, και στην περίπτωση αυτή δεν νοείται διατάραξη της ισορροπίας των συμβαλλομένων, ούτε καταχρηστικότητα ή αδιαφάνεια του σχετικού όρου. Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ εφαρμόζεται για κάθε χρηματική οφειλή σε ξένο νόμισμα που πρέπει να πληρωθεί στην ημεδαπή και, συνεπώς, δεν αποκλείεται η εφαρμογή της επί συμβάσεων δανείου σε αλλοδαπό νόμισμα, που συνήφθησαν μεταξύ καταναλωτών και τραπεζών, στις οποίες ισχύουν και νομοθετικές/κανονιστικές διατάξεις, που επιβάλλουν στις τράπεζες υποχρέωση ενημέρωσης του καταναλωτή. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει λόγος ότι το άρθρο 291 ΑΚ αφορά άλλο τύπο συμβάσεων σε σχέση με τις συμβάσεις τραπεζικών στεγαστικών δανείων σε αλλοδαπό νόμισμα, στις οποίες περιλαμβάνεται ο προαναφερόμενος όρος (ΑΠ 53/2021).

I

ΙΙ. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 53/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του ενδιαφέροντος την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης μέρους της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της υπ' αριθ. 4214969138 σύμβασης τοκοχρεολυτικού δανείου, που συνήφθη στην Κόρινθο την 3.11.2008, η εναγομένη χορήγησε στην ενάγουσα στεγαστικό δάνειο, ποσού 159.000 Ελβετικών φράγκων, για ανέγερση - αποπεράτωση πρώτης κατοικίας και συγκεκριμένα ενός ακινήτου που βρίσκεται στη θέση ... στο ..., επί της ..., προς εξασφάλιση του οποίου εγγράφηκε συναινετικά προσημείωση υποθήκης επί του ως άνω ακινήτου μέχρι του ποσού των 206.700 ελβετικών φράγκων (136.281,82 ευρώ). Το προϊόν του δανείου πιστώθηκε σε συνδεδεμένο με το δάνειο λογαριασμό καταθέσεων της ενάγουσας και ειδικότερα πιστώθηκε το ποσό που προέκυψε από τη μετατροπή του ποσού του δανείου από ελβετικά φράγκα σε ευρώ με βάση την τιμή της αγοράς από την εναγομένη του ελβετικού φράγκου κατά τις ημερομηνίες της σταδιακής εκταμίευσης του ποσού. Η εξόφληση του δανείου συμφωνήθηκε να γίνει εντός τριάντα ετών, σε 360 διαδοχικές μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις, οι οποίες θα υπολογίζονται σε ελβετικά φράγκα, αλλά θα εξοφλούνται κατά το ισότιμο ποσό σε ευρώ, το οποίο θα προκύπτει από τη μετατροπή του ποσού της δόσης από ελβετικά φράγκα σε ευρώ με βάση την τιμή πώλησης από την εναγομένητου ελβετικού φράγκου κατά την ημερομηνία πληρωμής της δόσης. Ειδικότερα, με το άρθρο 14 παρ. 2 της επίδικης σύμβασης προβλέφθηκε ότι "Οι δόσεις αποπληρωμής του δανείου θα υπολογίζονται σε ελβετικά φράγκα με βάση το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο σύμφωνα με το επόμενο άρθρο και θα εξοφλούνται με χρέωση του συνδεδεμένου με το δάνειο λογαριασμού καταθέσεων του οφειλέτη κατά το ισότιμο ποσό σε ευρώ, το οποίο προκύπτει από τη μετατροπή του ποσού, της δόσης από ελβετικά φράγκα σε ευρώ με βάση την τιμή πώλησης από την Τράπεζα του ελβετικού φράγκου κατά την ημερομηνία πληρωμής της δόσης", ενώ στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου αναφέρεται ότι: "Ο οφειλέτης και ο εγγυητής δηλώνουν αναλαμβάνουν συναλλαγματικό κίνδυνο, ήτοι τυχόν αυξημένη επιβάρυνσή τους σε ευρώ για την αποπληρωμή του δανείου (δόσεις, έξοδα, ασφάλιστρα, κεφάλαιο) λόγω δυσμενούς για αυτούς μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ελβετικού φράγκου σε σχέση με το ευρώ". Το επιτόκιο, που θα βάρυνε το εν λόγω δάνειο, ορίστηκε σταθερό για το πρώτο έτος, ανερχόμενο σε 2,62%, συν την αναλογούσα εισφορά του Ν. 128/1975, σταθερό για τα επόμενα πέντε έτη, ανερχόμενο σε 4,07%, συν την αναλογούσα εισφορά του Ν. 128/1975, ενώ για τα υπόλοιπα έτη το επιτόκιο συμφωνήθηκε κυμαινόμενο και ότι θα ισούται με το επιτόκιο London Interbank Offered Rate (LIBOR) ελβετικού φράγκου διάρκειας ενός μηνός (επιτόκιο αναφοράς), όπως δημοσιεύεται στον ημερήσιο τύπο, στρογγυλοποιημένο στα τρία δεκαδικά ψηφία, όπως αυτό καθορίζεται δύο εργάσιμες ημέρες πριν την ημερομηνία έναρξης της περιόδου εκτοκισμού εκάστης δόσης, προσαυξημένο κατά περιθώριο 1,10% καθώς και τη νόμιμη, κατά περίπτωση, εισφορά του Ν. 128/1975. Το ποσό του δανείου εκταμιεύθηκε σταδιακά στις 7.11.2008 (90.450 ελβετικά φράγκα), 18.6.2009 (22.680 ελβετικά φράγκα) και 1.9.2009 (45.870 ελβετικά φράγκα). Εν τω μεταξύ επήλθε ραγδαία ανατροπή της ισοτιμίας και συγκεκριμένα, ενώ την 8.12.2008 η ισοτιμία αυτή (ευρώ / ελβετικό φράγκο) ήταν 1,532157326, την 7.12.2012 έφθασε σε 1,193231679 και την 7.7.2014 ήταν 1,192897586, με αποτέλεσμα η διαφορά αυτή μεταξύ της αρχικής και της επιγενόμενης ισοτιμίας να αυξάνει τη μηνιαία δόση που καταβάλλει ο δανειολήπτης σε ευρώ, καθώς και το οφειλόμενο (σε ευρώ) ποσό για την αποπληρωμή του δανείου. Η ενάγουσα, συνεπεία της ως άνω ανατροπής της ισοτιμίας, παρά το γεγονός ότι προσπαθούσε να είναι συνεπής στις δόσεις προς την εναγομένη, κατέληξε στο σημείο όπου στις 7.7.2014 το άληκτο κεφάλαιο του δανείου της ανερχόταν στο ποσό των 141.982,22 ελβετικών φράγκων, ήτοι κατά 13.944,28 ευρώ περισσότερα από το αρχικό κεφάλαιο του αρχικού δανείου της. Στη συνέχεια, όσον αφορά τον όρο LIBOR και την ισοτιμία αυτού με το ευρώ αναφέρονται τα κάτωθι: Ως LIBOR νοείται ο αριθμητικός μέσος όρος (στρογγυλοποιημένος προς τα άνω μέχρι τέσσερα δεκαδικά ψηφία) των επιτοκίων, που προσφέρονται στη διατραπεζική αγορά του Λονδίνου, στις 11.00 π.