# 995/2024 · 995/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

**Geschäftsnummer:** 995/2024
**Gericht / Behörde:** Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece) (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
**Entscheiddatum:** 2024-07-24
**Canonical Legislator URL:** https://legislator.ch/de/case/el/AP_995_2024/995-2024-995-2024-supreme-civil-and-criminal-court-of-greece
**Official Source URL:** https://www.areiospagos.gr/nomologia/apofaseis_DISPLAY.asp?cd=W68TFHSQ3IX3XGXVKSGTEKHV42AZEL&apof=995_2024

## Zusammenfassung (Sachverhalt & Erwägungen)

Απόφαση 995 / 2024 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 995/2024 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Πρίγγουρη, Παρασκευή Τσούμαρη, Σταυρούλα Κουσουλού - ...

## Leitsatz / Regeste

Απόφαση 995 / 2024 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 995/2024 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Πρίγγουρη, Παρασκευή Τσούμαρη, Σταυρούλα Κουσουλού - ...

## Volltext des Entscheids

Απόφαση 995 / 2024 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 995/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Πρίγγουρη, Παρασκευή Τσούμαρη, Σταυρούλα Κουσουλού - Εισηγήτρια και Ευαγγελία Γιακουμάτου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Απριλίου 2024, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βιργινίας Σακελλαροπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης I. Ρ. του S., κρατούμενης στο Κατάστημα Κράτησης Γυναικών ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Παναγιώτη Αλεξόπουλο, ο οποίος διορίστηκε με την υπ' αρ. 230/2024 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, για αναίρεση της απόφασης 702, 98, 99, 201, 303, 416, 468, 562, 596, 666, 669, 672/2023 του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με υποστηρίζουσες την κατηγορία τις: 1.D. G. του D., κάτοικο ..., και 2.Y. V. του D., κάτοικο ..., οι οποίες παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σοφία Πολυζωγοπούλου.

Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αρ. εκθ. κατ. 20/12.2.2024 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 203/2024.

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, τον διορισθέντα δικηγόρο της αναιρεσείουσας και την πληρεξούσια δικηγόρο των υποστηριζουσών την κατηγορία, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η με αρ. εκθ. κατ. 20/12-2-2024 αίτηση της Ι. [..]. P. [..]. του S., υπηκόου Βουλγαρίας και νυν κρατούμενης στις Δικαστικές Φυλακές Γυναικών ..., για αναίρεση της υπ' αρ. 702, 98, 99, 201, 303, 416, 468, 562, 596, 666, 669,672 / 2023 τελεσίδικης απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, με την οποία αυτή κρίθηκε ένοχη - κατά πλειοψηφία - ανθρωποκτονίας κατά συναυτουργία σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, ασκήθηκε νομότυπα για λογαριασμό της με δήλωση του παραστάντος στη συζήτηση συνηγόρου της, Αλέξανδρου Κανελλόπουλου, στην γραμματέα του Εφετείου Αθηνών που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και εμπρόθεσμα, δοθέντος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 30/1/2024 (άρθρο 464, 466 παρ.2, 473 παρ.2 και 3, 474 παρ.1 και 4, 504 παρ.1 και 505 παρ.1 περ.α' του ΚΠΔ).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν, ως προς τη βασιμότητα των προβαλλόμενων, εκ του άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Α' και Δ' του ΚΠΔ, αναιρετικών λόγων της. Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 6§1 της ΕΣΔΑ (ΝΔ 53/1974), 31§2, 105,244 παρ.3 και 223§4 του ΚΠΔ συνάγεται ότι απαγορεύεται η αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου της έγγραφης ένορκης εξέτασής του, που έγινε κατά τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξέτασης ή της ένορκης κατάθεσης που έδωσε κατά τη διενέργεια της αυτεπάγγελτης προανάκρισης και πριν στραφούν οι υπόνοιες εναντίον του. Η λήψη υπόψη και η αποδεικτική αξιοποίηση εκ μέρους του Δικαστηρίου, μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες δόθηκαν πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορούμενου με κάποιον από τους τρόπους ,που αναφέρονται στο άρθρο 72 ΚΠΔ, δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα κατά τα άρθρα 171§1 περ. δ' και 510§1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, διότι αφορά στην υπεράσπιση του κατηγορούμενου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματος του για "δίκαιη δίκη", που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, καθώς και το δικαίωμά του από το άρθρο 223§4 ΚΠΔ να αρνηθεί να καταθέσει περιστατικά, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Η θεμελιώδης αυτή αρχή της σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης διακηρύσσεται και στο άρθρο 14§3 εδ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το Ν.2462/1997 και έχει, κατά το άρθρο 28§1 του Συντάγματος, υπερνομοθετική ισχύ, και στο οποίο ορίζεται ότι κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαύει σε πλήρη ισότητα ,μεταξύ των άλλων, και την εγγύηση να μην εξαναγκάζεται να καταθέσει εναντίον του εαυτού του ή να ομολογήσει την ενοχή του. Το ίδιο δε αυτό αποτέλεσμα με τον εξαναγκασμό του κατηγορούμενου να καταθέσει εναντίον του, επάγεται και η μετά την κτήση της ιδιότητας του κατηγορουμένου λήψη υπόψη, χωρίς τη συναίνεσή του, όσων επιβαρυντικών για τον ίδιο είχε αυτός καταθέσει σε χρόνο προγενέστερο της κτήσης της ιδιότητας αυτής (ΟλΑΠ 2/2021, Ολ ΑΠ 1/2004). Συνακόλουθα, η κατά παράβαση της απαγόρευσης αυτής αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος εκείνου που κατέθεσε και στη συνέχεια κατέστη κατηγορούμενος της με το παραπάνω περιεχόμενο κατάθεσής του, είτε στην προδικασία είτε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, επάγεται απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171§ 1 περ. δ' του ΚΠΔ που θεμελιώνει τον από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης. Η απαγόρευση αυτή ισχύει και για ένορκες ή ανωμοτί καταθέσεις του κατηγορούμενου, οι οποίες έχουν ληφθεί κατά τη διάρκεια αρμοδίως διαταχθείσας διοικητικής εξέτασης, η οποία, εξομοιώνεται με την προκαταρκτική εξέταση (ΑΠ 738/2024, ΑΠ 834/2022, ΑΠ 462/2021, ΑΠ 697/2019).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, εκ του άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ σε συνδ. με άρ. 171 παρ.1δ' του ιδίου Κώδικα, η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, επειδή, όπως αιτιάται, το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την καταδικαστική σε βάρος της κρίση, μεταξύ άλλων, και στην από 25/4/2018 ένορκη εξέτασή ως μάρτυρος, η οποία λήφθηκε μετά τον φερόμενο χρόνο τέλεσης της αποδιδόμενης σ' αυτήν ένδικης αξιόποινης πράξης, και αναγνώστηκε στο ακροατήριο, παρά την ρητή εναντίωση των συνηγόρων της.