μ, περίπου (ώρα Λονδίνου), δύο εργάσιμες (για το Λονδίνο και την Αθήνα) ημέρες πριν από την ημέρα εκταμίευσης του δανείου για καταθέσεις σε ελβετικό φράγκο, ύψους αντίστοιχου με το εκτοκιζόμενο κεφάλαιο και διάρκειας ενός μήνα. Περαιτέρω, η επιλογή σύναψης δανείου σε ελβετικό φράγκο από μεγάλη μερίδα δανειοληπτών της χρονικής περιόδου 2000 - 2009, εξηγείται από το ότι, από τη θεσμοθέτηση του ευρώ (τον Ιανουάριο του 1999) η ισοτιμία μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου παρέμενε σχετικά σταθερή (διακύμανση της τάξεως του 5.3%), ενώ, ταυτόχρονα το διατραπεζικό επιτόκιο LIBOR CHF (επιτόκιο αναφοράς των αγγλικών τραπεζών για ελβετικά φράγκα), κυμαινόταν διαχρονικά σε χαμηλότερα επίπεδα, από το αντίστοιχο επιτόκιο Euribor (διατραπεζικό επιτόκιο, που προσφέρεται για τις καταθέσεις μιας τράπεζας σε άλλη, σε ευρώ), με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένα επιτοκιακό όφελος για τους δανειολήπτες, που δανείζονταν με επιτόκιο LIBOR CHF. Ειδικότερα, την περίοδο 2006-2009, όταν και χορηγήθηκε η πλειονότητα των δανείων σε ελβετικό φράγκο το μέσο επιτοκιακό όφελος, που είχαν οι δανειολήπτες ανήρχετο σε 1,5%, με μέγιστο το 2,95%. Το μέσο δε, επιτοκιακό όφελος μειώθηκε την περίοδο 2009 και μέχρι τις αρχές του 2015 σε 0,42%. Στις αρχές του 2015 και μετά την απόφαση της Ελβετικής Κεντρικής τράπεζας να ωθήσει το επιτόκιο LIBOR CHF σε αρνητικά επίπεδα, το μέσο επιτοκιακό όφελος διευρύνθηκε ξανά στα επίπεδα του 0,77% με αποτέλεσμα να προκύψει εκ νέου σημαντικό όφελος για τους δανειολήπτες. Οι ανωτέρω λόγοι έδιναν συγκριτικό πλεονέκτημα, για το συγκεκριμένο προϊόν, σε σχέση με ένα δάνειο σε ευρώ. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι από τις αρχές του 2008 και εντεύθεν, η ισοτιμία των δύο νομισμάτων κατέγραψε μεγάλη μείωση σε βάρος του ευρώ, ο δε δείκτης διακύμανσης, η οποία είχε παραμείνει περίπου σταθερή, για τα προηγούμενα δέκα πέντε (15) χρόνια, τριπλασιάστηκε. Αυτό δε, ακριβώς, το καθεστώς της σταθερής διακύμανσης για μεγάλο χρονικό διάστημα, όπως περιγράφηκε, ήταν και το περιεχόμενο ενός εκ διαφόρων διαφημιστικών προσεγγίσεων των καταναλωτών ιδίως το 2007, που πράγματι ώθησε πολλούς να επιλέξουν το εν λόγω τραπεζικό προϊόν. Ωστόσο, σημειώθηκε μεγάλη ανατροπή εν συνεχεία στη λειτουργία και την κίνηση των επίδικων δανείων, αλλά και στην αντίληψη του μέσου καταναλωτή ως προς την οικονομική ποσότητα της αντιπαροχής, που τελικά οφείλει να καταβάλει διαψεύδοντας τις προσδοκίες του. Βασική δε, αιτία αυτού ήταν η εν γένει υποτίμηση του ευρώ την τελευταία δεκαετία, έναντι των λοιπών νομισμάτων στο διεθνές οικονομικό στερέωμα και ιδίως το δωδεκάμηνο 2014-2015, που το ευρώ υποτιμήθηκε έναντι του ελβετικού φράγκου κατά 12,9 %. Η επίδικη σύμβαση, ωστόσο, δεν περιείχε στους όρους της και δη στους επίδικους, καμία κρούση για τη βαρύτητα του συναλλαγματικού κινδύνου, που αναλάμβανε αποκλειστικά και μόνο η δανειολήπτρια ενάγουσα. Πρέπει δε, να σημειωθεί ότι πρόκειται για γ.ο.σ., που αφορούν στη βασική σχέση παροχής - αντιπαροχής, εφόσον η συναλλαγματική ισοτιμία ρυθμίζει μια καθοριστική παράμετρο για τον τρόπο υπολογισμού της οφειλόμενης δόσης, διαμορφώνοντας έτσι το ύψος της κύριας παροχής (κεφάλαιο και αντιπαροχή - τόκοι), που οφείλει να εκπληρώσει ο δανειολήπτης στην τράπεζα. Πρέπει, επομένως, οι επίδικοι γ.ο.σ. να εξεταστούν ως προς την καταχρηστικότητά τους σύμφωνα με το άρθρο 4 § 2 της Οδηγίας 93/2013, κατά το οποίο "η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα των συμβατικών ρητρών δεν αφορά ούτε τον καθορισμό του κυρίου αντικειμένου της σύμβασης ούτε το ανάλογο ή μη μεταξύ της τιμής και της αμοιβής, αφενός, και των υπηρεσιών ή αγαθών, που θα παρασχεθούν ως αντάλλαγμα αφετέρου, εφόσον οι ρήτρες αυτές είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό". Η επισκόπηση των προαναφερθέντων όρων καταδεικνύει ότι, αυτοί είναι μεν αντιληπτοί από άποψη γραμματικής διατύπωσης, όμως δεν είναι σαφείς και κατανοητοί, αφού δεν αποκαλύπτουν στον "συνήθως απρόσεκτο ως προς την ενημέρωσή του καταναλωτή, που διαθέτει μέση αντίληψη κατά τον σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης" τον ακριβή τρόπο λειτουργίας του ως άνω μηχανισμού συναλλαγματικής ισοτιμίας, τις ιδιαιτερότητες του μηχανισμού μετατροπής του ξένου νομίσματος, καθώς και της σχέσης μεταξύ του μηχανισμού αυτού και του μηχανισμού, που προβλέπουν άλλες ρήτρες σχετικά με την αποδέσμευση του δανείου, ώστε (αυτός) και στη συγκεκριμένη περίπτωση η ενάγουσα, να μπορεί να προβλέψει βάσει ευδιάκριτων κριτηρίων τη βαρύτητα του συναλλαγματικού - οικονομικού κινδύνου, που συνοδεύει το επίμαχο δάνειο, ιδίως για συμβάσεις μεγάλης χρονικής διάρκειας. Τονίζεται δε, ότι, οι προαναφερόμενοι όροι,ήταν προδιατυπωμένοι από την εναγομένη τράπεζα και περιλαμβάνοταν στους γενικούς όρους συναλλαγών, χωρίς να έχουν αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των διαδίκων. Κατά συνέπεια, δεν έλαβε χώρα στο στάδιο των διαπραγματεύσεων και το αργότερο ως τη σύναψη της σύμβασης, οπότε διαμορφώνεται η δικαιοπρακτική απόφαση του καταναλωτή... ορθή, αναλυτική και πλήρης ενημέρωση της ενάγουσας από τους αρμοδίους υπαλλήλους της εναγομένης.

Συνεπώς, δεν πληρούται και το αναγκαίο πλαίσιο ενημέρωσης, που τίθεται με την ΠΔΤΕ 2501/2002, όπως ειδικά αναλύεται ανωτέρω στη μείζονα σκέψη της απόφασης.

Συνεπώς, η τακτική ενημέρωσης, που ακολούθησε η εναγομένη, δεν πληρούσε τις αναγκαίες ασφαλιστικές δικλείδες, εφόσον δεν περιείχε με αποσαφηνισμένους όρους το βάρος του υπέρμετρου κινδύνου μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας, που συνδεόταν άρρηκτα με το ιδιαιτέρως μεγάλο βάθος χρόνου της επίμαχης δανειακής σύμβάσης. Αν και η έννοια της "συναλλαγματικής ισοτιμίας" είναι πασίδηλη και οικεία στην καθημερινότητα είτε, με την αγορά εισαγόμενων προϊόντων είτε, ταξιδεύοντας στο εξωτερικό, ωστόσο δεν ισχύει το ίδιο, όταν συνδέεται άρρηκτα με τον τρόπο καθορισμού των δόσεων και του κεφαλαίου του επίδικου δανείου όχι μόνο για μία φορά, αλλά για μεγάλο χρονικό διάστημα. Γι' αυτό και η υποχρέωση ενημέρωσης και πληροφόρησης της τράπεζας δεν πρέπει να περιορίζεται εν προκειμένω, σε μια αφηρημένη ή γενική αναφορά για τον συναλλαγματικό κίνδυνο. Πρέπει, να εξειδικεύεται σε ένα πλήθος καθηκόντων, όπως ενημέρωση για τα χαρακτηριστικά και τις γνώσεις που πρέπει να έχει ο πελάτης, για να επιλέξει ένα δάνειο σε συνάλλαγμα, προειδοποίηση για τους κινδύνους, που μπορούν να ανακύψουν, με την παράθεση, μάλιστα, παραδειγμάτων δυσμενούς εξέλιξης της συναλλαγματικής ισοτιμίας, ώστε να γίνουν εύληπτοι και κατανοητοί οι

κίνδυνοι κυρίως για τον δανειολήπτη και όχι μόνο για την τράπεζα, ενημέρωση

για δυσμενείς περιορισμούς και συνέπειες στην άσκηση των δικαιωμάτων από το δάνειο (π.χ. της πρόωρης εξόφλησης) και ενημέρωση για την απαιτούμενη ικανότητα παρακολούθησης των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Απαιτείται, μάλιστα, και ορθή πληροφόρηση κατά την προσέλκυση των πελατών με γνώμονα την αρχή του υπεύθυνου δανεισμού, όπως καθιερώθηκε στην ΚΥΑ Ζ1-699/2010 (ΦΕΚ 917Β 23-6-2010). Άλλωστε, η τυχόν υπογραφή και παραλαβή προδιατυπωμένων επιστολών δεν δύναται να θεωρηθεί πλήρης και ορθή εκτέλεση των προσυμβατικών υποχρεώσεων της εναγομένης τράπεζας (πιστωτικού φορέα) για επαρκή πληροφόρηση και ενημέρωση, διότι αντιστρέφει το βάρος απόδειξης της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων των δανειοληπτών- συμβαλλομένων, που δύναται να διακυβεύσει την αποτελεσματικότητα των δικαιωμάτων των καταναλωτών. Πλήρης ενημέρωση κατά τα ανωτέρω ως προς τον επίμαχο όρο δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε η υπογραφή (μαζί με τη σύμβαση δανείου) από τους καταναλωτές και τυχόν λοιπών συνοδευτικών εγγράφων, διότι δεν γίνεται ευκρινώς διαγνωστός ο τρόπος λειτουργίας της συναλλαγματικής ισοτιμίας υπέρ του ελβετικού φράγκου. Η τράπεζα, μάλιστα, αν και όφειλε, δεν αξιολόγησε τη δανειοληπτική ικανότητα του μέσου καταναλωτή και δη της ενάγουσας κρίνοντας αντικειμενικά το βαθμό αντίληψής της σε σχέση με το αναληφθέν μέσω της χορηγούμενης προς αυτή πίστωσης κίνδυνο της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Τονίζεται ότι, το γεγονός ότι η ενάγουσα είναι καθηγήτρια και έχει πτυχίο Πανεπιστημίου δεν σημαίνει ότι ήταν σε θέση, ως μέσος καταναλωτής, να αντιληφθεί από μόνη της τους κινδύνους της επίδικης σύμβαση. Περαιτέρω, προέκυψε ότι, η εναγομένη Τράπεζα, παραβλέποντας την ως άνω υποχρέωσή της, που φέρει ως πιστωτικό ίδρυμα και οφείλει να μπορεί, μέσα από διαδικασίες ενδελεχούς ελέγχου, να διαπιστώνει ποιοι μπορούν να είναι αποδέκτες ανωτάτων ορίων ανάληψης κινδύνου, εν τέλει όχι μόνο δεν απέτρεψε την ενάγουσα ως μέσο καταναλωτή να λάβει το συγκεκριμένο τραπεζικό προϊόν, αλλά δεν της κατέστησε σαφείς ποιους κινδύνους αναλαμβάνει. Βάσει δε, της ελλιπούς αυτής ενημέρωσης η ενάγουσα αποφάσισε και θέλησε να δεσμευτεί από όρους, που διατύπωσε εκ των προτέρων ο επαγγελματίας (εναγομένη Τράπεζα). Η από θέση ασκούμενη πειθώ της τράπεζας για την ασφάλεια του "προϊόντος", ο καλλιεργηθείς ενθουσιασμός και η προσέλκυση της καταναλώτριας ενάγουσας με μεμονωμένες και ασαφείς φράσεις, όπως ειδικά αναφέρθηκαν παραπάνω, δεν άφηναν περιθώρια σοβαρής ανησυχίας και ορθολογικού υπολογισμού των κινδύνων από την τελευταία. Στο πλαίσιο αυτό, η τράπεζα παρέλειψε να δώσει ουσιώδεις πληροφορίες, κρίσιμες για τη λήψη σωστής απόφασης από τον μέσο καταναλωτή. Παράλληλα υπήρξε και καταχρηστική επιρροή της καλόπιστης ενάγουσας- καταναλώτριας, που εμπιστεύτηκε την τράπεζα της. Οι επίμαχοι λοιπόν, όροι 14 παρ. 2 εδάφιο α και 14 παρ. 5 ήταν σαφείς ως προς τη γραμματική τους διατύπωση, αλλά τούτο δεν αρκεί από μόνο του για τη διαπίστωση της εγκυρότητας τους, βάσει των κριτηρίων του ν. 2251/1994 και της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, καθώς υπήρχε αδιαφάνεια και δη αοριστία ως προς τις οικονομικές συνέπειες της επίδικης ρήτρας της συναλλαγματικής ισοτιμίας, ώστε να διαψευστούν οι τυπικές και δικαιολογημένες προσδοκίες κάθε μέσου δανειολήπτη και στη συγκεκριμένη περίπτωση της ενάγουσας, ότι, δηλαδή, καταβάλλοντας τις συμφωνηθείσες δόσεις ανελλιπώς, το ποσό της οφειλής θα μειώνεται και δεν θα αυξάνεται λόγω μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας ευρώ και ελβετικού φράγκου. Συνακόλουθα, οι ως άνω όροι είναι αδιαφανείς και, μάλιστα, υπερβαίνουν σημαντικά τα όρια, που τάσσονται από τις § 6, 7 και 2 του άρθρου 2 του Ν. 2251/1964, διότι διαταράσσεται σημαντικά η ισορροπία των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων σε βάρος της ενάγουσας, όταν οι επίδικοι γ.ο.σ. οδηγούν στη διάψευση της δικαιολογημένης προσδοκίας τους ως προς τη φύση της παρεχόμενης υπηρεσίας, το σκοπό και το όλο περιεχόμενο της σύμβασης. Στην ουσία, λοιπόν, (οι γ.ο.σ.) καταλήγουν να συνιστούν απροσδόκητες και αιφνιδιαστικές ρήτρες μεταβάλλοντας την εικόνα, που δικαιολογημένα είχε δημιουργηθεί στην ενάγουσα αναφορικά με το ύψος του τιμήματος και την έκταση της κύριας παροχής - κεφαλαίου, στοιχεία, που είναι συνήθως και τα μόνα, που πράγματι εξετάζονται από το μέσο καταναλωτή κατά τη σύναψη της σύμβασης. Η ισορροπία δε αυτή κλονίζεται ιδιαιτέρως, καθώς καταρρίπτεται η βασικότερη συγκεκριμένη σταθερά στο μυαλό αυτής (ενάγουσας) και γενικότερα του μέσου καταναλωτή - δανειολήπτη, ως προς τη λήψη του δανείου, ενώ προσμένει την εφαρμογή του: ότι όσο αποπληρώνει το δάνειο, αυτό θα μειώνεται ως χρέος. Ωστόσο, η ισορροπία αυτή διαταράσσεται, καθώς οι αρνητικές μεταβολές των συναλλαγματικών ισοτιμιών οδηγούν σε αύξηση του οφειλόμενου χρέους παρά τις συνεχείς και συνεπείς καταβολές της ενάγουσας προς εξόφληση του δανείου, όπως ήδη προαναφέρεται. Πέραν αυτού, όμως, οι ως άνω όροι είναι άκυροι και επειδή πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 2 § 7 περιπ. ία`, κδ' και λ` του ν. 2251/1994. Συγκεκριμένα, δεν