Από την παραδεκτή επισκόπηση ,για τις ανάγκες ελέγχου της βασιμότητας του ανωτέρω αναιρετικού λόγου, των πρακτικών συνεδρίασης της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά και των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Kατά το στάδιο της ανάγνωσης των εγγράφων, ο συνήγορος του τρίτου συγκατηγορούμενου της αναιρεσείουσας στην ένδικη υπόθεση, M. A., αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο του Δικαστηρίου της ουσίας, ζήτησε την ανάγνωση ,μεταξύ άλλων, και της από 25/4/2018 προανακριτικής κατάθεσης της κατηγορούμενη και νυν αναιρεσείουσας. Οι συνήγοροι υπεράσπισης της τελευταίας , αφού έλαβαν διαδοχικά το λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησαν την απόρριψη του παραπάνω αιτήματος. Ο Εισαγγελέας της έδρας πρότεινε να γίνει δεκτό το παραπάνω υποβληθέν αίτημα του συνηγόρου του τρίτου κατηγορούμενου και ν' αναγνωστεί η ανωτέρω προανακριτική ένορκη κατάθεση της αναιρεσείουσας, ως μάρτυρος. Το Δικαστήριο της ουσίας, αφού αρχικά επιφυλάχθηκε ν' αποφανθεί επί του ως υποβληθέντος αιτήματος, εν συνεχεία με την υπ' αρ. 669/2023 συμπροσβαλλόμενη παρεμπίπτουσα απόφαση ,μετά από παράθεση νομικών σκέψεων, έκανε δεκτό το ως άνω αίτημα, με την ακόλουθη αιτιολογία: "....Στην προκειμένη περίπτωση, ο συνήγορος του 3ου κατηγορούμενου ζήτησε: α) να αναγνωσθεί η από 25/4/2018 προανακριτική κατάθεσης της 1ης κατηγορούμενης.....Το ως άνω αίτημα είναι βάσιμο, δεδομένου ότι το ως άνω έγγραφο είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός, εν προκειμένω την κατ' αρχάς εμπλοκή του τρίτου κατηγορούμενου στην εκδικαζόμενη υπόθεση, και ,ενώ δεν συμπεριλαμβάνεται στα έγγραφα του κατηγορητηρίου, η ανάγνωσή του ζητήθηκε από τον συνήγορο του 3ου κατηγορούμενου, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη. Πρέπει να σημειωθεί ότι η ανάγνωση της από 25/4/2018 προανακριτικής κατάθεσης της 1ης κατηγορούμενης δεν αντίκειται στην απαγόρευση ανάγνωσης έγγραφης απολογίας του κατηγορούμενου στην προδικασία, δεδομένου ότι η ως άνω προανακριτική κατάθεση δεν συνιστά έγγραφη απολογία της 1ης κατηγορούμενης κατά την προδικασία, αλλά αποτελεί ένορκη εξέταση μάρτυρα, στο πλαίσιο της διερεύνησης της εμπλοκής του 3ου κατηγορούμενου στην εκδικαζόμενη υπόθεση...Πρέπει, συνεπώς, το ως άνω αίτημα να γίνει δεκτό.....". Με τις ανωτέρω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας ορθώς προχώρησε στην ανάγνωση και συνεκτίμηση μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων της επίμαχης ένορκης κατάθεσης της αναιρεσείουσας-κατηγορούμενης ,την οποία αυτή έδωσε εξεταζόμενη, ως μάρτυρας, στις 25/4/2018 στον ..., όπου ήταν έγκλειστη, εκτίοντας ποινή ισόβιας κάθειρξης για την τέλεση της ένδικης αξιόποινης πράξης ,η οποία (ποινή) είχε επιβληθεί σ' αυτήν ,στον πρώτο βαθμό, με την υπ' αρ. 801,802,803/2017 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών, και δη στα πλαίσια διερεύνησης τυχόν ποινικής ευθύνης και άλλων εμπλεκομένων προσώπων στην τέλεση της ένδικης ανθρωποκτονίας, ήτοι του ως άνω συγκατηγορουμένου της γι' αυτήν στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, M. A., δοθέντος ότι για την ίδια πράξη ,με την αυτή ως άνω απόφαση του Μ.Ο.Δ. Αθηνών είχε κηρυχθεί αθώος ο τότε συγκατηγορούμενός της ,Κ. D., τον οποίο αυτή (αναιρεσείουσα) είχε ενοχοποιήσει για την ένδικη πράξη.

Συνεπώς, η από 25/4/2018 ένορκη εξέτασή της κατηγορούμενης-αναιρεσείουσας, ως μάρτυρος, η οποία δόθηκε απ' αυτήν μετά την πρωτοβάθμια καταδίκη της για την ένδικη πράξη, δεν αποτελεί παροχή "έγγραφων εξηγήσεων" υπόπτου ή απολογία της γι' αυτήν , αλλά κατάθεσή της ,ως μάρτυρος, στα πλαίσια της εμπλοκής στην ένδικη υπόθεση του προαναφερόμενου συγκατηγορουμένου της (M. A.), ως εκ τούτου δε, με το να αξιοποιηθεί η ανωτέρω κατάθεσή της αποδεικτικά προς στήριξη της καταδικαστικής κρίσης του Δικαστηρίου της ουσίας, δεν παραβιάστηκε το δικαίωμα σιωπής και μη αυτενοχοποίησης αυτής (αναιρεσείουσας). Κατ' ακολουθίαν, ο πρώτος λόγος αναίρεσης εκ του άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ σε συνδ. με άρ. 171 παρ.1δ'του ιδίου Κώδικα, περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, ένεκα της ανάγνωσης της ανωτέρω ένορκης κατάθεσης της αναιρεσείουσας, ως μάρτυρος, δοθείσας μετά την καταδίκη της στον πρώτο βαθμό, είναι αβάσιμος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 του κυρωθέντος με το Ν.4619/2019 και ισχύοντος από 1-7-2019 (άρθρο 460 αυτού) Ποινικού Κώδικα, "αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις. Δηλαδή, εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση, έτσι ώστε να εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως εναιαίο "όλον", όπως συνέβαινε υπό την ισχύ του προηγούμενου ΠΚ. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές. Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δε στερητικών της ελευθερίας ποινών λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 299 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ ,όπως αυτή ίσχυε πριν από την τροποποίησή της επί το δυσμενέστερο από το άρ. 63 του ν.4855/2021 ΦΕΚ Α'215/12-11-2021, η οποία είναι εφαρμοστέα στην ένδικη υπόθεση ,κατ' άρ. 2 παρ.1 ΠΚ, ως ευμενέστερη, "1. Όποιος σκότωσε άλλον τιμωρείται με κάθειρξη ισόβια ή πρόσκαιρη τουλάχιστον δέκα ετών", ενώ στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται, ότι "2. Αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλλεται κάθειρξη". Οι νέες διατάξεις του άρθρου 299 ΠΚ σε σχέση με τις αντίστοιχες διατάξεις του προϊσχύσαντος ΠΚ ,που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσης (από 9/2 έως 10/2016) της ένδικης υπόθεσης, δεν διαφέρουν ως προς τα απαιτούμενα για τη συγκρότηση του εγκλήματος στοιχεία, είναι όμως ευμενέστερες ως προς τις απειλούμενες ποινές, αφού, κατά μεν την παρ.1 αντί της ποινής της ισόβιας κάθειρξης που πρόβλεπε η προϊσχύσασα διάταξη, προβλέπεται διαζευκτικώς και η ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης από δέκα (10) έως δεκαπέντε (15) έτη, κατά δε την παρ.2, αντί της ποινής της πρόσκαιρης κάθειρξης από πέντε (5) έως είκοσι (20) έτη, προβλέπεται πλέον ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης από πέντε (5) έως δεκαπέντε (15) έτη (άρ.52 παρ.2 του ν. ΠΚ). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, καθώς και όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου, με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικώς δε δόλος, άμεσος ή ενδεχόμενος. Με άμεσο δόλο ενεργεί εκείνος που θέλει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, δηλαδή την καταστροφή της ζωής του άλλου ανθρώπου, καθώς και αυτός που ,ενώ προβλέπει ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του ή της παράλειψής του, δεν αφίσταται αυτής ("αναγκαίος δόλος"), με ενδεχόμενο δε δόλο, η ύπαρξη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς, πράττει εκείνος, ο οποίος προβλέπει ως δυνατό το εγκληματικό αποτέλεσμα της θανατώσεως του άλλου και το αποδέχεται. Περαιτέρω, από τη διατύπωση του προαναφερόμενου άρθρου 299 ΠΚ συνάγεται, ότι για την ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση γίνεται διάκριση του δόλου σε δύο διαβαθμίσεις, ήτοι σε προμελετημένο (της παρ. 1) και απρομελέτητο (της παρ. 2), όταν υπάρχει βρασμός ψυχικής ορμής. Στην πρώτη περίπτωση απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξεως, μολονότι αυτό δεν αναφέρεται ρητώς στη διάταξη, ενώ στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται υπό το κράτος ψυχικής υπερδιεγέρσεως και κατά τη λήψη της αποφάσεως και κατά την εκτέλεση της ανθρωποκτονίας, διότι, αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρου 299 ΠΚ για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη. Για την ύπαρξη του στοιχείου του βρασμού ψυχικής ορμής, στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, δεν αρκεί οποιαδήποτε αιφνίδια και απότομη υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματος (οργής, θλίψης, φόβου, πάθους κλπ.), αλλά απαιτείται η υπερδιέγερση αυτή να φτάνει σε τέτοια ψυχική κατάσταση και ένταση, που να αποκλείει τη σκέψη, δηλαδή τη δυνατότητα της στάθμισης των αιτίων που κινούν στην πράξη ή απωθούν απ` αυτήν, χωρίς, όμως, η σχετική διατάραξη της συνείδησης να αναιρεί ή να μειώνει σημαντικά την ικανότητα καταλογισμού της πράξης. Προς τούτο, το δικαστήριο, στην πρώτη περίπτωση, πρέπει να διαλαμβάνει στην αιτιολογία της αποφάσεώς του ότι ο δράστης ενήργησε με ψυχική ηρεμία. Δεδομένου, όμως, ότι στο νόμο δεν ορίζεται ως στοιχείο του δόλου του δράστη η ψυχική του ηρεμία, απαιτείται αυτό να προκύπτει είτε με ρητή έκθεση, είτε με άλλη παρεμφερή φράση, είτε από τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά. Η ανθρωποκτόνος πρόθεση του δράστη (έστω και μη προσδιορισμένης ταυτότητας) δεν είναι πάντοτε εμφανής και κατά το πλείστον προκύπτει από την καταγραφή και εκτίμηση διαφόρων αντικειμενικών στοιχείων, όπως οι προηγούμενες σχέσεις δράστη-θύματος, το είδος του μέσου που χρησιμοποιήθηκε, η κατεύθυνση του πλήγματος ή της βολής, ο αριθμός των πληγμάτων, η απόσταση βολής, το μέρος του σώματος που πιθανόν επλήγη, οι συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η πράξη, η μεταγενέστερη συμπεριφορά του δράστη κ.ο.κ. (ΑΠ 1510/2023, ΑΠ 1414/2022, ΑΠ 755/2022, ΑΠ 608/2020, ΑΠ 230/2020, ΑΠ 1862/2019, ΑΠ 591/2019, ΑΠ 160/2019).