αποσαφηνίζεται ότι, οι δύο κυμαινόμενοι παράγοντες, δηλαδή αυτός της αναπροσαρμογής του επιτοκίου και αυτός της αναπροσαρμογής της συναλλαγματικής ισοτιμίας θα επηρεάσουν όχι μόνο τη δόση και τους τόκους, αλλά και το κεφάλαιο, επί του οποίου υπολογίζονται οι καταβολές σε ευρώ, τα οποία, επομένως, παραμένουν αόριστα. Απόρροια τούτων είναι ότι το συνολικό κόστος δανεισμού παραμένει αόριστο, διότι, διακυμαίνεται το θεμέλιο της παροχής, δηλαδή το ίδιο το κεφάλαιο, που καλείται να επιστρέφει ο δανειολήπτης. Είναι δε το κεφάλαιο, που διαμορφώθηκε βάσει της κατά χρονική περίοδο διαφορετικής συναλλαγματικής ισοτιμίας αποσυνδεδεμένο από τον απλό κανόνα παροχής - αντιπαροχής. Κατόπιν τούτων, καθίσταται σαφές ότι πληρούνται και οι προϋποθέσεις του άρθρου 2 § 7 περιπ. κδ` και λ' Ν 2251/1994, αφού ουδέποτε η ενάγουσα-δανειολήπτρια κατανόησε εις βάθος την πραγματική λειτουργία των επίδικων όρων της σύμβασης, αλλά στην ουσία αγνοούσε την υπέρμετρη οικονομική επιβάρυνση, που θα αναλάβει. Ειδικότερα, η τελευταία αγνοούσε τον κίνδυνο του επιτοκίου, για το οποίο η επίδικη σύμβαση αναφέρει, μόνον, ότι το επιτόκιο θα είναι κυμαινόμενο με βάση το LIBOR, χωρίς, όμως, να εξειδικεύονται οι υποχρεώσεις της (ενάγουσας) από την πιθανότητα διακύμανσης του προς τα άνω καθόλη τη λειτουργία της σύμβασης. Συνάμα, η ενάγουσα αγνοούσε το συνολικό κόστος της πίστωσης, εφόσον, ούτε τη σημασία της διατάραξης της ισοτιμίας μπορούσε να εκτιμήσει, ούτε τη μελλοντική ισοτιμία μπορούσε να γνωρίζει. Σημειωτέον ότι, στο πλαίσιο των χρηστών συναλλακτικών ηθών, ήτοι των κρατουσών αντιλήψεων του μέσου ανθρώπου ως μέλους του κοινωνικού συνόλου μέσα στα όρια των οποίων πρέπει να περιορίζεται η δραστηριότητα των δικαιοπρακτούντων, προκειμένου να θεωρείται σύμφωνη με τη χρηστή και έμφρονη συναλλακτική συμπεριφορά και της καλής πίστης, ήτοι της επιβαλλόμενης στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονα ανθρώπου συμπεριφοράς, η τράπεζα υπέχει αυξημένη υποχρέωση πρόνοιας και προστασίας των συμφερόντων των πελατών της, η οποία εξειδικεύεται με βάση τις ειδικές συνθήκες της κάθε περίπτωσης, κατά τα οριζόμενα στην ΠΔ/ΤΕ 2577/2006 περί της υιοθέτησης βέλτιστων πρακτικών εκ μέρους των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων για την παροχή υπηρεσιών και προϊόντων, ώστε αυτά να προσιδιάζουν στα χαρακτηριστικά του πελάτη. Και τούτο διότι, μεταξύ τράπεζας και πελάτη δημιουργείται μια εξειδικευμένη σχέση εμπιστοσύνης και εν μέρει εξάρτησης του πελάτη, καθ' όσον η τράπεζα κατέχει ειδικές γνώσεις και ευρύτατο φάσμα πληροφοριών και οφείλει να εξισορροπεί την αρχή της προστασίας του ασθενέστερου με την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των συναλλασσομένων. Εξάλλου, επισημαίνεται ότι, στην προκειμένη περίπτωση, ο δικαιοπρακτικός σκοπός της δανειακής σύμβασης με ρήτρα συναλλάγματος και η συντρέχουσα οικονομική συγκυρία και το κοινωνικό γίγνεσθαι υποδηλώνουν ότι, το συγκεκριμένο δάνειο δεν χορηγήθηκε, για να κερδοσκοπήσει ο δανειολήπτης (ενάγουσα) με τα ελβετικά φράγκα ως επενδυτής, αλλά για να χρηματοδοτηθεί με ευρώ, ως ιδιώτης ή έμπορος, επωφελούμενη απλώς του ευνοϊκού επιτοκίου. Άλλωστε, η δανειολήπτρια ενάγουσα δεν είναι αναμενόμενο να διαθέτει ελβετικά φράγκα, ούτε να έχει τη δυνατότητα τακτικών εσόδων στο νόμισμα αυτό, για παράδειγμα ως εξαγωγέας. Κατά συνέπεια, δεν θέλησε η τελευταία, δηλαδή, αυτή καθεαυτή την οφειλή σε ξένο νόμισμα, αλλά χρησιμοποίησε το ελβετικό φράγκο σαν χρήμα - μέτρο, για τον προσδιορισμό της εκτάσεως της οφειλής της. Ο τύπος σύμβασης, δηλαδή, που επιθυμούν γενικά να συνάψουν οι καταναλωτές και ειδικότερα η ενάγουσα, δεν έχει δικαιοπρακτικό ή οικονομικό κίνητρο την επένδυση σε κινητές αξίες μεταβαλλόμενης αποτίμησης, όπως π.χ. το συνάλλαγμα. Ο συμβατικός τύπος της καταναλωτικής σύμβασης (στεγαστικού δανείου) με γνώμονα τις βάσιμες προσδοκίες και τις συμβατικές τους ανάγκες, αποβλέπει στην σταδιακή αποπληρωμή του δανείου. Με τον επίδικο γ.ο.σ., ωστόσο, επήλθε αλλοίωση του συμβατικού σκοπού και της λειτουργίας της δανειακής σύμβασης, εφόσον αυτή (η σύμβαση) δεν επιτελεί καθαρά δανειακούς σκοπούς, αλλά εμπεριέχει και επενδυτικής φύσης αποτελέσματα και οικονομικές συνέπειες. Η δανειολήπτρια-ενάγουσα συμμετέχει εμμέσως πλην σαφώς στην επενδυτική αγορά συναλλάγματος. ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κρίνοντας ότι στην ένδικη σύμβαση δανείου υπάρχει οφειλή όχι σε αλλοδαπό αλλά στο ημεδαπό νόμισμα (ευρώ) και ότι, ως εκ τούτου, οι επίμαχοι ΓΟΣ της σύμβασης αυτής δεν είναι "δηλωτικοί", δηλαδή δεν απηχούν περιεχόμενο διάταξης του εθνικού δικαίου και ειδικότερα του άρθρου 291 ΑΚ, που προϋποθέτει χρηματική οφειλή σε αλλοδαπό νόμισμα, προέβη σε έλεγχο καταχρηστικότητας και διαφάνειας των παραπάνω όρων. Στη συνέχεια δε, αφού έκρινε τους όρους αυτούς άκυρους ως καταχρηστικούς και αδιαφανείς, προβαίνοντας σε πλήρωση του δημιουργηθέντος στην ένδικη σύμβαση κενού με την εφαρμογή του άρθρου 200 ΑΚ, εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την αγωγή, κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ` ουσίαν, δέχθηκε εν όλω την αγωγή ως προς τα τρία κύρια αναγνωριστικά αιτήματά της, κατά την κύρια ιστορική και νομική βάση αυτών από τις διατάξεις του ν. 2251/1994, και: (Α) αναγνώρισε την ακυρότητα των όρων 14 παρ. 2 εδ. α' και 14 παρ. 5 της επίδικης σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου, ως καταχρηστικών και αδιαφανών γενικών όρων συναλλαγών, (Β) αναγνώρισε, επίσης, ως μόνη εφαρμοσθείσα ρήτρα, για τη μετατροπή των οφειλόμενων σε ελβετικά φράγκα ποσών σε ευρώ, τόσο για τις καταβολές που έγιναν όσο και για εκείνες που θα γίνουν, τη συναλλακτική ισοτιμία των δύο νομισμάτων που ίσχυε και εφαρμόσθηκε στην επίδικη σύμβαση κατά τις ημερομηνίες της εκταμίευσης του ποσού του δανείου, που έγινε σταδιακά σε τρείς δόσεις (7-11-2008, 18-6-2009 και 1-9-2009), λαμβάνοντας ως μέσο όρο αυτής (ισοτιμίας) το 1,51483308 και (Γ) αναγνώρισε ότι, το οφειλόμενο την 7.7.2014 υπόλοιπο της ως άνω επίδικης δανειακής σύμβασης στεγαστικού δανείου ανέρχεται σε 138.666,85 Ελβετικά φράγκα. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας αντιφατικών και ασαφών αιτιολογιών ως προς το κρίσιμο ζήτημα της συνομολόγησης του ένδικου δανείου σε συνάλλαγμα ή σε ευρώ και της υποχρέωσης απόδοσης του δανείσματος από την αναιρεσίβλητη δανειολήπτρια στην αναιρεσείουσα τράπεζα, το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 6 και 7 ν. 2251/1994, 200 και 281 ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε, και της διάταξης του άρθρου 291 ΑΚ, την οποία δεν εφάρμοσε. Και τούτο, διότι, ενώ αρχικά δέχεται ότι η ένδικη δανειακή σύμβαση συνομολογήθηκε σε συνάλλαγμα, διαλαμβάνοντας, μεταξύ άλλων, και τις παραδοχές: α) ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου ελβετικών φράγκων (ποσού 159.000), β) ότι έγινε εκταμίευση του προϊόντος του δανείου σε τρείς δόσεις κατόπιν της μετατροπής του ποσού του δανείου από ελβετικά φράγκα σε ευρώ, με βάση την τιμή αγοράς από την αναιρεσείουσα του ελβετικού φράγκου κατά τις ημερομηνίες της σταδιακής εκταμίευσης και συγκεκριμένα ότι την 7-11-2008 εκταμιεύτηκε ποσό 60.000 ευρώ, που ήταν το ισότιμο σε ευρώ των 90.450 ελβετικών φράγκων, την 18-6-2009 ποσό 15.000 ευρώ που ήταν το ισότιμο σε ευρώ των 22.680 ελβετικών φράγκων και την 1-9-2009 ποσό 30.078,69 ευρώ, που ήταν το ισότιμο σε ευρώ των 45.870 ελβετικών φράγκων, γ) ότι οι δόσεις αποπληρωμής του δανείου θα υπολογίζονταν, επίσης, στο νόμισμα που συνομολογήθηκε το δάνειο, δηλαδή σε ελβετικά φράγκα (και με επιτόκιο Libor και όχι Euribor), και θα εξοφλούνταν κατά το ισότιμο ποσό σε ευρώ, το οποίο προέκυπτε από τη μετατροπή του ποσού της δόσης από ελβετικά φράγκα σε ευρώ, με βάση την τιμή πώλησης από την αναιρεσείουσα του ελβετικού φράγκου κατά την ημερομηνία πληρωμής της δόσης, και δ) ότι τον Ιούλιο του 2014 το άληκτο κεφάλαιο του δανείου ανερχόταν στο ποσό των 141.982,22 ελβετικών φράγκων, παρόλα αυτά στη συνέχεια δέχεται, όλως αντιφατικά, ότι στην προαναφερόμενη δανειακή σύμβαση υπάρχει οφειλή όχι σε αλλοδαπό, αλλά στο ημεδαπό νόμισμα (ευρώ) και ότι απλώς χρησιμοποιήθηκε το ελβετικό φράγκο σαν χρήμα - μέτρο, για τον προσδιορισμό της έκτασης της οφειλής της αναιρεσίβλητης-δανειολήπτριας, διαλαμβάνοντας, μεταξύ άλλων, και τις παραδοχές: α) ότι το συγκεκριμένο δάνειο δεν χορηγήθηκε για να κερδοσκοπήσει η δανειολήπτρια-ενάγουσα με τα ελβετικά φράγκα ως επενδυτής, αλλά για να χρηματοδοτηθεί με ευρώ, ως ιδιώτης ή έμπορος, επωφελούμενη απλώς του ευνοϊκού επιτοκίου, β) ότι η δανειολήπτρια-ενάγουσα δεν θέλησε αυτή καθεαυτή την οφειλή σε ξένο νόμισμα, αλλά χρησιμοποίησε το ελβετικό φράγκο σαν χρήμα-μέτρο, για τον προσδιορισμό της έκτασης της οφειλής της, με αποτέλεσμα να προκαλείται ασάφεια σχετικά με το τί, τελικώς, δέχεται το δικαστήριο ως προς το νόμισμα στο οποίο συνομολογήθηκε τα ένδικο δάνειο, δηλαδή συνομολογήθηκε αυτό σε ελβετικό φράγκο ή, αντιθέτως, σε ευρώ. Η ασάφεια αυτή επιτείνεται και από το γεγονός ότι ακολούθως, η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τον έλεγχο της καταχρηστικότητας και αδιαφάνειας των όρων, δέχεται, όπως προκύπτει από τις ως άνω παραδοχές της, ότι η αναιρεσείουσα τράπεζα παραβίασε, μεταξύ άλλων, τις διατάξεις της παρ. Β, αρ. 2α, περ. x και xi της 2501/31-10-2002 Πράξης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΠΔΤΕ) (ΦΕΚ Α' 277/2002), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 18 παρ. 5 του Ν. 2076/1992 και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΑΠ 1727/2008, ΑΠ 948/2021), που όμως αφορούν τη συνομολόγηση δανείων σε συνάλλαγμα και την υποχρέωση των τραπεζών να ενημερώνουν για τους κινδύνους από ενδεχόμενη διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Λόγω δε της ως άνω αντιφατικής και ασαφούς αιτιολογίας, στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, υπό την έννοια της ορθής ή μη υπαγωγής των ανελέγκτως γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των ως άνω κανόνων δικαίου, τους οποίους, έτσι, το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου, δεδομένου ότι, σε περίπτωση που το ένδικο δάνειο συνομολογήθηκε σε ελβετικά φράγκα (όπως και η αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε με την αγωγή της), είναι εφαρμοστέα α) η διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ, αφού η επιβαλλόμενη με τους ένδικους ΓΟΣ υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να εκπληρώσει την υποχρέωσή της προς την τράπεζα αποκλειστικά σε ευρώ, με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του ελβετικού φράγκου την ημέρα της καταβολής εκάστης δόσης, απηχεί, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη (ΙΙ, Γ' μέρος), το περιεχόμενο της διάταξης του άρθρου 291 ΑΚ και, συνεπώς, οι όροι αυτοί ως "δηλωτικοί" της ένδικης δανειακής σύμβασης δεν υπόκεινται σε έλεγχο καταχρηστικότητας αλλά και διαφάνειας, ήτοι δεν ελέγχονται και για το αν αυτοί είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 παρ. 2 της ανωτέρω Οδηγίας (93/13), διότι δεν νοείται όρος (ρήτρα), μη καταχρηστικός, ο οποίος απηχεί κανόνα εσωτερικού (αναγκαστικού ή ενδοτικού) δικαίου, που ελλείψει του σχετικού όρου θα εφαρμοζόταν ούτως ή άλλως, να είναι, συνάμα, ασαφής και ακατανόητος, δηλαδή αδιαφανής και επομένως ένας τέτοιος όρος (δηλωτικός), εξ ορισμού, αποκλείεται από το πεδίο εφαρμογής του ν. 2251/1994, δηλαδή, διαφεύγει κάθε ελέγχου καταχρηστικότητας, άρα και του ελέγχου διαφάνειας, που προβλέπεται από το άρθρο 2 του ν. 2251/1994, (και εξειδικεύεται στην παρ. 7 του ιδίου άρθρου), σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, και β) οι ως άνω διατάξεις της 2501/31-10-2002 ΠΔΤΕ, (ως εκ του χρόνου κατάρτισης της επίμαχης δανειακής σύμβασης) αναφορικά με το συναλλαγματικό κίνδυνο που ανέλαβε η αναιρεσίβλητη με τη σύναψη των επίμαχων ΓΟΣ και τις εντεύθεν οικονομικές επιπτώσεις τους, που αφορούν τη συνομολόγηση δανείων σε συνάλλαγμα και την υποχρέωση των τραπεζών να ενημερώνουν για τους κινδύνους από ενδεχόμενη διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Επομένως, οι υπό στοιχ. 1β' και γ', Γ.3.α'και Γ.4.α' και β' λόγοι της αίτησης αναίρεσης και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος, όλοι ορθώς εκτιμώμενοι από το σύνολό τους κατά το νοηματικό τους περιεχόμενο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 KΠολΔ, και όχι από τον αριθμό 1 όπως αναφέρεται στους ως άνω λόγους, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η έλλειψη νόμιμης βάσης για το λόγο ότι στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, περιέχονται αντιφάσεις στα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη αναφορικά με το τί, δέχεται το δικαστήριο ως προς το νόμισμα στο οποίο συνομολογήθηκε τα ένδικο δάνειο, δηλαδή συνομολογήθηκε αυτό σε ελβετικό φράγκο ή, αντιθέτως, σε ευρώ, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε, ήτοι του άρθρου 2 παρ. 6 και 7 του ν. 2251/1994 και της οδηγίας 93/13 ή αν συνέτρεχαν οι όροι του 291 ΑΚ που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.

ΙV. Η προδικαστική παραπομπή, η οποία προβλέπεται στα άρθρα 19, παράγραφος 3, στοιχείο β', της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) και 267 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), αποτελεί θεμελιώδη μηχανισμό του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σκοπός της είναι η διασφάλιση της ενιαίας ερμηνείας και εφαρμογής του δικαίου αυτού στην Ένωση, με την παροχή στα δικαστήρια των κρατών μελών ενός μέσου το οποίο τους επιτρέπει να υποβάλλουν στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) προδικαστικά ερωτήματα, σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή το κύρος των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης. Το ΔΕΕ έχει αρμοδιότητα να αποφαίνεται προδικαστικώς επί της ερμηνείας ή του κύρους του δικαίου της Ένωσης, που ασκείται με αποκλειστική πρωτοβουλία του εθνικού δικαστηρίου, ανεξάρτητα από το αν οι διάδικοι της κύριας δίκης έχουν εκφράσει ή όχι την επιθυμία για υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο. Στο εθνικό δικαστήριο, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η διαφορά και το οποίο φέρει την ευθύνη της αποφάσεως, που θα εκδοθεί, εναπόκειται αποκλειστικά να εκτιμά, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα της προδικαστικής αποφάσεως, προκειμένου να εκδώσει τη δική του απόφαση, όσο και τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Τα δικαστήρια, δηλαδή, των κρατών μελών μπορούν να υποβάλλουν στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία ή το κύρος του δικαίου της Ένωσης, εφόσον εκτιμούν ότι η επίλυση του ζητήματος από το Δικαστήριο είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής τους αποφάσεως (άρθρο 267, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ). Η υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμη, ιδίως, όταν ανακύπτει ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου νέο ερμηνευτικό ζήτημα, το οποίο έχει γενικότερη σημασία για την ενιαία εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης ή όταν η υφιστάμενη νομολογία δεν μπορεί να παράσχει τις διευκρινίσεις, που είναι αναγκαίες σε ένα καινοφανές νομικό ή πραγματικό πλαίσιο. Ωστόσο, όταν ανακύπτει ζήτημα σε υπόθεση εκκρεμή ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους, του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, το δικαστήριο αυτό οφείλει να υποβάλει στο Δικαστήριο τέτοιο ερώτημα (άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ), εκτός εάν υπάρχει ήδη σχετική νομολογία ή εάν δεν υπάρχει καμία εύλογη αμφιβολία, ως προς την ορθή ερμηνεία του οικείου κανόνα δικαίου (ΑΠ 948/2021). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της, υπέβαλε, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αίτημα προδικαστικής παραπομπής στο Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), με το εξής περιεχόμενο: 1) "Αν σε καταναλωτική τραπεζική δανειακή σύμβαση, ιδίως δε, σε προϊόν στεγαστικής πίστης, που συνήφθη σε αλλοδαπό νόμισμα, ο συμβατικός όρος, ο οποίος ορίζει υποχρέωση αποπληρωμής των τοκοχρεωλυτικών δόσεων του στεγαστικού δανείου στο εθνικό νόμισμα (δηλαδή σε ευρώ), συνιστά όρο που απηχεί τη διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ ή άλλη διάταξη του Ελληνικού Δικαίου και παράλληλα αν η διάταξη αυτή (άρθρο 291 ΑΚ) συνιστά νομοθετική ή κανονιστική διάταξη αναγκαστικού δικαίου κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ και της 13ης σκέψης του Προοιμίου της? 2) Αν στις συμβάσεις που συνάπτονται με καταναλωτές η, κατά το άρθρο 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, εξαίρεση της υποβολής σε έλεγχο καταχρηστικότητας των ΓΟΣ που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, μεταφέρθηκε σιωπηρά στην Ελληνική έννομη τάξη ως ενυπάρχουσα στη ρύθμιση του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 2251/1994, βάσει μίας εναρμονισμένης προς το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας, ή όχι, κατά διεύρυνση του επιπέδου προστασίας που απολαμβάνει ο καταναλωτής. Επί των ανωτέρω, επιμέρους, ερωτημάτων, πρέπει να λεχθούν αντίστοιχα, τα ακόλουθα: 1) Στην περίπτωση, κατά την οποία στη σύμβαση τραπεζικού στεγαστικού δανείου σε αλλοδαπό νόμισμα μεταξύ των διαδίκων υφίσταται ΓΟΣ, που υποχρεώνει τον οφειλέτη να εκπληρώνει τις εντεύθεν υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα αποκλειστικά σε ευρώ, ήτοι υφίσταται συμβατικός αποκλεισμός της ευχέρειας του οφειλέτη να καταβάλει τη δόση του δανείου στο νόμισμα της χορήγησης-ελβετικά φράγκα, η επιβαλλόμενη με το σχετικό όρο υποχρέωση αυτού να εκπληρώσει την υποχρέωσή του προς την τράπεζα από το δάνειο αποκλειστικά σε ευρώ, με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του ως άνω νομίσματος χορήγησης την ημέρα της καταβολής, απηχεί, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη (ΙΙ. Γ' μέρος), το περιεχόμενο της διάταξης του άρθρου 291 ΑΚ, που ορίζει σχετικά : "Όταν πρόκειται για χρηματική οφειλή σε ξένο νόμισμα που πρέπει να πληρωθεί στην ημεδαπή ο οφειλέτης, αν δεν συμφωνήθηκε το αντίθετο, έχει δικαίωμα να πληρώσει σε εγχώριο νόμισμα με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής", κατά το μέρος που αντιστοιχεί στη μία από τις προβλεπόμενες από αυτό δυνατότητες, χωρίς να εισάγει απόκλιση από αυτήν και χωρίς να τη συμπληρώνει με επιπλέον ρυθμίσεις, δεδομένου ότι οι όροι των συναλλαγών υπόκεινται σε έλεγχο μόνον όταν και στο μέτρο που αποκλίνουν από το ισχύον δίκαιο. Η επιβαλλόμενη δε ως άνω υποχρέωση, να εκπληρώσει ο οφειλέτης την υποχρέωσή του σε ευρώ, με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του ελβετικού φράγκου την ημέρα της καταβολής, είναι σύμφωνη και όχι αντίθετη με τη διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ. Επομένως, και στην περίπτωση αυτή δεν νοείται διατάραξη της ισορροπίας των συμβαλλομένων, ούτε καταχρηστικότητα ή αδιαφάνεια του σχετικού όρου. Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ εφαρμόζεται για κάθε χρηματική οφειλή σε ξένο νόμισμα που πρέπει να πληρωθεί στην ημεδαπή και, συνεπώς, δεν αποκλείεται η εφαρμογή της επί συμβάσεων δανείου σε αλλοδαπό νόμισμα, που συνήφθησαν μεταξύ καταναλωτών και τραπεζών, στις οποίες ισχύουν και νομοθετικές/κανονιστικές διατάξεις, που επιβάλλουν στις τράπεζες υποχρέωση ενημέρωσης του καταναλωτή. Επομένως, δε μπορεί να γίνει λόγος ότι το άρθρο 291 ΑΚ αφορά άλλο τύπο συμβάσεων σε σχέση με τις συμβάσεις τραπεζικών στεγαστικών δανείων σε αλλοδαπό νόμισμα, στις οποίες περιλαμβάνεται ο προαναφερόμενος όρος (ΑΠ 53/2021).Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, συμβατικοί όροι οι οποίοι απηχούν, δηλαδή επαναλαμβάνουν νοηματικά ή ταυτίζονται με, διατάξεις μιας χώρας-μέλους, εξ ορισμού δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας και επομένως δεν υπόκεινται σε έλεγχο καταχρηστικότητας ως γενικοί όροι συναλλαγών, αφού αυτό που προβλέπεται ως συμβατικός όρος θα ίσχυε έτσι και αλλιώς, ακόμη και αν δεν υπήρχε η επίμαχη ρήτρα. Αιτιολογία του αποκλεισμού αυτού είναι το γεγονός ότι οι εθνικές διατάξεις εξ ορισμού δεν περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες, αφού ο εθνικός νομοθέτης ήδη προέβη σε στάθμιση συμφερόντων των μερών και μία τέτοια νομοθετική στάθμιση δεν μπορεί να είναι καταχρηστική. Οι όροι αυτοί, αποκαλούμενοι "δηλωτικοί", μπορεί να απηχούν εθνικές ρυθμίσεις όχι μόνον αναγκαστικού αλλά και ενδοτικού δικαίου, όπως σαφώς εξηγείται στην προπαρατιθέμενη σκέψη του Προοιμίου, με αποτέλεσμα η αναφορά του άρθρου 1 παρ. 2 σε "νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου", υπό το πρίσμα της δέκατης τρίτης αιτιολογικής σκέψης της οδηγίας, να καλύπτει εννοιολογικά όχι μόνον τις διατάξεις του εθνικού δικαίου οι οποίες εφαρμόζονται μεταξύ των συμβαλλομένων μερών ανεξαρτήτως της επιλογής τους, αλλά και εκείνες οι οποίες είναι ενδοτικού δικαίου, ήτοι εφαρμόζονται κατ' αρχήν ελλείψει διαφορετικής συμφωνίας των συμβαλλομένων (απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2021, Τράπεζα Πειραιώς, C-243/20, EU:C:2021:1045, σκέψη 30 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, απόφαση του ΔΕΕ της 21.3.2013 στην υπόθεση C-92/11, από 30.4.2014 απόφαση, υπόθεση C - 25/13, από 30.9.2017 απόφαση υπόθεση C-186/16). Μάλιστα το ΔΕΕ υποδεικνύει τη στενή ερμηνεία της Οδηγίας με τις ως άνω αποφάσεις του στις υποθέσεις C-92/11 και C-34/13. Σύμφωνα με τις αποφάσεις αυτές, σε έλεγχο καταχρηστικότητας υπόκεινται οι ρήτρες, που επαναλαμβάνουν ρύθμιση του εθνικού δικαίου, την οποία ο νομοθέτης την προορίζει για άλλο συμβατικό τύπο ή επαναλαμβάνουν εθνική διάταξη για το ίδιο ζήτημα, που αυτή ρύθμιζε, όμως λόγω των ιδιαίτερων περιστάσεων αποκλίνει ουσιωδώς από το ρυθμιστικό πρότυπο του εθνικού νομοθέτη, οπότε στην περίπτωση αυτή, ο όρος δεν εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας και από τον έλεγχο καταχρηστικότητας. Δηλαδή οι διατάξεις, που έχουν νομοθετηθεί για συγκεκριμένο τύπο σύμβασης πρέπει να μην εφαρμόζονται σε άλλον τύπο σύμβασης, όπου τα δεδομένα και η ισορροπία μεταξύ των μερών, την οποία προσδιόρισε ο εθνικός νομοθέτης με την εθνική διάταξη, είναι διαφορετικά. Σύμφωνα με τα παραπάνω και ενόψει του ότι η διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ εφαρμόζεται για κάθε χρηματική οφειλή σε ξένο νόμισμα που πρέπει να πληρωθεί στην ημεδαπή και, συνεπώς, δεν αποκλείεται η εφαρμογή της επί συμβάσεων δανείου σε αλλοδαπό νόμισμα, που συνήφθησαν μεταξύ καταναλωτών και τραπεζών, στις οποίες ισχύουν και νομοθετικές/κανονιστικές διατάξεις, που επιβάλλουν στις τράπεζες υποχρέωση ενημέρωσης του καταναλωτή, δεν μπορεί να γίνει λόγος ότι το άρθρο 291 ΑΚ αφορά άλλο τύπο συμβάσεων σε σχέση με τις συμβάσεις τραπεζικών στεγαστικών δανείων σε αλλοδαπό νόμισμα, στις οποίες περιλαμβάνεται ο προαναφερόμενος όρος και συνεπώς η διάταξη αυτή του άρθρου 291 ΑΚ συνιστά νομοθετική ή κανονιστική διάταξη αναγκαστικού δικαίου κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ και της 13ης σκέψης του Προοιμίου της (ΟλΑΠ 4/2019, ΑΠ 948/2021, ΑΠ 53/2021). 2. Το άρθρο 1 παρ. 2 της Οδηγίας 13/1993 (σε συνδυασμό με την 13η αιτιολογική σκέψη αυτής), έχει την έννοια ότι εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, οι ρήτρες στις οποίες αυτό αναφέρεται (δηλαδή οι ρήτρες της σύμβασης που απηχούν εθνικές διατάξεις αναγκαστικού ή ενδοτικού δικαίου, ήτοι οι λεγόμενες δηλωτικές ρήτρες), οι οποίες έτσι εξαιρούνται από τον έλεγχο καταχρηστικότητας, ακόμη και αν αυτό (άρθρο) δεν έχει μεταφερθεί τυπικά στην έννομη τάξη ορισμένου κράτους μέλους (πρβλ. απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2021, ΔΕΕ C -243/20, EU: C:2021: 1045). Έτσι δεν τίθεται ζήτημα σιωπηρής ή μη μεταφοράς στην ελληνική έννομη τάξη του ως άνω άρθρου της οδηγίας, αφού η από αυτό καθιερούμενη εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας των λεγόμενων δηλωτικών ρητρών, ισχύει και αν ακόμη αυτό (άρθρο) δεν έχει μεταφερθεί τυπικά στην έννομη τάξη ορισμένου κράτους μέλους. Εξάλλου, ενόψει του γεγονότος ότι για την ένταξη μιας Οδηγίας στην εθνική νομοθεσία δεν απαιτείται η αυτούσια (κατά λέξη και αριθμό) ενσωμάτωση των άρθρων της Οδηγίας στην εθνική νομοθεσία, αλλά αρκεί με διατάξεις του εθνικού δικαίου να επέρχεται το αυτό αποτέλεσμα που επιδιώκει και η Οδηγία, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να θεωρηθεί ότι, στην προκειμένη περίπτωση (της μη τυπικής μεταφοράς του άρθρου 1 παρ. 2 της οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη), επιτυγχάνεται το ίδιο ως άνω αποτέλεσμα της εξαίρεσης των δηλωτικών όρων από τον έλεγχο καταχρηστικότητας των ΓΟΣ, με την εφαρμογή ανάλογης διάταξης της εθνικής νομοθεσίας, έστω και αν αυτή έχει διαφορετική διατύπωση και συγκεκριμένα της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994 (με τον οποίο ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο η Οδηγία 93/13), που ορίζει ότι "Γενικοί όροι συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας, των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή απαγορεύονται και είναι άκυροι. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται", ήτοι ορίζει ρητά ότι για να υπάρξει κατά το ν. 2251/1994 καταχρηστικότητα ενός ΓΟΣ, πρέπει αυτός να έχει ως αποτέλεσμα "τη σημαντική διατάραξη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή", πλην όμως, σε περίπτωση, που ο επίμαχος όρος απηχεί διάταξη εθνικού δικαίου, αναγκαστικού ή ενδοτικού, τότε εξ ορισμού δεν νοείται, όπως προαναφέρθηκε, διατάραξη της ισορροπίας των συμβαλλομένων ούτε καταχρηστικότητα του συμβατικού όρου και ένας τέτοιος όρος εξ ορισμού αποκλείεται από πεδίο εφαρμογής του ν. 2251/1994. Η διάταξη αυτή της εθνικής νομοθεσίας, έστω και αν έχει διαφορετική διατύπωση, από αυτήν του άρθρου 1 παρ. 2 της οδηγίας, περιλαμβάνει ρύθμιση που είναι πλήρως εναρμονισμένη προς το ενωσιακό δίκαιο και τις διατάξεις της Οδηγίας, και αρκεί από μόνη της για την εξαίρεση των δηλωτικών όρων, ήτοι των όρων που απηχούν διάταξη εθνικού δικαίου, αναγκαστικού ή ενδοτικού, από τον έλεγχο καταχρηστικότητας. Επομένως, και οι συμβατικοί όροι οι οποίοι απηχούν, δηλαδή επαναλαμβάνουν νοηματικά ή ταυτίζονται με, διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας (απλώς δεσμευτικού, αναγκαστικού ή ενδοτικού, δικαίου, αφού και οι διατάξεις του ενδοτικού δικαίου περιέχουν σταθμισμένες από το νομοθέτη ρυθμίσεις οι οποίες λαμβάνουν υπόψη τα συμφέροντα και των δύο μερών), εξ ορισμού δεν υπόκεινται σε έλεγχο καταχρηστικότητας ως γενικοί όροι συναλλαγών, βάσει του άρθρου 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994, όπως το περιεχόμενό του εκτίθεται παραπάνω, αφού αυτό που προβλέπεται ως συμβατικός όρος θα ίσχυε έτσι και αλλιώς, ακόμη και αν δεν υπήρχε η επίμαχη ρήτρα και θα ρύθμιζε τις μεταξύ των μερών σχέσεις. Σε κάθε περίπτωση, όμως, το ζήτημα της ενσωμάτωσης ή μη Οδηγίας ή επί μέρους διατάξεών της δεν κρίνεται από το ΔΕΕ, αλλά από τα εθνικά δικαστήρια. Επομένως, ενόψει των ανωτέρω, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, δεν συντρέχει λόγος υποβολής ερωτήματος στο ΔΕΕ, σχετικά με τα ανωτέρω ζητήματα, τα οποία τίθενται από την αναιρεσίβλητη. V. Τέλος, κατά το άρθρο 249 εδ. α` ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί. Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, μπορεί δε να εφαρμοσθεί και στην αναιρετική δίκη, παρά τη μη ρητή αναφορά της στο άρθρο 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ, μεταξύ των εφαρμοζομένων στην αναιρετική διαδικασία διατάξεων του γενικού μέρους του ΚΠολΔ, αφού η απαρίθμηση αυτή δεν είναι αποκλειστική, προκύπτει, ότι εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να διατάξει την αναβολή της δίκης, όταν η διάγνωση της εκκρεμούς ενώπιον του διαφοράς εξαρτάται από την επίλυση του νομικού ζητήματος, που αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, καθόσον παράλληλα η διάγνωση στην άλλη δίκη του νομικού αυτού ζητήματος θα συντελέσει στην επιτάχυνση της πορείας της δίκης και στην ασφαλέστερη διάγνωση του ζητήματος αυτού (ΑΠ 453/2021, ΑΠ 258/2020). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της, υπέβαλε, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αίτημα αναβολής κατ' άρθρο 249 ΚΠολΔ, έκδοσης απόφασης επί των λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων αυτής λόγων, εωσότου εκδοθεί απόφαση από ΔΕΕ, επί των προδικαστικών ερωτημάτων που τέθηκαν με την υπ' αριθμ. 1599/2020 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία (απόφαση) έχει το ίδιο ακριβώς αντικείμενο με την παρούσα δίκη, και συγκεκριμένα: 1) Εάν κατά την έννοια του άρθρου 8 της οδηγίας 93/13 που προβλέπει δυνατότητα των κρατών μελών να θεσπίζουν αυστηρότερες διατάξεις για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή, μπορεί ένα κράτος μέλος να μην ενσωματώσει στο εθνικό δίκαιο το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13 και να επιτρέψει τον δικαστικό έλεγχο και ρητρών που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού ή ενδοτικού δικαίου; 2) Εάν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι το άρθρο 1, παράγραφος 2, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 93/13, αν και δεν εισήλθε ρητά στο ελληνικό δίκαιο, εισήλθε έμμεσα σύμφωνα με το περιεχόμενο των άρθρων 3, παράγραφος 1, και 4, παράγραφος 1, της ανωτέρω οδηγίας, όπως αυτό μεταφέρθηκε στη διάταξη του άρθρου [2], παράγραφος [6], του Ν. 225[1]/1994; 3) Εάν στην έννοια των καταχρηστικών όρων και του εύρους τους, όπως αυτοί ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 3, παράγραφος 1, και 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, περιέχεται η εξαίρεση του άρθρου 1, παράγραφος 2, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 93/13; και 4) Εάν καταλαμβάνεται από τον έλεγχο της καταχρηστικότητας γενικού όρου συναλλαγής, κατά τις διατάξεις της οδηγίας 93/13, ο όρος σε πιστωτική σύμβαση που συνάπτει καταναλωτής με πιστωτικό ίδρυμα, ο οποίος αποδίδει το περιεχόμενο κανόνα ενδοτικού δικαίου του κράτους μέλους, εφόσον ο σχετικός όρος δεν αποτέλεσε αντικείμενο χωριστής διαπραγμάτευσης; Ήδη επί των εν λόγω προδικαστικών ερωτημάτων εκδόθηκε η απόφαση του ΔΕΕ της 21ης Δεκεμβρίου 2021, C-243/20, EU:C:2021:1045, με την οποία, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, το ΔΕΕ απεφάνθη αντίστοιχα :1) (63 σκέψη), ότι το άρθρο 8 της οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται στη θέσπιση ή διατήρηση διατάξεων του εσωτερικού δικαίου οι οποίες συνεπάγονται την εφαρμογή του συστήματος προστασίας των καταναλωτών που προβλέπει η οδηγία σε ρήτρες που εμπίπτουν στο άρθρο της 1, παρ. 2, 2-3), (50 σκέψη), ότι το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας οι ρήτρες στις οποίες αναφέρεται το εν λόγω άρθρο, ακόμη και αν αυτό δεν έχει μεταφερθεί τυπικά στην έννομη τάξη ορισμένου κράτους μέλους, και, σε μια τέτοια περίπτωση, τα δικαστήρια του κράτους μέλους αυτού δεν μπορούν να κρίνουν ότι το άρθρο 1, παράγραφος 2, έχει ενσωματωθεί εμμέσως στο εθνικό δίκαιο μέσω της μεταφοράς του άρθρου 3, παράγραφος 1, και του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας και 4) (4η σκέψη), ότι το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι ρήτρα σε σύμβαση μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή η οποία απηχεί νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ενδοτικού δικαίου, ήτοι διάταξη που εφαρμόζεται κατ' αρχήν, ελλείψει διαφορετικής συμφωνίας των συμβαλλομένων, εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, ακόμη και αν δεν έχει αποτελέσει αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης. Κατόπιν αυτών δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση αναβολής, κατ` άρθρο 249 ΚΠολΔ, έκδοσης απόφασης επί των λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων αυτής λόγων, ενόψει και του γεγονότος ότι τα ως άνω γενόμενα δεκτά κατά την έρευνα των λόγων αναίρεσης δεν έρχονται σε αντίθεση με όσα διαλαμβάνονται στην ως άνω απόφαση του ΔΕΕ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και δεδομένου ότι παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια των ως άνω κριθέντων ως βασίμων, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ερευνηθέν από αυτήν μέρος, ήτοι καθό μέρος δέχθηκε εν όλω την αγωγή ως προς τα τρία κύρια αναγνωριστικά αιτήματά της, κατά την κύρια ιστορική και νομική βάση αυτών από τις διατάξεις του ν. 2251/1994, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 KΠολΔ, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που την εξέδωσαν. Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος από αυτήν για την άσκηση της αναίρεσης παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους, μεταξύ των διαδίκων, καθόσον η ερμηνεία των ανωτέρω κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν, στην προκειμένη περίπτωση, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179, 183, ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ` αριθμ. 457/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατατέθηκε από αυτήν για την άσκηση της αναίρεσης.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