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της δικαστικής αποφάσεως συνιστά και η έλλειψη της υπό των διατάξεων των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Τέτοια δε έλλειψη (αιτιολογίας), προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, υπάρχει, όταν δεν περιέχονται σ` αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, επί των οποίων στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν, καθώς και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί, δια των οποίων έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ` επιλογή, προκειμένου να διαμορφώσει την κρίση του (Ολ.ΑΠ 3/2012). Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν εξαίρονται, δε, ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα υπόλοιπα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολόγησης και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, η ύπαρξη του δόλου, που απαιτείται κατ` άρθρο 26 § 1 ΠΚ για την θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος δεν είναι, καταρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ` αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω "σκοπού" (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα στοιχεία αυτά (ΑΠ 1510/2023, ΑΠ 1414/2022). Στην προκείμενη περίπτωση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό την ένδικη υπόθεση, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των κατ` είδος αναφερομένων στην προσβαλλόμενη απόφασή του αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ήτοι, κατά πιστή μεταφορά, ότι: "...Η πρώτη κατηγορουμένη P. I. και το θύμα I. G. του D. αμφότεροι υπήκοοι Βουλγαρίας διατηρούσαν ερωτική σχέση και από τα τέλη Σεπτεμβρίου 2015 συνοικούσαν σε μισθωμένο ισόγειο διαμέρισμα μονώροφης οικοδομής επί της οδού ..., στη ... Αττικής, ενώ στο υπόγειο διαμέρισμα της ίδιας οικίας διέμενε ο δεύτερος κατηγορούμενος S. S. (υιός της πρώτης κατηγορουμένης). Για την κάλυψη των βιοτικών της αναγκών η πρώτη κατηγορουμένη ζητιάνευε στο κέντρο της Αθήνας, όπου συμμετείχε και σε κλοπές πορτοφολιών, περαιτέρω δε, συνευρίσκονταν ερωτικά και με άνδρες. Το θύμα συνεργάζονταν με το δικηγορικό γραφείο του Γ. Δ. και συγκεκριμένα μεσολαβούσε ,ώστε ομοεθνείς του, κυρίως οι εκάστοτε συνεργοί στις κλοπές της πρώτης κατηγορουμένης αλλά και άλλοι, με τους οποίους τον έφερνε σε επαφή η τελευταία, να αναθέσουν την υπόθεση στο παραπάνω δικηγορικό γραφείο και εν συνεχεία, εκτελώντας παράλληλα και καθήκοντα διερμηνέα, εισέπραττε την δικηγορική αμοιβή από τους ανωτέρω έναντι προμήθειας. Το τελευταίο χρονικό διάστημα, όμως, προ της δολοφονίας του θύματος, οι σχέσεις μεταξύ της πρώτης κατηγορουμένης και του θύματος ήταν ιδιαίτερα τεταμένες. Στην εξέλιξη αυτή συνετέλεσε πρώτιστα το γεγονός ότι το θύμα είχε συνάψει ερωτικές σχέσεις με άλλη γυναίκα στη Βουλγαρία, λόγω της οποίας είχε την πρόθεση να εγκατασταθεί μόνιμα στη Βουλγαρία, εγκαταλείποντας την πρώτη κατηγορουμένη. Υπό τις ανωτέρω συνθήκες, η πρώτη κατηγορουμένη έχοντας κυρίως ως κίνητρο τα χρήματα που είχε συγκεντρώσει το θύμα καθώς και τα αισθήματα οργής και ζήλειας που την διακατείχαν δεδομένου ότι το θύμα την εκμεταλλεύονταν οικονομικά και επρόκειτο να την εγκαταλείψει για άλλη γυναίκα, αποφάσισε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση να προβεί στη δολοφονία του. Με δεδομένη όμως την υπερβολικά αναπτυγμένη σωματική διάπλαση του θύματος (ύψος άνω του 1.90 μ. και βάρος άνω των 120 κιλών) σε αντίθεση με τη μικρόσωμη δική της σωματοδομή (ύψος κάτω των 160 εκ. και βάρος κανονικό) ήταν αδύνατον να εκτελέσει μόνη το σχέδιο δολοφονίας του συντρόφου της. Για τον λόγο αυτόν απευθύνθηκε στον τρίτο, των κατηγορουμένων A. M. (πακιστανό υπήκοο), με τον οποίο είχε γνωριστεί τυχαία λίγο καιρό πριν από τη δολοφονία του συντρόφου της και με τον οποίο είχαν συναντηθεί αρκετές φορές σε καφετέριες (όπως ομολογούν αμφότεροι), δεδομένου ότι η πρώτη κατηγορουμένη του έδινε μικρά χρηματικά ποσά και του υποσχέθηκε να του βρει δουλειά. Σε μια από τις συναντήσεις αυτές η πρώτη κατηγορουμένη εκμυστηρεύθηκε στον τρίτο κατηγορούμενο ότι ήθελε να σκοτώσει τον σύντροφό της και του πρότεινε να την βοηθήσει έναντι του χρηματικού ποσού των 1.000 ΕΥΡΩ. Ο τρίτος κατηγορούμενος, ο οποίος είχε ανάγκη από χρήματα, αφού μόλις είχε αποφυλακιστεί από μακρόχρονη κράτηση λόγω καταδίκης για διακίνηση ναρκωτικών ουσιών, δέχθηκε και προς το σκοπό αυτό την επισκέφθηκε στο διαμέρισμα όπου ή πρώτη κατηγορουμένη διέμενε με το θύμα επί της οδού ..., στη ... Αττικής, ώστε να δει το χώρο όπου θα, διέπραττε την ανθρωποκτονία και να καταστρώσουν από κοινού τις λεπτομέρειες του αποτρόπαιου εγκλήματός τους. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται από το περιεχόμενο των απολογιών των ως άνω κατηγορουμένων κατά τις οποίες : Η μεν πρώτη κατηγορουμένη ομολογεί τη γνωριμία της με τον τρίτο κατηγορούμενο και τις επανειλημμένες συναντήσεις τους, πλην όμως αρνείται ότι του ζήτησε να την βοηθήσει στην ανθρωποκτονία του συντρόφου της, αλλά ισχυρίζεται ότι του έδωσε το ποσόν των 1.000 ΕΥΡΩ ,προκειμένου να του μιλήσει να τον πείσει να μην την εγκαταλείψει και για τον σκοπό αυτό τον κάλεσε στην οικία της το βράδυ της 10ης Φεβρουάριου 2016, πλην όμως ο τρίτος κατηγορούμενος, καθ' υπέρβαση της εντολής της, τον σκότωσε και στη συνέχεια, λόγω του πανικού και των δύο αποφάσισαν να τεμαχίσουν το πτώμα και να εξαφανίσουν τα τεμάχιά του στους κάδους απορριμμάτων και ανακύκλωσης. Ο δε τρίτος των κατηγορουμένων ομολογεί τη γνωριμία του με την πρώτη κατηγορουμένη και τις επανειλημμένες συναντήσεις τους, δέχεται ότι του πρότεινε να την βοηθήσει να σκοτώσει τον σύντροφό της καθώς και ότι έλαβε από αυτήν το ποσόν των 1.000 ΕΥΡΩ, πλην όμως αρνείται ότι συμμετείχε στην ανθρωποκτονία και ισχυρίζεται ότι συμμετείχε μόνο στον τεμαχισμό του πτώματος, ενώ για την επίσκεψή του στο διαμέρισμα του θύματος ισχυρίζεται ότι το επισκέφθηκε σε προγενέστερο χρόνο του θανάτου του θύματος, επειδή θεώρησε ότι η πρώτη κατηγορουμένη τον προσκάλεσε εκεί ,προκειμένου να συνευρεθούν ερωτικά. Οι ισχυρισμοί αυτοί των κατηγορουμένων αντίκεινται στους κανόνες της λογικής και τα συμπεράσματα της κοινής πείρας, δεδομένου ότι ο τρίτος κατηγορούμενος δεν είχε κανένα λόγο να φονεύσει το θύμα ή "να υπερβεί την εντολή" της πρώτης κατηγορουμένης, το έπραξε δε μόνον επειδή έλαβε για το λόγο αυτό αμοιβή 1.000 ΕΥΡΩ, ο δε λόγος για τον οποίο επισκέφθηκε το διαμέρισμα του θύματος σε χρόνο προγενέστερο του θανάτου αυτού ήταν ακριβώς προκειμένου να γνωρίσει τον χώρο και να προετοιμάσει από κοινού με την πρώτη κατηγορουμένη την εκτέλεση του σχεδίου θανάτωσης του θύματος. Ειδικότερα, ως προς την πρώτη κατηγορουμένη αυτή είναι πλήρως αναξιόπιστη, αφού όσα ισχυρίζεται περί μη συμμετοχής της στην ανθρωποκτονία και εκτέλεσης αυτής από μόνο τον τρίτο κατηγορούμενο συμπίπτουν ακριβώς με όσα ψευδώς είχε ισχυρισθεί και σε βάρος του αρχικώς κατηγορουμένου Κ., ο οποίος και αθωώθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Στη συνέχεια δε ,και προκειμένου να αποσείσει τις ευθύνες της ,επαναλαμβάνει τα αυτά ψευδή και ως προς τον τρίτο κατηγορούμενο, αφού δεν είναι δυνατόν να γίνει πιστευτός ο ισχυρισμός ότι κατέβαλε το ποσόν των 1.000 ΕΥΡΩ σε κάποιον μόνο και μόνον για να "πείσει" τον σύντροφό της να μην την εγκαταλείψει και αυτός καθ' υπερβολήν τον σκότωσε και στη συνέχεια τεμάχισε το πτώμα, λόγω του πανικού. Η αλήθεια είναι ότι η πρώτη κατηγορουμένη συμφώνησαν από κοινού να σκοτώσουν τον σύντροφο της πρώτης και για τον λόγο αυτό η μεν πρώτη κατέβαλε στον τρίτο το ποσόν των 1.000 ΕΥΡΩ, ο δε τρίτος αποδέχθηκε αυτό το ποσόν. Οι δύο ως άνω κατηγορούμενοι από κοινού κατέστρωσαν το σχέδιο της θανάτωσης του θύματος και τον χρόνο θα τον αποφάσιζε η πρώτη κατηγορουμένη. Η τελευταία ,ωστόσο, εντελώς αιφνιδιαστικά, στις 9 Φεβρουάριου 2016, ήτοι την ίδια ημέρα της δολοφονίας του συντρόφου της, και συγκεκριμένα μερικές ώρες νωρίτερα πληροφορήθηκε ότι το θύμα ανακοίνωσε στην ιδιοκτήτρια του άνω διαμερίσματος ,όπου διέμενε με την πρώτη κατηγορουμένη, ότι προτίθεται (την επομένη κιόλας ημέρα) να εγκαταλείψει το διαμέρισμα και να φύγει από την Ελλάδα, προκειμένου να επιστρέφει μόνιμα στη Βουλγαρία. Για τον λόγο αυτό τηλεφώνησε στον τρίτο κατηγορούμενο να προσέλθει άμεσα στο διαμέρισμά της, την ώρα που ο σύντροφός της βρίσκονταν ξαπλωμένος στον καναπέ του σαλονιού και όταν ο τρίτος κατηγορούμενος έφθασε του άνοιξε την πόρτα (επισημαίνεται ότι όπως προαναφέρεται δεν υπήρχαν ίχνη διάρρηξης στο διαμέρισμα). Για τον ίδιο λόγο κάλεσε και τον υιό της και δεύτερο των κατηγορουμένων, ο οποίος βρίσκονταν στην Ελλάδα και στο υπόγειο διαμέρισμα (κάτω από την οικία της μητέρας του και πρώτης των κατηγορουμένων και του θύματος), προκειμένου να δράσουν άμεσα και προλάβουν το θύμα πριν εγκαταλείψει την ίδια και την Ελλάδα και εγκατασταθεί μονίμως στη Βουλγαρία, δεδομένου ότι λόγω της σωματοδομής του θύματος, η συμμετοχή δύο ανδρών ήταν απαραίτητη για την επιτυχή έκβαση του ανθρωποκτόνου σχεδίου. Στη συνέχεια δε, τόσον η ίδια όσον και ο δεύτερος και ο τρίτος των κατηγορουμένων, από κοινού, προέβησαν στην θανάτωση τού θύματος, ευρισκόμενοι σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, επιφέροντάς του πολλαπλά πλήγματα στο κεφάλι και του προκάλεσαν βαρύτατες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, με θλώντα αμβλέα όργανα. Τα όπλα αυτά δεν βρέθηκαν ποτέ, η δε πρώτη κατηγορουμένη είπε ότι το όργανο του εγκλήματος ήταν ένα ξύλινο ρόπαλο που ο θανών διατηρούσε στην οικία τους. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με την από 28.03.2016 έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής, η αιτία θανάτου φαίνεται να είναι οι βαρείες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, οι οποίες προκλήθηκαν δια θλώντος αμβλέος οργάνου, πιθανόν ικανού βάρους. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει η ως άνω έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής, διότι λόγω της ελλείψεως των τμημάτων του κυρίως κορμού του θανόντος δεν κατέστη δυνατόν να διαπιστωθεί, αν υπήρχαν και άλλα πλήγματα σε ευαίσθητα τμήματα του σώματος, όπως καρδιά, πνεύμονες ή κοιλιακή χώρα επιτευχθέντα και με άλλου είδους μέσα, όπως τέμνοντα (π.χ. μαχαίρι). Ωστόσο, από την σωματοδομή του θανόντος και το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι επιτέθηκαν στο θύμα και με τη χρήστη αμβλέος οργάνου, δρώντας παράλληλα, ήτοι φέροντας ο καθένας από αυτούς από ένα αμβλύ θλων όργανο (πιθανώς ρόπαλο) επέφεραν πολλαπλές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, εκ των οποίων ,ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατός του. Την ανωτέρω δε πράξη της ανθρωποκτονίας αποφάσισαν και εκτέλεσαν από κοινού, ευρισκόμενοι σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, τόσο κατά τη λήψη της σχετικής απόφασης, όσο και κατά την εκτέλεση της πράξης, όπως προκύπτει από το μέσον που χρησιμοποίησαν (αμβλύ όργανο), το ευπαθές σημείο του σώματος του θύματος που έπληξαν (κεφάλι), τον μεγάλο αριθμό των πληγμάτων, την σφοδρότητα αυτών και την ένταση της εγκληματικής τους μανίας. Εν συνεχεία, μετά την πραγμάτωση του ανθρωποκτόνου σκοπού τους προέβησαν στον αποκεφαλισμό και τεμαχισμό του πτώματος του θύματος, στην τοποθέτησή τους σε μαύρες σακούλες σκουπιδιών και την απόρριψή τους σε κάδο απορριμμάτων, προκειμένου να καλύψουν τα ίχνη τους και να μην εντοπισθεί η σωρός του θύματος. Όμως τις πρωινές ώρες της 10ης Φεβρουαρίου 2016 οι ανωτέρω σακούλες, που περιείχαν τα μέλη του θύματος, παρελήφθησαν από απορριμματοφόρο του Δήμου Ν. Φιλαδέλφειας - ...ς Αττικής και μεταφέρθηκαν στις εγκαταστάσεις της εταιρείας ανακύκλωσης στερεών αποβλήτων με την επωνυμία "ΑΣΑ Α.Ε.", που βρίσκονται στον Ασπρόπυργο Αττικής, όπου οι εργαζόμενοι εντόπισαν μέσα σε αυτές το κεφάλι του θύματος αποκομμένο στο ύψος του λαιμού και τα πόδια του αποκομμένα στο ύψος των γονάτων και ειδοποίησαν την αστυνομική αρχή, με αποτέλεσμα να αποκαλυφθούν οι αποτρόπαιες πράξεις τους. Ο δεύτερος κατηγορούμενος αρνείται την πράξη που του αποδίδεται και ισχυρίζεται ότι αυτός κατά τον χρόνο θανάτου του θύματος ευρίσκονταν στη Βουλγαρία. Ο ισχυρισμός αυτός απορρίπτεται ως αναληθής, δεδομένου ότι όπως προκύπτει από την από 25/1/2017 έκθεση ανάλυσης εγκληματολογικών δεδομένων του Ανθυπαστυνόμου Δ. Σ. της Διεύθυνσης Διαχείρισης και Ανάλυσης Πληροφοριών του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας η με αριθμό ... σύνδεση κινητής τηλεφωνίας, που ανήκει σε βουλγαρική εταιρεία ,και η οποία ήταν αποθηκευμένη στο κινητό της πρώτης κατηγορουμένης με το όνομα "S." και ανήκει στον υιό της και δεύτερο κατηγορούμενο, ενεργοποίησε τις 10/2/2016 σταθμό βάσης/κεραία της εταιρείας COSMOTE στην ... Αττικής και στις 21/2/2016 ενεργοποίησε σταθμό βάσης/κεραία στο Πευκοδάσος Πολυκάστρου Ν. Κιλκίς, ενώ η με αριθμό ... σύνδεση κινητής τηλεφωνίας, κάτοχος και χρήστης της οποίας ήταν ο δεύτερος κατηγορούμενος ενεργοποίησε, μεταξύ άλλων, κεραία στη ... Αττικής, στις 18/2/2016 και στο Ν. Περιβόλι - Κόκκινο Νερό - Τελωνείο στις 21/2/2016. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται από τα εξής: α) Στο υπόγειο διαμέρισμα όπου διέμενε ο δεύτερος κατηγορούμενος καστανέρυθρες κηλίδες (ήτοι ίχνη αίματος) στο κάτω μέρος του επίπλου στήριξης ρούχων /καλόγερου και το πρώτο συρτάρι της ντουλάπας, εξωτερικά αυτής, που βρίσκεται στο δωμάτιο ΣΤ (βλ. τις από 2/3/2016 και 3/3/2016 εκθέσεις έρευνας σε οικία). Η μόνη δυνατή εξήγηση για την παρουσία αυτών των ιχνών είναι ότι ο ένοικος του διαμερίσματος αυτού (ήτοι ο δεύτερος κατηγορούμενος) άγγιξε με ματωμένα από το αίμα του θύματος χέρια το συρτάρι της ντουλάπας του δωματίου του. β) Μετά την ανθρωποκτονία που έλαβε χώρα στην ως άνω οικία κατά το χρονικό διάστημα από ώρα 22.00 της 9ης Φεβρουάριου 2016 έως ώρα 07.00 της 10ης Φεβρουαρίου 2016, η αδελφή του θύματος είχε επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τον δεύτερο κατηγορούμενο και ζήτησε να μάθει, αν πράγματι αυτός συνάντησε τον αδελφό της και θύμα στη Θεσσαλονίκη, και αυτός της είπε ότι παρότι το θύμα είχε πεθάνει ότι πράγματι τον συνάντησε. γ) Οι ενώπιον του πρωτοβαθμίου μάρτυρες Κ. Β. και Π. Β. κατέθεσαν ότι ο δεύτερος ο κατηγορούμενος ήταν στο υπόγειο και η μητέρα του και πρώτη των κατηγορουμένων του πήγαινε ψώνια, πράγμα που δεν θα έπραττε αν εκείνος απουσίαζε. δ) Μετά την τέλεση της πράξης ανθρωποκτονίας σε βάρος του θύματος έλαβε χώρα διάρρηξη στην οικία, που διατηρούσε το θύμα στη Βουλγαρία, (μάλιστα κάποιος εισήλθε στην οικία με τη χρήση κλειδιών και στη συνέχεια σκάλισε εκ των έσω την κλειδαριά με αιχμηρό αντικείμενο για να φαίνεται παραβιασμένη) και πραγματοποιήθηκαν αναλήψεις χρημάτων από λογαριασμούς που τηρούσε το θύμα μέσω καρτών του θύματος, ήτοι διενεργήθηκαν πράξεις που θα μπορούσαν να τελεσθούν μόνο από άτομα του άμεσου περιβάλλοντος της πρώτης κατηγορουμένης, αφού η ίδια ήταν ήδη προσωρινά κρατούμενη), στης οποίας την κατοχή είχαν περιέλθει τόσο τα κλειδιά της οικίας που διατηρούσε το θύμα στη Βουλγαρία όσο και οι κάρτες ανάληψης χρημάτων του θύματος και η οποία γνώριζε τόσο τη διεύθυνση της οικίας του θύματος στη Βουλγαρία, όσο και τα σημεία αυτής στα οποία το θύμα εφύλασσε χρήματα και τιμαλφή. ε) Μετά την ανθρωποκτονία η μητέρα του θύματος ελάμβανε από το κινητού του μηνύματα με τα οποία την ενημέρωνε ότι κρύβεται, διότι είχε εμπλακεί σε ληστεία και τον καταδιώκουν και της ζητούσε να παραχωρήσει το αυτοκίνητό του στον δεύτερο κατηγορούμενο, ενώ επαινούσε την πρώτη κατηγορουμένη. Είναι σαφές ότι πρόσβαση στο κινητό του θανόντος είχε μόνον η πρώτη κατηγορουμένη και τα άτομα του άμεσου περιβάλλοντός της (εν προκειμένω ο δεύτερος κατηγορούμενος), τα δε μηνύματα αυτά από το περιεχόμενο και τον τρόπο σύνταξής τους (όπως αξιόπιστα κατέθεσε η μάρτυρας - αδελφή του θύματος ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου) είχαν δύο συντάκτες. Ο δεύτερος, συνεπώς, κατηγορούμενος, πέραν της πίεσης που του άσκησε η μητέρα του προκειμένου να προβούν στη θανάτωση του συντρόφου της, είχε και προσωπικό οικονομικό κίνητρο, ήτοι το να καρπωθεί χα περιουσιακά του στοιχεία (αυτοκίνητο, χρήματα και τιμαλφή). Πρέπει, συνεπώς, απορριπτομένων των ισχυρισμών των κατηγορουμένων, αυτοί να κηρυχθούν ένοχοι ως συναυτουργοί της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε βάρος του I. G. του D., που έλαβε χώρα στις 9-10/2/2016 στη ... Αττικής, κατά το διατακτικό......Περαιτέρω, ως προς τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων λεκτέα τα εξής: Η 1η κατηγορουμένη ισχυρίζεται ότι πρέπει να μετατραπεί η σε βάρος της κατηγορία σε απλή συνέργεια, δεδομένου ότι αυτή δεν συμμετείχε στην ανθρωποκτονία με δόλο σε βάρος του συντρόφου της, αλλά απλώς υπό το καθεστώς φόβου δεν κατάφερε να αποκαλύψει ,ενώπιον των προανακριτικών αρχών και του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, τις ακριβείς συνθήκες θανάτου του συντρόφου της και στη συνέχεια, υπό το ίδιο καθεστώς φόβου, απέστειλε μηνύματα προς το κινητό τηλέφωνο της μητέρας του θύματος, προσποιούμενη ότι είναι εκείνος (το θύμα), ενώ αρνείται ακόμη και το ότι ήταν αυτή που προκάλεσε στον 3° κατηγορούμενο την απόφαση να φονεύσει τον σύντροφό της. Ο ισχυρισμός αυτός της 1ης κατηγορουμένης κρίνεται απορριπτέος, κατά τα λεπτομερώς προεκτεθέντα, αφού, όπως προαναφέρεται ήταν αυτή που αποφάσισε, κατ' αρχάς τη θανάτωση του συντρόφου της, την εκτέλεση της οποίας, στη συνέχεια συναποφάσισε και συνεκτέλεσε με τους λοιπούς κατηγορουμένους, όπως λεπτομερώς περιγράφεται ανωτέρω. Πρέπει, συνεπώς, να απορριφθούν οι ισχυρισμοί της 1ης κατηγορουμένης, κατά το διατακτικό.....".

Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχη την κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα -κατά πλειοψηφία- για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, κατά συναυτουργία, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, και της επέβαλε την ποινή της ισόβιας κάθειρξης, με το ακόλουθο, κατά πιστή μεταφορά, διατακτικό, ήτοι :"... Το Δικαστήριο κηρύσσει, ένοχη κατά πλειοψηφία (5-2) την 1η κατηγορουμένη, P. I., (έναντι δύο μελών του Δικαστηρίου και δη του Εφέτη Παύλου Μαυρομάτη και της ενόρκου Β. Τ., οι οποίοι είχαν την άποψη ότι θα έπρεπε να κηρυχθεί ένοχη η 1η κατηγορουμένη της πράξεως της ηθικής αυτουργίας σε ανθρωποκτονία με πρόθεση κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας), ως εισάγεται, του ότι: Στην ... Αττικής, κατά το χρονικό διάστημα από ώρα 22.00 της 9ης-2- 2016 έως και ώρα 7.00 της 10ης-2-2016, με περισσότερες από μία πράξεις τέλεσε από κοινού με άγνωστο ή άγνωστα άτομα περισσότερα από ένα εγκλήματα, τα οποία προβλέπονται και τιμωρούνται από το νόμο με στερητικές της ελευθερίας ποινές και συγκεκριμένα: Κατά τον ίδιο ως άνω τόπο και χρόνο, ενεργώντας από κοινού με άγνωστο ή άγνωστα άτομα, σκότωσαν με πρόθεση άλλον, ευρισκόμενοι σε ήρεμη ψυχική κατάσταση τόσο κατά τη λήψη της απόφασης, όσο και κατά την εκτέλεση της πράξης. Ειδικότερα, εντός του ισογείου διαμερίσματος της οικοδομής, που βρίσκεται επί της οδού ..., στη ... Αττικής, όπου κατοικούσε η πρώτη εξ' αυτών Ρ. (ον.) I. (επιθ.) μετά του μονίμου συντρόφου της, G. I. του V. (θύματος), επιτέθηκαν από κοινού με άγνωστο ή άγνωστα άτομα εναντίον του τελευταίου (θύματος) και, με την χρήση ξύλινου ροπάλου, του κατάφεραν πολλαπλά πλήγματα στο κεφάλι, με αποτέλεσμα να προκαλέσουν σε αυτόν βαρύτατες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, εκ των οποίων ως μόνης ενεργούς αιτίας επήλθε ο θάνατός του. Την ανωτέρω δε πράξη της ανθρωποκτονίας αποφάσισαν και εκτέλεσαν από κοινού, ευρισκόμενοι σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, όπως προκύπτει από το μέσον, που χρησιμοποίησαν (ξύλινο ρόπαλα), το ευπαθές σημείο του σώματος του θύματος που έπληξαν (κεφάλι), τον μεγάλο αριθμό των πληγμάτων, τη σφοδρότητα αυτών και την ένταση της εγκληματικής τους μανίας".

Με τις ανωτέρω παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση, περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος για το οποίο κρίθηκε ένοχη η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη, με παράθεση όλων των στοιχείων που απαρτίζουν τη νομοτυπική του μορφή, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ.1, 12, 14, 26, 27, 51, 52, 53, 57, 79, 80 και 299 παρ. 1 α' του ν. ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το Δικαστήριο της ουσίας και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ελλιπή, ασαφή ή αντιφατική αιτιολογία ,και έτσι δεν στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται όλα τα πραγματικά περιστατικά για τις συνθήκες τέλεσης του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση ,κατά συναυτουργία, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, για το οποίο καταδικάστηκε η κατηγορούμενη-αναιρεσείουσα, και ειδικότερα ο τόπος ,χρόνος και οι συγκεκριμένες ενέργειες με τις οποίες αυτή, ενεργώντας από κοινού και κατόπιν συναπόφασης μετά των αναφερομένων συγκατηγορουμένων της, προκάλεσε τον θάνατο του συντρόφου της G. I., το μέσον που χρησιμοποίησε (από κοινού με τους συγκατηγορουμένους της) για τη θανάτωσή του, ήτοι με θλώντα αμβλέα όργανα (πιθανώς ξύλινο ρόπαλο καθόσον τα όπλα του εγκλήματος δεν ανευρέθηκαν) με τα οποία η αναιρεσείουσα (και οι συγκατηγορούμενοί της) του κατάφεραν πολλαπλά κτυπήματα στο κεφάλι, με αποτέλεσμα το ως άνω θύμα να υποστεί πολλαπλές και βαρύτατες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, συνεπεία των οποίων, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε αμέσως ο θάνατός του, την επέλευση του οποίου επιδίωκε η αναιρεσείουσα (και οι αναφερόμενοι συγκατηγορούμενοι της), βρισκόμενη σε ήρεμη ψυχική κατάσταση τόσο κατά τη λήψη της σχετικής απόφασης όσο και κατά την εκτέλεση της πράξης, όπως τούτο προκύπτει από το ανωτέρω μέσο που χρησιμοποιήθηκε, το ευπαθές σημείο του σώματος (κεφάλι) του θύματος που επλήγη, τον μεγάλο αριθμό των πληγμάτων, την σφοδρότητα αυτών και από την ένταση της εγκληματικής τους μανίας. Κίνητρο δε της αναιρεσείουσας για την τέλεση της ένδικης πράξης αποτέλεσαν αφενός μεν η ιδιοποίηση των χρημάτων που το ως άνω θύμα είχε συγκεντρώσει, αφετέρου δε τα συναισθήματα οργής και ζήλειας που την διακατείχαν δεδομένου ότι το θύμα την εκμεταλλευόταν οικονομικά και επρόκειτο να την εγκαταλείψει γι' άλλη γυναίκα μετά της οποίας αυτός θα έφευγε για να εγκατασταθούν μόνιμα στην Βουλγαρία (τόπος καταγωγής του), περιστατικά που καταδεικνύουν τον άμεσο δόλο της, καθώς και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ των ανωτέρω ενεργειών της (αναιρεσείουσας) και του επελθόντος θανάτου του θύματος. Εξάλλου, η προσβαλλόμενη απόφαση μνημονεύει κατ' είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη για την περί ενοχής της αναιρεσείουσας κρίση, ήτοι ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης και έγγραφα που αναγνώστηκαν, απολογίες αναιρεσείουσας και συγκατηγορουμένων, χωρίς να εξαιρέσει κανένα και χωρίς να απαιτείται να αναφέρει συγκεκριμένα τι προέκυψε από το καθένα χωριστά, η δε ιδιαίτερη μνεία ορισμένων εξ αυτών δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε και απαιτείται η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, εκ των οποίων το δικάσαν Δικαστήριο συνήγαγε τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ των ενεργειών και του επελθόντος θανάτου του θύματος.

Συνεπώς, ο υποστηρίζων τα αντίθετα, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με τις αιτιάσεις ότι δεν εξιδικεύεται στην απόφαση ο τρόπος συμμετοχής της αναιρεσείουσας στην τέλεση του ανωτέρω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε, είναι αβάσιμος.

IV. Η επιβαλλόμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης αναφέρεται, τόσο στην κρίση για την ενοχή, όσο και στην κρίση για την απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Αυτοτελείς είναι οι ισχυρισμοί, που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τα άρθρα 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής. Η μη απάντηση του δικαστηρίου σε αυτοτελή ισχυρισμό συνιστά έλλειψη ακρόασης, κατά το άρθρο 171 παρ. 2 του ΚΠΔ, που επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και στοιχειοθετεί το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, ενώ, όταν δεν αιτιολογείται ειδικά η απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού, στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ. Το δικαστήριο, όμως, δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε ισχυρισμό που δεν είναι αυτοτελής ή είναι αυτοτελής αλλά δεν προβάλλεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και πλήρη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία, κατά την οικεία διάταξη, για τη θεμελίωσή του, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγήσουν στο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα, ή δεν προβάλλεται παραδεκτά για άλλο λόγο ή δεν είναι νόμιμος [ΑΠ 1510/2023, ΑΠ 1190/2017, ΑΠ 404/2017]. Εξάλλου, η αμφισβήτηση από τον κατηγορούμενο του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά άρνηση της κατηγορίας ως προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της [ΑΠ 1510/2023, ΑΠ 1741/2021]. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ,από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, η προσβαλλόμενη απόφαση πλήττεται για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με τις αιτιάσεις ότι το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε, άνευ αιτιολογίας, τους αυτοτελείς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας περί μεταβολής της ως άνω αποδιδομένης κατηγορίας, και δη: α) σε απλή συνέργεια στην τελεσθείσα (από τους συγκατηγορουμένους της) ανθρωποκτονία από πρόθεση, κατά συναυτουργία, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, και β) σε πρόσκληση και προσφορά για την τέλεση εγκλήματος, κατ' άρ.186 ΠΚ, ένεκα της υπερβάσεως του δόλου του φυσικού αυτουργού. Από την παραδεκτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των πρακτικών συνεδρίασης της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα πρόβαλε, δια των συνηγόρων της, τους ακόλουθους ισχυρισμούς που αναπτύχθηκαν προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας και κατατέθηκαν εγγράφως, οι οποίοι έχουν ως εξής : A] Αυτοτελής ισχυρισμός περί επιτρεπτής μεταβολής της αποδιδομένης σ' αυτήν ως άνω κατηγορίας σε απλή συνέργεια σε ανθρωποκτονία από πρόθεση, από κοινού, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, επικαλούμενη ότι ".....εν προκειμένω, όπως εναργώς προέκυψε από την επ' ακροατηρίω διαδικασία, αλλά και από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού της δικογραφίας, η συνδρομή που παρεσχέθη από εμένα στην τέλεση του υπό κρίση ποινικού αδικήματος περιορίζεται αποκλειστικώς και μόνον στο πλαίσιο της συνέργειας, καθότι ο ρόλος μου μόνο περιφερειακός μπορεί να χαρακτηριστεί....". Και Β] Αυτοτελής ισχυρισμός περί υπερβάσεως του δόλου του φυσικού αυτουργού και μετατροπής της κατηγορίας σε 186 ΠΚ, επικαλούμενη ότι "...στην παρούσα υπόθεση αρνούμαι ότι προκάλεσα στον φυσικό αυτουργό A. M. του S. την απόφαση να αφαιρέσει την ζωή του θύματος παρά μόνο του ζήτησα να τον απειλήσει και να τον χτυπήσει. Άλλωστε, και οι συνθήκες τέλεσης της ανθρωποκτονίας δεν υποδεικνύουν εξ αρχής ανθρωποκτόνο πρόθεση, όπως θα είχε συμβεί με την χρήση ενός πρόσφορου αντικειμένου, όπως μαχαίρι ή όπλο ή με την επιλογή να χτυπηθεί εκτός της οικίας σε χώρο που δεν θα άφηνε ίχνη ενοχοποιητικά για μένα". Πλην όμως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, οι ανωτέρω ισχυρισμοί με τους οποίους η αναιρεσείουσα απλώς αμφισβήτησε το νομικό χαρακτηρισμό της ένδικης πράξεώς της, δεν είναι αυτοτελείς, αλλά αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί, στους οποίους το Δικαστήριο της ουσίας είχε υποχρέωση να απαντήσει με την κύρια αιτιολογία επί της ενοχής της για την ένδικη αξιόποινη πράξη, όπως και εν προκειμένω απάντησε. Ειδικότερα δε, όπως προκύπτει από το περί ενοχής αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, οι ανωτέρω προταθέντες ισχυρισμοί της κατηγορούμενης-αναιρεσείουσας κρίθηκαν απορριπτέοι ως αβάσιμοι, με την δέουσα αιτιολογική επάρκεια, αφού, όπως διαλαμβάνεται σ' αυτό, η κατηγορούμενη ήταν αυτή που κατ' αρχήν αποφάσισε την θανάτωση του θύματος, την εκτέλεση της οποίας, στη συνέχεια συναποφάσισε και συνεκτέλεσε με τους λοιπούς συγκατηγορουμένους της, κατά τα εκτενώς παρατιθέμενα στο αιτιολογικό της, οπότε δεν συνέτρεχαν οι εκ του νόμου προϋποθέσεις μεταβολής της κατηγορίας ούτε σε απλή συνέργεια σε ανθρωποκτονία άρ. 299 παρ.1 ΠΚ, ούτε σε παράβαση του άρ.186 ΠΚ.

Συνεπώς, ο υποστηρίζων τα αντίθετα, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των ανωτέρω περί μεταβολής της κατηγορίας αρνητικών της κατηγορίας ισχυρισμών, είναι αβάσιμος.

V. Περαιτέρω, αυτοτελείς ισχυρισμοί, η απόρριψη των οποίων ,όπως προαναφέρθηκε, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής. Ως ελαφρυντική περίσταση, κατά το άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, θεωρείται, μεταξύ άλλων, η υπό στοιχ. α', το ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα. Κατά τη γραμματική ερμηνεία της κρίσιμης για την εφαρμογή της διάταξης λέξης "σύννομη" έτσι χαρακτηρίζεται η ζωή του ατόμου όταν το τελευταίο καθόλη τη διάρκεια της ζωής του και μέχρι τη στιγμή της τέλεσης της αξιόποινης πράξης, σέβεται τα έννομα αγαθά με την τήρηση των δικαιϊκών κανόνων που τα προστατεύουν, κατά την τέλεση πράξεων που ρυθμίζονται από σχετικό νόμο συμμορφώνεται μ` αυτόν ώστε το έγκλημα που έχει τελέσει να εμφανίζεται ως εξαίρεση σε αυτή τη σταθερή στάση της ζωής του, ως δυσάρεστη έκπληξη, ως γεγονός που ουδείς περίμενε από τον συγκεκριμένο δράστη. Έτσι ο σύννομος βίος δεν ταυτίζεται με το λευκό ποινικό μητρώο ,αλλά με την από πεποίθηση - υποταγή στη νομιμότητα ως προς όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητάς του, κατάσταση που δεν εξασφαλίζεται με την ανυπαρξία καταδίκης του για αξιόποινη πράξη. `Αλλωστε το μεν η παραβίαση των νόμων δεν θεμελιώνει πάντοτε αξιόποινη πράξη, το δε πολλάκις αξιόποινες πράξεις παραμένουν στην αφάνεια. Συνακόλουθα, αν κάποιος παραβιάζει ή δεν σέβεται, αστικούς κανόνες η συνδρομή στο πρόσωπό του της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης δεν έχει έρεισμα στο νόμο, το δε ποινικό μητρώο απλά συνεκτιμάται από το Δικαστήριο στα πλαίσια που ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 177 και 178 Κ.Ποιν.Δ. για τον σχηματισμό της δικανικής του κρίσης για την ύπαρξη του σύννομου βίου, προκειμένου ν' αποφανθεί επί του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού. Από το συνδυασμό όλων όσων προεκτέθηκαν, είναι φανερό πως για τη θεμελίωση του σύννομου βίου λαμβάνεται υπόψη η συμπεριφορά του κηρυχθέντος ενόχου μέχρι την τέλεση της αξιόποινης πράξης, λαμβανομένων μάλιστα υπόψη των περιστάσεων υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη και επί πλέον προϋπόθεση της αποδοχής ή μη του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού είναι η επιβλητέα σε εκατέρα των περιπτώσεων ποινή να είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας. 'Ετσι, όταν η ποινή, μετά την αναγνώριση ελαφρυντικής περίστασης, τελεί σε προφανή δυσαναλογία με τη βαρύτητα του εγκλήματος και την ποινική απαξία της πράξης ως και την επελθούσα από το έγκλημα βλάβη, η αρχή της αναλογικότητας παραβιάζεται (Ολ.ΑΠ 2/2022, ΑΠ 1416/2022, ΑΠ 1663/2022). Εξάλλου, ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, κατά τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 του ΠΚ, μεταξύ άλλων, και η υπό στοιχείο ε', που συνίσταται στο ότι "ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του". Η σχετική διάταξη που αφορά στην ελαφρυντική αυτή περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη είναι ευμενέστερη της αντίστοιχης προϊσχύσασας, καθόσον η καλή συμπεριφορά του υπαιτίου αξιολογείται ως ελαφρυντική περίσταση ακόμα και όταν υφίσταται τον εξαναγκασμό της φυλακής (AΠ 1510/2023, ΑΠ 1416/2022, ΑΠ 627/2022, ΑΠ 1466/2019). Από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι μετά περί της ενοχής της αναιρεσείουσας απόφαση για την ένδικη αξιόποινη πράξη, αυτή προέβαλε, διά των συνηγόρων της, προφορικά τον αυτοτελή ισχυρισμό περί αναγνώρισης της συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' του ΠΚ, την απόρριψη του οποίου (ισχυρισμού) πρότεινε ο Εισαγγελέας της έδρας. Το δικάσαν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε, κατ' αρχήν, ως αόριστο τον προβληθέντα ισχυρισμό της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης για αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του πρότερου σύννομου βίου, άλλως ως αβάσιμο, δεχόμενο, στο σχετικό σκεπτικό του, τα ακόλουθα: "... Ο ισχυρισμός περί συνδρομής στο πρόσωπο της 1ης κατηγορούμενης της ελαφρυντικής περιστάσεως το άρθρο 84 παρ.2 περ. α' ΠΚ, πέραν της αοριστίας του, αφού ουδόλως αναφέρονται πραγματικά περιστατικά από τα οποία να συνάγεται ότι η 1η κατηγορούμενη έζησε, μέχρι τον χρόνο τελέσεως της πράξεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχη, σύννομη ζωή, κρίνεται απορριπτέος, ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί ορισμένος, ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, δεδομένου ότι από την ως άνω αποδεικτική διαδικασία δεν προέκυψαν πραγματικά περιστατικά θεμελιωτικά της συνδρομής της ελαφρυντικής περιστάσεως της προηγούμενης σύννομης ζωής...". Με τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας, αν και δεν υποχρεούτο να αιτιολογήσει την απόφασή του για την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου σύννομου βίου, ο οποίος ,όπως προβλήθηκε, μόνον με μνεία της διατάξεως που προβλέπει την αναγνώριση της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης, χωρίς επίκληση των θεμελιούντων την συνδρομή του πραγματικών περιστατικών δεν ήταν ορισμένος, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα νομική σκέψη, και συνακόλουθα το Δικαστήριο, απορρίπτοντας αυτόν, μολονότι δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψή του, ως εκ περισσού, απάντησε και κρίνοντας αυτόν ως αβάσιμο, τον απέρριψε με την ως άνω επαρκή αιτιολογία. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, εκ του άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Δ'ΚΠΔ, ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού για αναγνώριση στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου σύννομου βίου ,είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη πρόβαλε, διά των συνηγόρων της, και τον αυτοτελή ισχυρισμό περί αναγνώρισης σ' αυτήν της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' του ΠΚ, τον οποίο κατέθεσε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικά, επικαλούμενη κατά το ουσιαστικό μέρος, κατά πιστή μεταφορά, ότι: ".......

Εν προκειμένω κατά το διάστημα της κρατήσεώς μου από την 3/3/2016 μέχρι και σήμερα, δηλαδή χρονικό διάστημα κοντά στα επτάμιση ολόκληρα έτη, συμπεριφέρθηκα άψογα, επιδείξασα διαγωγή πολύ καλή, δεν υπέπεσα σε οιοδήποτε πειθαρχικό αδίκημα ή επίψογη συμπεριφορά και οι σχέσεις μου με τις συγκρατούμενές μου και το υπαλληλικό προσωπικό είναι οι πρέπουσες, σύμφωνα με το προσαγόμενο και επικαλούμενο υπ' αρ. πρωτ. 16271 υπηρεσιακό σημείωμα της κοινωνικής υπηρεσίας των φυλακών .... Ακόμη εργάζονται εντός των φυλακών στο καφενείο έχοντας πραγματοποιήσει χίλια εννιακόσια εβδομήντα τρία [1973] μεροκάματα, όπως προκύπτει και από τη βεβαίωση των φυλακών .... Τα ανωτέρω έγγραφα αποδεικνύουν ότι προσπαθώ να αξιοποιώ δημιουργικά το χρόνο μου στη φυλακή προσπαθώντας να βελτιώσω την προσωπικότητά μου, ώστε όταν αποφυλακιστώ να έχω επιπλέον εφόδια για την κοινωνική μου ενσωμάτωση. Προσέτι, δέον, όπως αναφερθεί πως το εν λόγω ελαφρυντικό δεν μου χορηγήθηκε στην πρωτοβάθμια δίκη, με το σκεπτικό ότι απαιτείτο "σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη". Σε κατάστημα κράτησης βρίσκομαι ήδη από τις 6/6/2016,επτάμιση δηλαδή έτη, έχοντας επιδείξει υποδειγματική συμπεριφορά και, ως εκ τούτου, φρονώ ότι πληρώ τις προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος για τη χορήγησή του". Το Δικαστήριο της ουσίας, μετά από απορριπτική πρόταση του Εισαγγελέα της έδρας, απέρριψε τον ανωτέρω αυτοτελή ισχυρισμό περί μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας-κατηγορούμενης με την ακόλουθη αιτιολογία : "......Ο ισχυρισμός περί συνδρομής στο πρόσωπο της 1ης κατηγορούμενης της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2ε'του ΠΚ κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η μη τέλεση πειθαρχικού παραπτώματος εκ μέρους της κατηγορούμενης, κατά τη διάρκεια της κράτησής της, και το γεγονός ότι αυτή έχει πραγματοποιήσει χίλια εννιακόσια εβδομήντα τρία [1973] μεροκάματα εντός των φυλακών δεν συνιστούν πραγματικά περιστατικά επαρκή για την αναγνώριση της ως άνω ελαφρυντικής περιστάσεως, αφού αυτή η συμπεριφορά αφενός αποσκοπεί στη μείωση του χρόνου εκτίσεως της επιβληθείσης ποινής, αφετέρου αντιφάσκει με την λοιπή συμπεριφορά της 1ης κατηγορούμενης, η οποία μετά τη τέλεση του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχη προσπάθησε να ενοχοποιήσει άλλους για την πράξη της αυτή, και συγκεκριμένα κατηγόρησε, ψευδώς, ως δολοφόνο του συντρόφου της τον D. K., ο οποίος κηρύχθηκε αθώος με την υπ'αρ. 803/2017 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών, ενώ μέχρι σήμερα ουδέποτε αναγνώρισε την πράξη της, ούτε επέδειξε καθ' οιονδήποτε τρόπο μεταστροφή του πνεύματος που την οδήγησε στη στυγερή δολοφονία του συντρόφου της. Πρέπει, επομένως, ν' απορριφθεί ο ως άνω ισχυρισμός της 1ης κατηγορούμενης, κατά το διατακτικό". Με τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε, την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, και ορθώς απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό περί συνδρομής στο πρόσωπο της κατηγορούμενης-αναιρεσείουσας της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 ε' του ΠΚ, δεχόμενο ότι η συνήθης καλή συμπεριφορά των κατηγορουμένων μέσα στη φυλακή με την συμμόρφωσή τους προς το κανονισμό λειτουργίας αυτής και η πραγματοποίηση ημερομισθίων, ανταμειβομένων με πλασματική έκτιση της επιβληθείσας ποινής, δεν αποτελούν αυθεντική μαρτυρία για την ψυχική και ηθική μεταστροφή τους.

Συνεπώς, ο συναφής τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, για μη εμπεριστατωμένη αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφορικά με την απόρριψη του ελαφρυντικού του άρ. 84 παρ.2 ε' ΠΚ , είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση στην υπό κρίση αίτηση, πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 578 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την με αρ. εκθ. κατ. 20/12-2-2024 αίτηση της Ι. [..]. P. [..]. του S., υπηκόου Βουλγαρίας και νυν κρατούμενης στις Δικαστικές Φυλακές Γυναικών ..., για αναίρεση της υπ' αρ. 702, 98, 99, 201, 303, 416, 468, 562, 596, 666, 669,672 / 2023 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα ευρώ (250 €).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Απριλίου 2024.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιουλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

